Ένα ενδιαφέρον θέμα στην ποίηση του Καβάφη είναι η στάση του ποιητή απέναντι στη φθορά που προκαλεί ο χρόνος στο ανθρώπινο σώμα. Τα ποιήματα που μεταφέρουν το αίσθημα της αδυσώπητης σωματικής παρακμής είναι χαμηλόφωνα κι εξομολογητικά. Σ’ αυτά ο ποιητής εξωτερικεύει συναισθήματα ή εκμυστηρεύεται ερωτικές εμπειρίες και επιθυμίες σ’ ένα υπονοούμενο αναγνώστη, με κάποιο προσωπείο και συνήθως σε πρώτο πρόσωπο. Κύριο γνώρισμά τους είναι η χρήση του υπαινικτικού στοιχείου, που δηλώνεται με πλήθος αποσιωπητικών, σημείο στίξης που δείχνει ίσως ότι ο Καβάφης δεν έχει συμβιβαστεί πλήρως με τη διαφορετικότητά του. Οι αναμνήσεις, τα οράματα, τα είδωλα και τα «ινδάλματα της ηδονής» αποσυνδέονται από την ευτέλεια μιας πρόσκαιρης εμπειρίας κι αναπλάθονται σε μια άλλη πραγματικότητα, από την οποία ανακαλούνται στο μυαλό του ποιητή μέσω των αισθήσεων. Έτσι, η αναπόληση και η ρέμβη δεν παραπέμπουν σε σημαδιακά γεγονότα της ζωής του ποιητή, αλλά σε φευγαλέες στιγμές κι εντυπώσεις που μισοκρύβονται στους στίχους του.
Βασικό μοτίβο των ποιημάτων του Καβάφη, το οποίο επανέρχεται με σχολαστική εμμονή, είναι το είδωλο της νεότητας και η εξύμνηση της ευρωστίας του σώματος και του «ωραίου σφρίγους» που το διακρίνει[1]. Ο ποιητής σε πολλά ποιήματά του, άλλωστε, ατενίζει και θαυμάζει την ομορφιάκαι αποθεώνει τα εξαίσια νιάτα[2]. Η προτίμησή του προς το κάλλος της νεότητας και την καλαισθησία[3] φαίνεται τόσο από την επίμονη εστίασή του σε λεπτομέρειες του ανθρώπινου σώματος, όπως τα μάτια, το δέρμα, τα χείλη, τα συμμετρικά μέλη κ.ά. όσο και από την κατάχρηση του επιθέτου «ωραίος» («ωραίο παιδί», «ωραίο αγόρι», «ο ωραίος Ευρίων», «η ωραία νεότης του», «ο ωραίος βίος», «ωραίο σώμα», «σαν σώματα ωραία νεκρών», «τ’ ωραίο πρόσωπο» κ.ά.)[4]. Δεν είναι τυχαία ίσως η προτίμηση του Καβάφη στο «ωραίος», αφού το επίθετο αυτό απηχεί την «κατάλληλη ώρα», δηλαδή την ακμή της πνευματικής και σωματικής ωριμότητας των νέων. Οι ηλικίες, άλλωστε, που επαινούνται στα ποιήματα του Καβάφη κυμαίνονται μεταξύ 22 και 29 χρόνων. Ιδιαίτερα τα 29 θεωρούνται ως η ηλικία της «πλήρους αισθησιακής απόδοσής» των νέων[5].
Κάτω από το φως της λάμπας ή ενός κεριού αναδύονται τα είδωλα του παρελθόντος, «της Αγάπης η Σκιές» κι «αισθηματοποιούν» το χώρο και το χρόνο για τον ποιητή. Το άυλο γίνεται υλικό, αποκτά σάρκα και οστά. Αλλά και αντίστροφα: η αισθητική ή απτική μνήμη, αυτή, δηλαδή, που υποβοηθείται από την όραση, την όσφρηση ή τη γεύση[6] εξαϋλώνει το φθαρτό στοιχείο[7], ωραιοποιεί το «είδωλο του νέου σώματος» του ποιητή και τον κάνει να ξεχνά την ασχήμια του γήρατος.
