Ο Νίκος δεν είχε μιλήσει. Ούτε όταν άκουσε τον πρώτο χαρακτηρισμό «ντροπή», ούτε όταν είδε το βίντεο με το έργο να ξεκρεμιέται από τον τοίχο. Ένα πανί, μια σημαία. Ροζ.
Ήξερε τι έλεγε ο κόσμος. «Το ‘χουν ξεφτιλίσει με την τέχνη τους». «Αν αυτό είναι φεμινισμός, να τον χαίρονται». «Δεν σέβονται τίποτα». Ήξερε και τι σήμαινε εκείνο το ροζ. Τα είχε διαβάσει όλα. Ονόματα. Δράστες. Πτώματα.
Δεν ήταν ωραίο έργο. Ήταν σκληρό, ακαλαίσθητο, τουλάχιστον για εκείνον. Φτιαγμένο από κομμάτια ρούχων. Ξέφτια και αίμα. Κάθε φορά που το κοιτούσε, του γύριζε το στομάχι. Μα ίσως έπρεπε. Ίσως αυτό ήταν το νόημα. Στο γραφείο τον ρώτησαν. «Εσύ τι λες;» Κούνησε τους ώμους. Ήθελε να πει πολλά, αλλά ήξερε ήδη το βλέμμα που θα έπεφτε πάνω του, ειρωνικό, βαρύ, κοροϊδευτικό. Δεν θα το άντεχε. Κι έτσι είπε απλώς: «Άσε, εντάξει… λίγο τραβηγμένο. Έχει καταντήσει της μόδας να προβάλλουμε τα πάντα».
Και μόνο που το ξεστόμισε, κάτι μέσα του μετακινήθηκε. Ήξερε πως δεν το πίστευε. Το είπε για να χωρέσει. Κι έγινε ένα με αυτούς. Ένα με την κοινή γνώμη. Αυτή που φωνάζει πρώτη και σκέφτεται τελευταία.
Θυμήθηκε τότε στο λεωφορείο. Ένα κορίτσι, γύρω στα δεκαεφτά. Κι ένας τύπος κολλημένος πάνω της, που κουνιόταν περισσότερο απ’ όσο δικαιολογούσε η κίνηση του οχήματος. Τριβόταν φανερά, χωρίς καμία ντροπή. Ο Νίκος το είδε καθαρά. Πήγε να του πει «τι κάνεις εκεί ρε μαλάκα;», αλλά δεν το έκανε. Σκέφτηκε πως θα γύριζε όλο το λεωφορείο να τον κοιτάει μετά. Ποιος είσαι εσύ, τι ανακατεύεσαι. Κι ύστερα, σιγά, υπήρχε και οδηγός. Άμα ήταν να γίνει φασαρία, ας το έβλεπε εκείνος.
Ένιωσε άβολα. Κατέβηκε στην επόμενη στάση, χωρίς λόγο. Το σπίτι ήταν μακριά. Περπάτησε σχεδόν μία ώρα. Τον κυνηγούσε αυτή η σιωπή. Όπως τώρα.
Και θυμήθηκε πως ήταν μόνος. Χωρίς σύντροφο, χωρίς παιδιά. Τι τον ένοιαζε στ’ αλήθεια; Ίσως μόνο η δική του ησυχία. Κι όμως, αυτή η σιωπή τον έπνιγε. Δεν μπορούσε άλλο να κάνει πως δεν βλέπει, δεν άκουγε.
Την επόμενη μέρα βρέθηκε να χτυπάει την πόρτα ενός κέντρου υποστήριξης κακοποιημένων γυναικών. Δεν ήξερε τι περίμενε αλλά ήξερε πως δεν ήθελε πια να μένει αδιάφορος, ως μέλος μιας κοινής γνώμης που ξεκρεμάει ροζ σημαίες, αλλά κρεμάει στα μανταλάκια των εφημερίδων ονόματα θυμάτων γυναικοκτονιών. Μια μόδα της καταδίκης που επιλέγει κούφια λόγια κι επιλεκτική αντίδραση. Δεν θα κρατούσε αποστάσεις. Όχι μπροστά στη βία, ούτε μπροστά στη σιωπή που την προστατεύει.
Ο Αλέξανδρος Αντωνίου γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και τα τελευταία (πολλά) χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία από επιλογή αλλά δεν ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και πάλι από επιλογή. Έχει τελειοποιήσει την τέχνη του tsundoku. Τον χειμώνα εντοπίζεται στις πρώτες σειρές καλών θεατρικών παραστάσεων, το καλοκαίρι στα πρώτα τραπέζια καλών ταβερνών της πατρίδας του της Λέσβου.
