Δύσκολο να αποφασίσει κανείς ποια διαδρομή θα ακολουθήσει για να ανακαλύψει την ποίηση της Κικής Δημουλά. Γιατί το ποιητικό της έργο μοιάζει με ένα πολυδαίδαλο δάσος στην καρδιά του οποίου φτάνεις από πολλά κρυφά μονοπάτια, για να ακούσεις εκεί ένα μοναχικό αηδόνι να τραγουδά. Είναι μια ποίηση φωτεινή στην επιφάνειά της, λόγω του ανέμελου, ζωντανού, κουβεντιαστού, πνευματώδους τόνου της, κατά βάθος όμως περιέχει πολύ σκοτάδι. Γιατί είναι ποιήτρια υπαρξιακή, με αναλαμπές και σκιάσεις, γι’ αυτό και τα ποιήματά της έχουν και φως και θάνατο, περισσότερη όμως αγάπη για τη ζωή, έστω κι αν την κλαδεύει με «πριονωτό ανεπίστρεπτο» ο χρόνος.
Μιμούμενη τον προσφιλή ποιητικό τρόπο της Δημουλά να «παίζει» με τις λέξεις, θα προσεγγίσω την ποίησή της με άξονα την «απουσία», αρχικά γλωσσικά, έπειτα και ως έννοια. Επέλεξα αυτή τη διαδρομή, γιατί ήδη από τις πρώτες συλλογές της, γίνεται αισθητή μια διαρκής αναζήτηση ουσίας, με την έννοια του τι είναι σημαντικό και αληθινό στην καθημερινότητα, τις σχέσεις, τον έρωτα, την ποίηση. Το «από» δηλώνει στέρηση, έλλειψη, απομάκρυνση, χωρισμό, αναμενόμενο ή βίαιο, από πρόσωπο, ή τόπο. Αναζητώντας την ουσία βιώνει παράλληλα και την απουσία ως διαρκή αφαίρεση. Γι’ αυτό και η απουσία αποκτά πρωτεϊκή υφή στην ποίηση της Δημουλά, αλλάζει συνεχώς όψεις, μεταμφιέζεται και μεταμορφώνεται. Άλλοτε έχει τη μορφή της από-στασης από τα πράγματα (Ερήμην), άλλοτε της από-μόνωσης από τους ανθρώπους (Το λίγο του κόσμου), άλλοτε της απ-ώλειας αγαπημένου προσώπου (Χαίρε ποτέ) ή της απο-μάκρυνσης από μια σημαντική εμπειρία (Ήχος απομακρύνσεων), της από-φασης αλλαγής τόπου (Μετακομίσαμε παραπλεύρως), ακόμα και της απο-κάλυψης (Τα εύρετρα).
Οι μορφές απουσίας στο ποιητικό έργο της Δημουλά συνδέονται με την έλλειψη:
- έρωτα και συντροφικότητας
- λόγου και επικοινωνίας
- προσώπων και ζωής
- ελπίδας και προσδοκίας
Οι μορφές αυτές παρακολουθούν στην ουσία τα στάδια της ζωής της ποιήτριας από τη νεότητα ως την ωριμότητα, καθώς και τη συνακόλουθη εξέλιξη της ποιητικής γραφής της. Έτσι, η έννοια της απουσίας σταδιακά αγκαλιάζει όλα τα σημαντικά θέματα της ποιητικής της: την υπαρξιακή αγωνία, την απώλεια, το θάνατο τη μνήμη, τη λήθη, τα όνειρα, τη μοναξιά.
Η απουσία έρωτα και συντροφικότητας είναι περισσότερο εμφανής στις νεανικές συλλογές της ποιήτριας από το 1952 ως το 1971 (Έρεβος, Ερήμην, Επί τα ίχνη). Το αίσθημα της απουσίας είναι διάχυτο αλλά ασαφές και αδιευκρίνιστο. Ενίοτε προκαλείται από ένα χωρισμό ή μια εμπειρία που πέρασε ανεπιστρεπτί και άφησε ένα αδιόρατο αίσθημα κενού για κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε.
[…]
Καταιγίδα τώρα πέφτει πάνω μας
το απραγματοποίητο.
Λουζόμαστε με μελαγχολία
καθώς ξυπνάμε
στην ανελέητη κάψα την ανάγκης.