Γιατί ο Καβάφης, αν και ποιητής πρόωρα γερασμένος κατά τον Τίμο Μαλάνο[8], αποστρέφεται τα γηρατειά[9] καιθλίβεται για τη φθορά που προκαλούν[10]. Τα επίθετα με τα οποία τα χαρακτηρίζει συναγωνίζονται εκείνα του Μίμνερμου: αποκαλούνται «άθλια» («Ένας γέρος»), περιφρονούνται και γελοιοποιούνται:
Η ψυχές των γερόντων
Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πώς βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
Η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται –κωμικοτραγικές-
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.
Έτσι, αναζητεί στην Ποίηση τα βότανα που θα τον ξαναγυρίσουν για λίγο στη νεότητα[11] και θα τον ξεκουράσουν από τα πικρά γηρατειά και τις δοκιμασίες τους, προσφέροντάς του την έσχατη παρηγοριά. Γνωρίζει, όμως, πως από τη φθορά και το θησαύρισμα της πολύχρονης πείρας αναβλύζει η ποίησή του, κερδίζει η τέχνη του. Ο ποιητής πιστεύει στη λυτρωτική δύναμη της Ποίησης, που αποτελεί γι’ αυτόν δικαίωση ζωής, όπως διαβάζουμε στο ποίημά του «Η αρχή των»: «Πλην του τεχνίτου πώς εκέρδισε η ζωή. / Αύριο, μεθαύριο ή μετά χρόνια θα γραφούν / οι στίχ’ οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των».
Παρόμοια και στο ποίημα «Πολύ σπανίως», η βασική ιδέα σχετίζεται με την ευτυχία που αισθάνεται ο καλλιτέχνης όταν συνειδητοποιεί φτάνοντας στα γηρατειά ότι η τέχνη του βρήκε το δρόμο της αναγνώρισης και οι μορφές που έπλασε συντροφεύουν πια και συγκινούν τους νέους. Έτσι, τα γηρατειά του ποιητή δικαιώνονται εν μέρει και ο ίδιος αποκτά «μερτικό … στα νειάτα» .
Την ευεργετική επίδραση της Τέχνης της Ποίησης στις πληγές της ψυχής που οφείλονται στη φθορά του χρόνου εκφράζει και το ποίημα «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου. ποιητού εν Κομμαγηνή. 595 μ.Χ.». Όταν ο Καβάφης γράφει το ποίημα είναι 58 χρόνων (1921) και φαίνεται να αντιμετωπίζει με πόνο το επερχόμενο γήρας:
Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου. ποιητού εν Κομμαγηνή. 595 μ.Χ.
Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα.
Νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασίᾳ και Λόγῳ.
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.-
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε-για λίγο-να μη νοιώθεται η πληγή.
