Στις 15 Νοεμβρίου οι Λογοδιαδρομές προσκλήθηκαν στην εκδήλωση του περιοδικού Μούσες με αφορμή την κυκλοφορία του πέμπτου τεύχους και θέμα «Έχει όρια η σάτιρα;».
Οι καταξιωμένοι ομιλητές της εκδήλωσης παρουσίασαν ενδιαφέρουσες θέσεις και προσεγγίσεις, ο καθένας από τη σκοπιά που υπηρετεί. Ο ποιητής Θεοδόσης Βολκώφ είπε ότι παρά το γεγονός ότι εξ ορισμού όποιος ανεβαίνει στο βήμα για να μιλήσει για κάποιο θέμα πρέπει να διακατέχεται από βεβαιότητα, στην περίπτωση της σάτιρας υπάρχει αδυναμία στο να απαντήσει κανείς με ένα ναι ή όχι λόγω των προεκτάσεων – πολιτικών, κοινωνικών και νομικών – σε σχέση με την ελευθερία της γνώμης. Η σάτιρα είναι ένα διαχρονικό και επίκαιρο θέμα, κάθε κοινωνία αναμετράται με το ερώτημα δίνοντας τις δικές της απαντήσεις και η σάτιρα είναι πάνω απ΄όλα τέχνη, εμπεδωμένη δημόσια, που επιδιώκει να τέρψει αλλά και να επενεργήσει σε συνειδήσεις και πνεύματα. Συναιρεί την τέχνη και την κριτική, ενδιαφέρεται για τον γενικό κοινωνικό κανόνα και όχι τόσο για τις λεπτομέρειες και έτσι μπορεί κάποιες φορές να γίνεται άδικη, αλλά εκεί είναι η δύναμή της, ότι υπηρετεί ένα υπέρτατο αγαθό. Στο ερώτημα αν έχει όρια η σάτιρα, υπάρχουν δύο κανόνες : ο πρώτος λέει ότι δεν έχει όρια και ο δεύτερος ότι η σάτιρα είναι ελεύθερη, αλλά όχι ανεξέλεγκτη. Γινόμαστε απηνείς διώκτες της όταν στηρίζουμε την ευθυξία του υπέρτατου εγώ. Η σάτιρα μας βοηθάει να βλέπουμε διαφορετικά τον εαυτό μας μέσα από την κριτική. Μια άτεχνη ή κακότεχνη σάτιρα όμως δεν είναι αποτελεσματική και γίνεται υβρεολόγιο. Δύο πράγματα θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην καλλιέργεια του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους: η εκ νέου καλλιέργεια των γραμμάτων, με βαθύτερη – εσώτερη μελέτη κλασικών και ανθρωπιστικών επιστημών που τείνουν να παραγκωνιστούν και η καλλιέργεια της ανεκτικότητας, γιατί για να είμαστε ήπιοι με τους άλλους πρέπει να είμαστε ανεκτικοί με τον εαυτό μας. Ο κ. Βολκώφ έκλεισε την ομιλία του με τη ρήση του Παλαμά «Στις καλύτερες στιγμές της η σάτιρα ελαύνεται από την αγάπη».
Ο ποιητής και καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ κ.Γαραντούδης, αναφέρθηκε στα δύο σατιρικά ποιήματα που έχει γράψει, από τα οποία το πρ΄ώτο έχει τίτλο «Με τον τρόπο του Καβάφη» και πηγή έμπνευσης το θάνατο του Α.Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια τον Δεκέμβριο του 2008 και το δεύτερο «Εν Γραικυλία εις 2010 μ.Χ» και γράφτηκε το 2025 με αφορμή το σκάνδαλο των κοινοτικών επιδοτήσεων που απασχολεί την επικαιρότητα. Τα ποιήματά του είναι είτε πολιτικοκοινωνικά είτε ποιήματα με στόχο τη λογοτεχνική κριτική και ακολουθεί το πρότυπο της αυτοσάτιρας/αυτοσαρκασμού στο λογοτεχνικό πεδίο, κατά την καρυωτακική σάτιρα. Τα όρια της σάτιρας είναι τα όρια της προσωπικής διακινδύνευσης απέναντι σε πρόσωπα, θεσμούς αλλά και το καλλιτεχνικό στοιχείο, κάτι που βλέπουμε στον σατιρικό Καβάφη και στο Τετράδιο σατιρικών γυμνασμάτων του Παλαμά.