(«Κενό», Έρεβος)
Μερικές φορές η απουσία ταυτίζεται με την απόλυτη μοναξιά και απομάκρυνση από τους άλλους, η οποία φαίνεται επιθυμητή:
Παρατηρήσατε το φαινόμενό μου;
Την ολική μου, επιτέλους, έκλειψη;
(«Έκλειψις», Ερήμην)
Η απουσία με τη μορφή της έλλειψης λόγου και επικοινωνίας δίνει το στίγμα της δεύτερης και ωριμότερης ποιητικής φάσης της ποιήτριας από το 1971 ως το 1988 με τις συλλογές: Το λίγο του κόσμου και Το τελευταίο σώμα μου. Στα «Πάθη της βροχής» (Το λίγο του κόσμου), μια δύσκολη νύχτα, ο μονότονος, συνεχής, «συλλογιστός», «συρτός» ήχος της βροχής συνδαυλίζει το ερωτικό πάθος, το μετατρέπει σε μαρτυρική έλλειψη, αφού η απουσία του «άλλου», που τονίζεται στο ποίημα με την επανάληψη του «εσύ, προκαλεί μεγάλη ψυχική ένταση. Έτσι, το «εσύ» γίνεται έντονα παρόν μέσα στην απουσία του.
Στον «Πληθυντικό αριθμό» (Το λίγο του κόσμου) η απουσία υλοποιείται κυριολεκτικά με την παντελή απουσία ρημάτων, ποιητικού και ερωτικού υποκειμένου και μεταφορικά με τη δίσημη χρήση της λέξης «ουσιαστικόν», ως ουσιαστικό και ως προσδιοριστικό επίθετο στον έρωτα. Ο έρωτας αναγνωρίζεται γραμματικώς ως ουσιαστικό και δηλώνεται με έμφαση ως «πολύ ουσιαστικόν», πρωταρχικό συναίσθημα για τον άνθρωπο. Η απουσία του από τη ζωή κάνει το άτομο ευάλωτο, ανυπεράσπιστο κι ανοίγει ένα ουσιώδες κενό που αναπληρώνεται με τη μνήμη, το φόβο, τη νυκτερινή ανασφάλεια, τη μοναξιά.
Στο ποίημα «Γη των απουσιών» (Το λίγο του κόσμου) η απουσία μετριέται ως απόσταση. Το χάσμα της επικοινωνίας είναι βαθύ και φανερώνει έλλειψη προσδοκίας για βελτίωση των πραγμάτων. Η ψυχή του αγαπημένου είναι απόμακρη. Μοιάζει με την άπιαστη, ρευστή θάλασσα, γι’ αυτό και η αφηγήτρια δεν μπορεί να την πλησιάσει παρά τις απέλπιδες προσπάθειές της:
Τώρα, θα κοιτάζεις μια θάλασσα.
Η διάθεση να σ’ εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σε βρίσκει:
πικρή παραθαλάσσια αοριστία
(…)
Πού ξέρω εγώ τα ευαίσθητα σημεία του πελάγους
για να σε καταλάβω;
(…)
Στην ψυχή σου δεν φθάνει κανείς
Ούτε διά ξηράς ούτε διά θαλάσσης.
(«Γη των απουσιών», Το λίγο του κόσμου)
Ανάλογα και στο ποίημα «Βαθεία αύλαξ», το «εσύ» είναι ένα πρόσωπο απρόσιτο, τον ψυχισμό του οποίου αδυνατεί να κατανοήσει:
[…]
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω ράφι
που δεν φτάνω.
(«Βαθεία αύλαξ» », Το λίγο του κόσμου)
Η απουσία λόγου και επικοινωνίας «ενοχοποιείται» για το συναίσθημα της λύπης που διαχέεται σε όλα σχεδόν τα ποιήματα αυτής της φάσης:
Στ’ αγκίστρια του απογέματος
στ’ αγκάθια των χρωμάτων,
έχουν πιαστεί και κρέμονται
αποσιωπητικές εικόνες.
[…]
Τι με λυπεί, τι με λυπεί;
(«Αποσιωπητικές εικόνες, Το Λίγο του Κόσμου)
Κι αλλού, στο συγκλονιστικό ποίημα «Η περιφραστική πέτρα» (Το λίγο του Κόσμου) η σιωπή είναι «άσπαστη», ενώ οι λέξεις θα μπορούσαν να υποσχεθούν στιγμές ευτυχίας, όπως αυτές που υπόσχεται η θέαση της ανοιχτής θάλασσας:
Μίλα.
Πες κάτι, οτιδήποτε.
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
Που να σε δένει πιο σφιχτά
Με την αοριστία.