Το ποίημα αποτελεί ένα εσωτερικό μονόλογο του Ιάσωνος Κλεάνδρου, ο οποίος παρομοιάζει τη μελαγχολία του, που προέρχεται από τη γήρανση του σώματος και της μορφής του, με «πληγή από φρικτό μαχαίρι». Αντικρίζει με θλίψη τα σημάδια που αφήνει ο αδυσώπητος χρόνος στο σώμα και στην ψυχή του και δηλώνει «άοπλος» απέναντι στη φθορά, χωρίς καρτερική υπομονή. Η τοπική και χρονική τοποθέτηση του συμβολικού προσώπου προβάλλει ένα εξελληνισμένο «πεπαιδευμένο» ανατολίτη, χριστιανό ίσως, επιφανειακά όμως, αφού ο χριστιανισμός δεν του παρέχει τα απαραίτητα ψυχικά στηρίγματα, ώστε να υπομένει την ανθρώπινη φθορά[12]. Γιατί, όπως γράφει ο Παπανούτσος, ένας άνθρωπο του τύπου Καβάφη …ένας άνθρωπος δηλ. με βαθύ σκεπτικισμό, που δεν πιστεύει σε κανένα «επέκεινα» και χωρίς την πίστη στέκει άοπλος μπροστά στο θάνατο … τις στιγμές που η πληγή γίνεται πολύ βαθιά και ο πόνος αβάσταχτος, άλλο καταφύγιο δεν έχει από την Τέχνη[13] «που κάπως ξέρει από φάρμακα». Με το «κάπως» ο ποιητής αφήνει να εννοηθεί πως η θεραπεία της Τέχνης είναι πρόσκαιρη, αφού δεν μπορεί να επουλώσει οριστικά τις «πληγές». Μπορεί να καταπραΰνει προσωρινά με τη δύναμη της φαντασίας και τη μαγεία του λόγου της το οξύ άλγος. Η αφοσίωση στην ποιητική δημιουργία, λοιπόν, αποτελεί πολύτιμο βάλσαμο και είναι η μόνη άμυνα κατά της φθοράς που υφίσταται το σώμα, το πιο συχνό καβαφικό ίνδαλμα («Σώμα, θυμήσου …»). Δεν είναι ο φόβος του θανάτου, αλλά η παρακμή του σώματος που οδηγεί τον Ιάσωνα να αναζητεί στα «φάρμακα» της Τέχνης ένα βοτάνι που θα «αποπειραθεί» να ναρκώσει την οδύνη της σωματικής φοράς με τη μετάθεση, «για λίγο», της προσοχής σε μιαν άλλη πραγματικότητα, στην ποιητική δημιουργία.
Έντονη είναι στον Καβάφη η ανάγκη της ανάπλασης της νεανικής ερωτικής αίσθησης σε συνδυασμό με το χώρο και το χρόνο στον οποίο συντελέστηκε το βίωμα. Γι’ αυτό και είναι συνηθισμένη καβαφική τακτική η επίκληση της μνήμης για να επαναφέρει στο παρόν την ερωτική συγκίνηση:
Γκρίζα
Κυττάζοντας ένα οπάλλιο μισό γκρίζο
θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια
που είδα. θάναι είκοσι χρόνια πριν…
………………………………………..
Θ’ ασχήμισαν –αν ζει- τα γκρίζα μάτια.
Θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.
Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.
και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,
ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψι.
Μέσα από αυτούς τους οραματισμούς συντελείται παράλληλα και η πορεία προς την τελείωση της ποίησης. Όπως γράφει ο R. Beaton, «στα ποιήματα του Καβάφη η ‘Τέχνη’ αποκτά τη δύναμη να μεταμορφώνει τις ατέλειες της εμπειρίας σε τέλειο αισθητικό αντικείμενο»[14]. Η αναπόληση μιας αισθησιακής εμπειρίας της νεότητας βοηθά τον ποιητή να νικήσει το φθοροποιό χρόνο και να κερδίσει την αθανασία. Έτσι, η ποίηση γίνεται για τον Καβάφη, σύμφωνα με τη Σ. Ιλίνσκαγια, «ένας μεγάλος λυτρωτής και παρηγορητής, που κρατά και διαιωνίζει το περαστικό και το στιγμιαίο, δένοντας με το λόγο ό,τι η μνήμη θέλει να βαστήξει…»[15]. Γι’ αυτό, η γλυκιά αλλά και οδυνηρή αναπόληση της νεότητας συχνά παραλληλίζεται από τους κριτικούς με την «αναζήτηση του χαμένου χρόνου» από τον Προυστ[16]. Αυτή την έννοια έχει και η απελπισμένη έκκληση «επέστρεφε» με την οποία καλείται η «αγαπημένη αίσθηση» να παίρνει μαζί της το ποιητικό υποκείμενο «όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη, / κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα»:
Επέστρεφε
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με –
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα.