Το κείμενο της ποιήτριας Σοφίας Κολοτούρου, το οποίο διαβάστηκε από την κ. Άννα Γρίβα, είχε σαν θέμα τις γυναικείες σατιρικές φωνές. Αναφέρθηκε στο ότι είναι πολύ λίγες οι γυναίκες που γράφουν σάτιρα τα τελευταία χρόνια, διότι πιθανότατα ο όρος «αίσθηση του χιούμορ» διαφέρει μεταξύ των δύο φύλων : οι άνδρες θέλουν μια γυναίκα να εκτιμά το χιούμορ τους, οι γυναίκες έναν άντρα που να τις κάνει να γελάνε. Ο αυτοσαρκασμός, που αποτελεί δομικό στοιχείο της σάτιρας, είναι ένα δύσκολο βήμα για μια γυναίκα, γιατί προϋποθέτει «τσαλάκωμα» του εαυτού της και της εικόνας της προς τα έξω. Η κοινωνία αποθαρρύνει τις γυναίκες από τη σάτιρα και πρέπει να προβληματιστούμε πάνω στα όρια και τις απαντήσεις.
Η ποιήτρια και Ομότιμη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας ΔΠΘ Βασιλική Κοντογιάννη αναφέρθηκε στη διαφορά σάτιρας – ευθυμιογραφίας και στη θέση της θεωρίας (Δημαράς) ότι στον πυρήνα της σάτιρας υπάρχει η αγάπη : ο σατιρικός μισεί πολύ γιατί αγαπάει πολύ κάτι (ο Αριστοφάνης : την τάξη, ο Βολταίρος : τη δικαιοσύνη). Το χρονικό όριο της ελληνικής σάτιρας εντοπίζεται στον Ανώνυμο του 1789 που αποδίδεται στον Γ.Κωνσταντά με θεματολογία τη ζωή σε παραδουνάβιες ηγεμονίες ανάμεσα σε άρχοντες, κλήρους, πρόσωπα και ακολουθεί η Γυναίκα της Ζάκυνθος που ακολουθεί το πρότυπο του Ανώνυμου, δηλαδή τον αγώνα Καλού και Κακού μέσα από τις δύο γυναίκες.
Η Κατερίνα Κωστίου, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Πατρών, αναφέρθηκε στο θεωρητικό υπόβαθρο της σάτιρας, στο ότι η σάτιρα έχει το χαρακτηριστικό ότι μπορεί να συνεργάζεται με όλα τα είδη της λογοτεχνίας, και ότι ο λίβελος στο θεωρητικό πεδίο δε θεωρείται σάτιρα, γιατί βασικό της στοιχείο είναι ο έμμεσος/πλάγιος λόγος και η λογοτεχνικότητα, που επίσης αλλάζει με το χρόνο. Στη θεωρία δεν υπάρχει καμία σύγκλιση ως προς τις νόρμες της σάτιρας και χαρακτηριστικό είναι η διαφορετική ορθογραφία (κάποιοι τη γράφουν με υ αλλά αυτό δεν είναι ορθό γιατί η λέξη προέρχεται από το satura που σημαίνει μείξη και όχι από τον Σάτυρο). Η σάτιρα του 20ού αιώνα λειτουργεί με βασικό όχημα την ειρωνεία και όχι διορθωτικά, όπως στο παρελθόν και σε αυτό έγκειται η δυσκολία της. Έχουν διατυπωθεί πολλοί ορισμοί με διάφορα κριτήρια όπως ο διορθωτικός στόχος, άμεση/έμμεση, ιδεολογική ταυτότητα (Abrams), εθνικότητα αναγνώστη/μελετητή όμως υπάρχει αμηχανία στις προσπάθειες προσδιορισμού αφού δεν υπάρχει σύγγραμμα για τη θεωρία, μόνο ανθολογίες. Η σάτιρα έχει κατηγορηθεί και από την ψυχανάλυση γιατί ηρωοποιεί τον ανθρώπινο σαδισμό.
Η εκδήλωση έκλεισε με ποιήματα του ποιητή Γιάννη Κυριαζή και συζήτηση των παρευρισκομένων με τους ομιλητές.