[…]
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
Αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
(«Η περιφραστική πέτρα», Το λίγο του κόσμου)
Το παρόν και το απόν, το ον και το μη ον, το κάτι και το τίποτα, είναι έννοιες που απασχολούν μονίμως την ποιήτρια, ιδίως όταν το προσωπικό βίωμα δίνει μορφή, πρόσωπο στην απουσία. Το κενό, το ανύπαρκτο, το απ-όν ωστόσο προϋποθέτουν το ον, το ουσιώδες. Η αναζήτησή του και η ακύρωση της απουσίας, είναι ένα διαρκές ζητούμενο στην ποίηση της Δημουλά, ένα ερέθισμα που γεννά και τη σοφή ενατένιση των πραγμάτων που την χαρακτηρίζει, καθώς και τη σφοδρή επιθυμία βίωσης του όντος, του πραγματικού, της ζωής.
Στη συλλογή Το τελευταίο σώμα μου (1981), τα σημάδια της διάστασης με τους άλλους είναι πιο ευδιάκριτα. Το ρήγμα βαθαίνει κι η μοναξιά προκαλεί πίκρα. Το «από» της απουσίας είναι παρόν σε ένα εκφραστικό ουσιαστικό, την «απερήμωση». Όχι μόνο ερήμωση, αλλά απογύμνωση, αποψίλωση του ανθρώπινου τοπίου και των σχέσεων, συνειδητοποίηση μιας βαθιάς εσωτερικής μοναξιάς:
Απερήμωση.
Κανείς δεν είν’ εδώ, ούτε εδώ, ούτ’ εκεί κάτω;
Κανείς;
Κι αυτές τις πολυώροφες ανθρώπινες σχέσεις·
ποιος θα τις κατοικήσει;
Φύγατε όλοι, όλα; Ή ποτέ δεν σας είχα;
(«Ακαιρία», Το τελευταίο σώμα μου)
Η τρίτη περίοδος της ποιητικής διαδρομής της Κικής Δημουλά από το 1988 ως το 2005, εκπροσωπείται από τέσσερις συλλογές (Χαίρε ποτέ, Η εφηβεία της λήθης, Ενός λεπτού μαζί, Ήχος απομακρύνσεων) και σημαδεύεται εντονότατα από το αίσθημα της βασανιστικής απώλειας του Άθου Δημουλά. Η απουσία συνδέεται με το μη ον, την απώλεια, τη στέρηση, την ανατροπή. Η προσπάθεια «ανάκτησης» του απ-όντος προσώπου μέσω της μνήμης μετατρέπεται σε σκληρό πόλεμο με τη λήθη. Ανοίγεται ένας ζωηρός διάλογος με το παρελθόν και με ό,τι το εκπροσωπεί ή το θυμίζει, όπως είναι οι φωτογραφίες και τα όνειρα. Σύμφωνα με τον Δήμου: «Η φωτογραφία είναι από τα κύρια θέματα της Κ.Δ. Και πώς θα γινόταν αλλιώς; Κάθε φωτογραφία, και η πιο ταπεινή, είναι η παρουσία μιας απουσίας. Και η ποίηση της Δημουλά, ως ποίηση του μη όντος, όλο γύρω στην απουσία τριγυρίζει. Τα “όσα έχουν πεθάνει” μπορεί να μην υπάρχουν όλα σε φωτογραφία – αλλά όσα υπάρχουν σε φωτογραφία, έχουν σίγουρα πεθάνει».
Η διακοπή της επικοινωνίας με το εκλιπόν πρόσωπο και η αδιατάρακτη σιωπή του μετατρέπονται σε παραμιλητό, σε «διάλογο» με τη φωτογραφία του ή σε μονόλογο με ένα «άψυχο» κέντρο αναφοράς, όπως τον τάφο ή το καντήλι.
Έτσι, με αυτό τον τρόπο, η απουσία μεταμορφώνεται δυναμικά σε «παρουσία»:
Τι έπαθες. Σε γέρασε η πολλή φωτογραφία
(«Εχθρική συμφιλίωση, Χαίρε ποτέ)
Η ποίηση γίνεται καταφύγιο σ’ αυτή τη μοναχική αναζήτηση:
Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι.