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται …
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο ποίημα αυτό το εσκεμμένο ίσως γραμματικό λάθος στη χρήση της προστακτικής. Η ύπαρξη των τεσσάρων «ε» μέσα στη λέξη, σε συνδυασμό με την τετραπλή επανάληψη του ρήματος σε σύνολο οχτώ στίχων (μαζί με τον τίτλο) δημιουργεί την αίσθηση μιας αργόσυρτης και βασανιστικής νοσταλγίας. Επιπλέον, ο συμφυρμός παρόντος-παρελθόντος, που επιτυγχάνεται με τον ενεστώτα της προστακτικής και τον υπονοούμενο παρατατικό «επέστρεφε», καθώς και η συνήχηση του δεύτερου προσώπου της προστακτικής με το υπονοούμενο τρίτο πρόσωπο του παρατατικού, κάνει έντονη την παρουσία ενός προσώπου του παρελθόντος που φαίνεται να δεσπόζει ακόμα στο παρόν και στο νου του ποιητικού υποκειμένου[17]. Σ’ αυτές τις στιγμές, η σημαντικότερη προσφορά της μνήμης είναι ότι καθηλώνει το χρόνο και επαναφέρει το αρχικό σχήμα των πραγμάτων, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση στον ποιητή ότι τίποτα δεν άλλαξε.
Το αίσθημα της σωματικής φθοράς προκαλεί στον Καβάφη κλίμα βαρυθυμίας και πεσιμισμού που μεταδίδεται κυρίως στα επιτύμβιά του, αλλά και σ’ εκείνα στα οποία ο ποιητής σαρκάζει τα γηρατειά ή αναπολεί το είδωλο του σώματός του («Απ’ τις εννιά», «Επιθυμίες»). Σ’ αυτά τα ποιήματα ο Καβάφης εκφράζει με δραματικό τρόπο την αντίθεση ανάμεσα στο πνευματικό και το αισθησιακό ή, όπως ο Baudelaire, ανάμεσα στο spleen et idéal, στη ρέμβη και το ιδεώδες.
Ο καβαφικός απολογισμός που συνοψίζεται με διάθεση αυτοκριτικής στο ποίημα «Εκόμισα εις την Τέχνην», είναι ότι ο ποιητής «εκόμισε» την τακτική της φευγαλέας μορφής, το υπονοούμενο, το αβέβαιο και το ατελές. Όμως η Τέχνη ξέρει να μετατρέπει την ύλη σε μορφή που δίνει την αίσθηση του ακέραιου, συμπληρώνοντας το ελλειπτικό βίωμα και σχηματίζοντας τη «Μορφήν της Καλλονής», που σημαίνει ότι η Ποίηση προσφέρει την ομορφιά στον ποιητή, τελειοποιεί τις εντυπώσεις, ωραιοποιεί τη ζωή. Έτσι, μπορεί να γιατρέψει την ασχήμια του σώματος και να σβήσει τα σημάδια της φθοράς. Μόνο που η «Μορφή της Καλλονής» είναι ιδεατή και άπιαστη και δεν κρατάει για πάντα. Γι’ αυτό και η συνδρομή της Ποίησης στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου και της μελαγχολίας από τη γήρανση του σώματος θεωρείται από τον ποιητή πρόσκαιρη:
Εκόμισα εις την Τέχνην
Κάθομαι και ρεμβάζω. Επιθυμίες κ’ αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην – κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές. Ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες. Ας αφεθώ σ’ αυτήν.
Ξέρει να σχηματίσει Μορφήν της Καλλονής.
σχεδόν ανεπαισθήτως τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις, συνδυάζουσα τες μέρες.
Συχνά, το ποιητικό υποκείμενο που βρίσκεται στα γεράματα, κοιτάζει πίσω, στο παρελθόν και μετανιώνει που ο «έκλυτος βίος της νεότητός του» συνοδευόταν από πλήθος μεταμέλειες και ενοχές, αφού όλα όσα έζησε γονιμοποίησαν τελικά την ποίησή του. Εκφράζει λοιπόν την ιδέα πως η ζωή υπάρχει για την Τέχνη και γι’ αυτό ο ποιητής καταφεύγει στα χρόνια που πέρασαν για να βρει το υλικό που μορφοποίησε την Ποίησή του:
Νόησις
Τα χρόνια της νεότητός μου, ο ηδονικός μου βίος –
Πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των.
Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες …
Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.
Μέσα στον έκλυτο της νεότητος μου βίο
μορφόνονταν βουλές της ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.
Γι’ αυτό κ’ η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.
Κ’ η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω
διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ.
Ανακεφαλαιώνοντας: η θέαση της αδυσώπητης φθοράς που προκαλεί ο χρόνος αποτελεί για τον Καβάφη μια ψυχική και αισθησιακή δοκιμασία, αλλά και μια εξαίσια διανοητική εμπειρία, ένα γύμνασμα του νου που μετασχηματίζεται σε τέχνη. Η στάση του, άλλωστε, απέναντι στο γήρας δεν είναι διαφορετική από την αντίδραση κάθε κοινού ανθρώπου που παρατηρεί με δέος το χρόνο να ροκανίζει το σώμα του και να αφαιρεί την ικμάδα και την εξαίσια λάμψη του. Ας παρηγορηθεί, όμως, ο ποιητής αφού:
Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Beaton R., Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα 1996.
Δάλλας Γ., «Από τον αισθητή στον σοφιστή», Ο Καβάφης και η δεύτερη σοφιστική, Στιγμή, Αθήνα 1984.
Ιλίνσκαγια Σ , Κ.Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ου αιώνα, Κέδρος, Αθήνα 1983.
Κeeley Ε., Η Καβαφική Αλεξάνδρεια, εκδ. Ίκαρος, 1979.
Λεχωνίτης Γ., Καβαφικά αυτοσχόλια, εκδ. Δ. Χάρβεϋ και Σία, Αθήνα 1977.
Λιγνάδης Τ., «Σημειωματάριο προσωπικό επάνω στο καβαφικό τοπίο», Η λέξη, τχ. 23, Μάρτ.-Απρ. 1983, σ.368.
Μαλάνος Τ., Ο Καβάφης απαραμόρφωτος, Πρόσπερος, Αθήνα 1981.
Παπανούτσος Ε.Π., Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Ίκαρος, Αθήνα 41977.
Πιερής Μ. επιμ., Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη – Επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999.
* Η εισήγηση αυτή έγινε στην Ελληνογαλλική Σχολή «Jeanne d’ Arc» την 1η Φεβρουαρίου 2005.
[1] Π.χ. «Τα βήματα» : «ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός, / και στης νεότητος τ’ ωραίο σφρίγος» –
[2] Π.χ. «Έτσι πολύ ατένισα»: «Την ομορφιά έτσι πολύ ατένισα, / που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου», «Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νειάτα…».
[3] Βλ. σχετικά Δάλλας Γ., «Από τον αισθητή στον σοφιστή», Ο Καβάφης και η δεύτερη σοφιστική, Στιγμή, Αθήνα 1984, σ.151-192.
[4] Βλ. σχετικά Νικολαρεΐζης Δ., «Η διαμόρφωση του καβαφικού λυρισμού», Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη – Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Μ. Πιερής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σ.109.
[5] Όπως βλέπουμε π.χ. στο ποίημα «Ρωτούσε για την ποιότητα»: «…Έμορφος. / κ’ ενδιαφέρων: έτσι που έδειχνε φθασμένος / στην πλήρη του αισθησιακήν απόδοσι». Βλ. επίσης «Μέρες του 1901» και «Μέρες του 1896» («Πλησίαζε τα τριάντα»).
[6] Π.χ. «Μακρυά»: «Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί» / «όταν τα χείλη ενθυμούνται».
[7] Λιγνάδης Τ., «Σημειωματάριο προσωπικό επάνω στο καβαφικό τοπίο», Η λέξη, τχ. 23, Μάρτ.-Απρ. 1983, σ. 368.
[8] Μαλάνος Τ., Ο Καβάφης απαραμόρφωτος, Πρόσπερος, Αθήνα 1981, σ. 20.
[9] Π.χ. «Ένας γέρος»: «Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια …».