(«Απροσδοκίες», Χαίρε ποτέ)
Στο ποίημα «Γας ομφαλός», ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών, ένας χώρος φθοράς, ανακαλεί στη σκέψη της αφηγήτριας το «εσύ», το αγαπημένο πρόσωπο που έχει πεθάνει και το «στεφανώνει» τιμητικά με τη σκέψη της για την «ανδραγαθία» του να μεγαλώσει, να εξαπλώσει με την απουσία του «των αφανών τις κτήσεις». Ο στίχος περιέχει πικρή ειρωνεία που επιτείνεται με το οξύμωρο σχήμα: η «ανδραγαθία» του αγαπημένου προσώπου είναι η «απουσία» του και η προσθήκη του στο χώρο των νεκρών.
Το αίσθημα της απουσίας είναι ακόμα συνυφασμένο με το χρόνο, συνήθως με το παρελθόν, τη μνήμη ή τη λήθη αναλόγως. Ο βαθύς πόνος του θανάτου, της ανυπαρξίας, και οι συνεπαγόμενες τύψεις του ζώντος από την ύφεση της πληγής, τουλάχιστον συντελούν στη συνειδητοποίηση ότι η ζωή δεν είναι πηγή με στάσιμο νερό:
Ξέφυγα μια μέρα που η τύψη
Πήγε να πιει αμέριμνο νερό
Τρεχούμενο υπάρχω υπάρχω
Ξεχνώντας με ανοιχτή.
(«Εκδοχή δημιουργίας», Ενός λεπτού μαζί)
Η διπλή όψη του νομίσματος, η ζωή και ο θάνατος, είναι αδιαίρετα ενωμένα και σε διαρκή επικοινωνία, αλληλένδετα, αφού το ένα επιβεβαιώνει το άλλο και χωρίς αυτό τίποτα δεν υπάρχει. Όσο ζει κανείς δεν εκτιμά αυτό που έχει ή απλώς το θεωρεί αυτονόητο. Όταν φεύγει ένα αγαπημένο πρόσωπο, επιβεβαιώνει ότι υπήρξε κάποτε:
Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε
είναι η απουσία μας.
(Υποκατάστατο», Χαίρε ποτέ)
Στην τελευταία ως σήμερα φάση της ποιητικής δημιουργίας της Κικής Δημουλά, από το 2005, που εκπροσωπείται από τις συλλογές Χλόη θερμοκηπίου, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, Τα εύρετρα και το πρόσφατο Δημόσιος καιρός, η απουσία ταυτίζεται με το κενό, το μηδέν, την έλλειψη ελπίδας και προσδοκίας. Η απώλεια, το έλλειμμα, ο θάνατος, είναι παρόντα διαρκώς και μάλιστα συχνά χωρίς το μόνιμο αντιστάθμισμά τους, το όνειρο. Αντίθετα, η προσωποποιημένη Απόγνωση ψηλαφεί το κενό, το άδειο, την απουσία, αναζητώντας άνθρωπο:
[…]
η Απόγνωση
– μια άγνωστη τελείως
πρώην πελάτισσα του συστήθηκε-
«εδώ στα επίγεια οργιάζει
ανεξέλεγκτη η εγκατάλειψη
ότι ολόκληρη ψυχή που ανηγέρθη
για να προσφέρει στο φθαρτό
στέγη κι ευημερία
μένει άδεια
άνθρωπος δεν πατάει εκεί μέσα
εξαφανισμένος
χρωστάει ένα σωρό κοινόχρηστα
ως πότε θα καλύπτουν το έλλειμμα τα όνειρα
τσοντάρουν βέβαια και οι νεκροί
ως πότε θα υπάρχουν κι αυτοί;
Στείλε άνθρωπο».
(«Κατ’ ευφημισμόν γνωρίζουμε», Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως)
Κι όμως, τις πληγές του μηδενός περιθάλπει η ποίηση με τις αναλαμπές της αιωνιότητας, γιατί:
Τελικά
από τον ασίγαστο εμφύλιο πόλεμο
μεταξύ του υπάρχω και του παύω
του μιλώ και του σώπασα
η μόνη κερδισμένη είναι
η διάσημη εκείνη πολεμική ανταποκρίτρια
η γραφή.
Θρασύτατη λογοκλόπος ανίερη
αντιγράφει
και το μιλώ και το σώπασα να υπάρχω
επιδέξια παραποιημένο σε
διαρκώ
στου χαρτιού το εχέμυθο αυτί.