[10] Π.χ. «Γκρίζα»: «Θ’ ασχήμισαν –αν ζει- τα γκρίζα μάτια. / θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο» .
[11] Π.χ. «για λίγην ώρα / τα είκοσι τρία μου χρόνια να με φέρει / ξανά».
[12] Βλ. σχετικά Παπανούτσος Ε.Π., Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Ίκαρος, Αθήνα 41977, σ. 133.
[13] Παπανούτσος Ε.Π, ό.π. σσ.132-133.
[14] Beaton R., Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 130.
[15]. Ιλίνσκαγια Σ , Κ.Π. Καβάφης, Κέδρος, Αθήνα 1983, σ. 213.
[16] Ιλίσκαγια Σ., ό.π., σ. 214, Yourcenar M., «Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη», Εισαγωγή στην ποίηση του Καβάφη – Επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ. Μ. Πιερής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σ.228.
[17] Βλ. επίσης την ερμηνεία του Δημαρά Κ.Θ., «Μερικές πηγές της καβαφικής τεχνικής», ό.π., σσ. 79-80 ότι η επίκληση «επέστρεφε συχνά και παίρνε με» απηχεί «μια απλοϊκή πρόσκληση» ενός αγαπημένου προσώπου του ποιητή.
Η Αγάθη Γεωργιάδου κατάγεται από την Κύπρο και είναι Διδάκτωρ φιλολογίας του King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας. Στη θητεία της στη δημόσια εκπαίδευση υπήρξε μέλος της Ομάδας Λογοτεχνίας του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας και του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και σχολική σύμβουλος φιλολόγων Αττικής. Στην εκπαιδευτική της δραστηριότητα περιλαμβάνεται πλήθος επιμορφωτικών σεμιναρίων και εργαστηρίων με θέμα τη διδασκαλία και αξιολόγηση της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Είναι, επίσης, διαχειρίστρια εκπαιδευτικού ιστότοπου (agathi.pbworks.com) που αριθμεί 2000 περίπου φιλολόγους από όλη την Ελλάδα. Στο προσωπικό συγγραφικό της έργο περιλαμβάνονται άρθρα και εκπαιδευτικά βιβλία στη νεοελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία : Προτάσεις ερμηνείας στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία (Καστανιώτης, 1999), Διαβάζοντας Κική Δημουλά (Ελληνικά Γράμματα, 2001), Λογοτεχνικές διαδρομές (Ελληνικά Γράμματα, 2005), Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες, 3 τόμοι (Μεταίχμιο, 2006), Η ποιητική περιπέτεια (Μεταίχμιο, 2006), Η νέα ελληνική λογοτεχνία – Α’ Λυκείου (Μεταίχμιο, 2014), Ο ναζισμός και το Ολοκαύτωμα των ιδεών (επιμ. Ρόδον εκδοτική, 2017), Διδακτική της λογοτεχνίας (επιμ. Εκδόσεις Γρηγόρη, 2017), Διδακτική της νεοελληνικής γλώσσας (επιμ. Εκδόσεις Γρηγόρη, 2017), Κριτήρια αξιολόγησης στη νεοελληνική γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία (Μεταίχμιο, 2017), Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας – Α’, Β’, Γ’ Γυμνασίου (Μεταίχμιο, 2018), Διδάσκοντας και εμπνέοντας εφήβους (επιμ. Εκδόσεις Γρηγόρη, 2018), Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία – Γ’ Λυκείου Ι (Μεταίχμιο, 2019), Ηλίας Γκρής (Εκδόσεις Γκοβόστη, 2019), Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία – Γ’ Λυκείου ΙΙ (Μεταίχμιο, 2020), Προσεγγίζοντας το αδίδακτο λογοτεχνικό κείμενο (Εκδόσεις Πατάκη, 2020), Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία – Α’ Λυκείου (Μεταίχμιο, 2022) και Η διδασκαλία του ολόκληρου λογοτεχνικού έργου (Μεταίχμιο, 2022).