(«Η θρασεία λογοκλόπος», Τα Εύρετρα)
Αυτή που κατ’ εξοχήν «βάλλεται» είναι η ελπίδα που πλέον «πνέει στα σκοτεινά»:
Λες κι είναι μάνα του Ιούδα
Τη ραπίζουν οι απώλειες
(«Στην ελπίδα, ΙΙ», Τα Εύρετρα)
Στις τρεις τελευταίες ιδίως συλλογές μεγαλώνει η εσωστρέφεια. Η απουσία που ψηλαφεί η ποιήτρια δεν είναι των άλλων, αλλά η δική της. Έντονη εστίαση στο θέμα του θανάτου. Όσο κρυπτική και αφαιρετική κι αν είναι η ποίηση, άλλο τόσο είναι και επίμονη:
[…]
Και τώρα να σου λένε
με δόσεις ο Αχέροντας.
Παραμύθια.
Έτσι και μπεις στη βάρκα
σε γδύνουν όλα σου τα παίρνουν
ως και την τελευταία γνώση
ότι κατά την αποβίβαση
ουδείς σε περιμένει.
Ούτε ένα ουδέν.
(«Κρίση», Δημόσιος καιρός)
Το πέρασμα, ωστόσο, από το παρόν στο απόν και από το κάτι στο τίποτα που εξυφαίνεται διαρκώς στην ποίηση της Δημουλά, δεν αφήνει στον αναγνώστη κανένα αίσθημα φόβου, όσο κι αν η γλώσσα της μας τρομοκρατεί και δείχνει τρομοκρατημένη από το αιφνίδιο. Γιατί το ξορκίζει συνεχώς με την απρόβλεπτη ανασύνταξη του νοήματος που γεννιέται μόλις συστρατεύσει με αταίριαστο ταίρι τις λέξεις στην ποιητική μάχη. Ακόμα κι όταν η ποίησή της μας κάνει να συνειδητοποιούμε την ευκολία με την οποία η ζωή μας στερεύει, καταλαβαίνουμε ταυτόχρονα πως η αξία της είναι σε κάθε τι μικρό και καθημερινό που βιώνουμε, σ’ εκείνες τις στιγμές που συχνά δεν αξίζει να τις αποτυπώσουμε φωτογραφικά. Και όμως, χαρτογραφημένες με την πολύτιμη γραφή της ποιήτριας, αποκτούν τη λάμψη πετραδιών που μας βοηθούν να κατανοήσουμε πόσο σημαντικές είναι για μας. Και γι’ αυτό το μάθημα ζωής που μας χαρίζει η Κική Δημουλά, την ευχαριστούμε από καρδιάς.
Η Αγάθη Γεωργιάδου κατάγεται από την Κύπρο και είναι Διδάκτωρ φιλολογίας του King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Στο προσωπικό συγγραφικό της έργο περιλαμβάνονται άρθρα και εκπαιδευτικά βιβλία στη νεοελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία : Προτάσεις ερμηνείας στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Καστανιώτης, 1999), Διαβάζοντας Κική Δημουλά (Ελληνικά Γράμματα, 2001), Λογοτεχνικές διαδρομές (Ελληνικά Γράμματα, 2005), Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες, 3 τόμοι (Μεταίχμιο, 2006), Η ποιητική περιπέτεια (Μεταίχμιο, 2006), Η νέα ελληνική λογοτεχνία – Α’ Λυκείου (Μεταίχμιο, 2014), Ο ναζισμός και το Ολοκαύτωμα των ιδεών (επιμ. Ρόδον εκδοτική, 2017), Διδακτική της λογοτεχνίας (επιμ. Εκδόσεις Γρηγόρη, 2017), Διδακτική της νεοελληνικής γλώσσας (επιμ. Εκδόσεις Γρηγόρη, 2017), Κριτήρια αξιολόγησης στη νεοελληνική γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία (Μεταίχμιο, 2017), Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας – Α’, Β’, Γ’ Γυμνασίου (Μεταίχμιο, 2018), Διδάσκοντας και εμπνέοντας εφήβους (επιμ. Εκδόσεις Γρηγόρη, 2018), Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία – Γ’ Λυκείου Ι (Μεταίχμιο, 2019), Ηλίας Γκρής (Εκδόσεις Γκοβόστη, 2019), Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία – Γ’ Λυκείου ΙΙ (Μεταίχμιο, 2020), Προσεγγίζοντας το αδίδακτο λογοτεχνικό κείμενο (Εκδόσεις Πατάκη, 2020), Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία – Α’ Λυκείου (Μεταίχμιο, 2022) και Η διδασκαλία του ολόκληρου λογοτεχνικού έργου (Μεταίχμιο, 2022).
