Το διήγημα έλαβε το 2ο βραβείο στον 1ο διαγωνισμό διηγήματος των εκδόσεων Κομνηνός και συμπεριλήφθηκε στην έκδοση ΕΝΑΣ ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.
- Επιτέλους άνοιξε τα μάτια του…. Πεινάς; Θες νερό ; Τι θες ;
- Τσι….
- Τι ….
Έκλεισε τα μάτια του ξανά. Κι εκείνη του έπιασε το χέρι.
Χάραζε. Το κρύο πάγωνε και το νερό στο κιούπι. Σου έπεφτε ο τσεγνές![1] Κατέβηκε στο αποθηκάκι για ξύλα και ξανανέβηκε τέσσερεις φορές. Πέντε όροφοι. Κι είχαν τον τελευταίο. Σπίτι καινούργιο. Απαρτμάν[2] στο Tarlabaşı. Λεβαντίνικο με σκεπαστό μπαλκόνι. Καμάρωνε γι’ αυτό. Τι κι αν κάθε πρωί έκανε το πάνω – κάτω για ξύλα και για νερό στα κιούπια. Δεν τον ένοιαζε. Ψηλός και λεβέντης ήταν. Δυο – δυο τα ανέβαινε τα σκαλιά. Και μετά ντογρού[3] για το μαγαζί. Εικοσιπέντε χρόνια υδραυλικός. Εργαλεία δεν χρειάζονταν… είχε τα χέρια του∙γερά σαν τανάλιες. Και χρυσά. Με αυτά δούλευε, ψάρευε, ζύμωνε τα πασχαλινά τσουρέκια, έφτιαχνε κουπάκια από αγγούρι για τσίπουρο στα πικνίκ, χάιδευε τα παιδιά και τη γυναίκα του. Μόνο για καλό χρησιμοποιούσε τα χέρια του ο Γιώργης… τουλάχιστον μέχρι τώρα.
Ο Αλή, Τούρκος από την Ανατολή. Ψηλός, άγριος και άξεστος. Έμενε στο ισόγειο με την Αϊσέ. Κάθε που γύριζε απ’ τη δουλειά του τη φώναζε απ’ τη γωνία. Και κείνη κρύβονταν απ΄ το φόβο. Πάντα την έβρισκε. Την έβρεχε με το λάστιχο και μετά έτρωγε της… χρονιάς της. Τον Γιώργη τον σέβονταν και τον εκτιμούσε. Και η ώρα της απόδειξης πλησίαζε απειλητικά.
«Kibris turkdir»[6] έγραφε η αφίσα στην πόρτα του μαγαζιού του. Χίλα κομμάτια την έκανε και τα άγια χέρια άλλαζαν καθήκον, καθώς το παράλογο γίνονταν πια ρεύμα σκοτεινό και εκπεφρασμένη διαπίστωση.
Το βράδυ στο τραπέζι, άλλαζαν βλέμματα μαβιά και αναστεναγμούς σε κοντραμπάσο χαμηλό μέχρι που πήγαν τα παιδιά για ύπνο.
- Πρέπει να φύγουμε Γιώργη. Να πουλήσουμε το σπίτι και να πάμε στην Ελλάδα. Έμαθα στη Χαλκίδα είναι όμορφα. Έχει θάλασσα και τα σπίτια είναι φθηνά.
- Μην πανικοβάλλεσαι Μαρίκα. Θα περάσει κι αυτό. Πάντα έτσι γίνεται. Βάλε λίγα λεμπλεμπιά[7] απ’ το δίχτυ∙ και μια στάλα τσίπουρο. Όλο πιο κάτω το βρίσκω αυτό κάθε μέρα. Η μάνα σου το πίνει. Κοίτα… είχα βάλει σημάδι. Να το.
Γέλασαν πολύ. Είχαν ανάγκη από γητειά οι καρδιές. Να ξετεντώσουν σε πράξη απελευθέρωσης. Κι έφτιαχναν σκέψεις γιατρειές για να μετριάσουν το προαίσθημα. Όμως τα βλέμματα έστηναν αυτί και περίμεναν, αφουγκράζονταν την ψυχή που ακόνιζε τη σιωπή του φόβου και έχτιζε καταφύγια ελπίδας μάταιης, αόμματης και στέρφας.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Οι ήχοι της νύχτας ζωντάνευαν τις σκέψεις, ροκάνιζαν τα όνειρα αργά και με ρυθμό∙ όπως τα ποντίκια κάτω από το ξύλινο πάτωμα.
Το πρωί σηκώθηκε πρώτος. Ετοίμασε τα φαγητά και τα πεσκέσια στο δίχτυ. Έφυγαν με το πρωινό για τη Χάλκη. Η κυρά Θοδώρα τους περίμενε αξημέρωτα. Δεν είχε ακόμα συνηθίσει την απουσία τους. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα γύρισαν στην Πόλη. Κι έμεινε να κοιτάζει τη Θεολογική Σχολή στον απέναντι λόφο και να θυμάται τη γεύση του παγωτού στο ποτήρι που της έφερνε ο εγγονός της τρέχοντας από το Και για να μη λειώσει. Έτσι έτρεξε και σήμερα κοντά της. Να πάρει αγκαλιές και να ακούσει την πονεμένη και άρρυθμη καρδιά της.
Το ξυπόλητο βήμα του Γιάννου ακούγονταν από το κάτω σοκάκι. Πώς το πετύχαινε αυτό κανείς δεν ήξερε. Με το βρεμένο χαλί στον ώμο έφτασε στην αυλή και το άπλωσε να στεγνώσει. Λεφτά δεν πήρε. Ένα τσίπουρο ήθελε για αμοιβή∙ και μια ρωγμή ελπίδας στο βουβό τσούγκρισμα της γυάλινης κλεψύδρας. Αυτής που γέμισε με δάκρυα και σήμανε την ώρα του “επίσχες το ύδωρ”, που ανάσαινε δίπλα τους.
Τη Δευτέρα το πρωί η Αϊσέ χτύπησε την πόρτα τους.
Κρυφοκυττάζοντας πίσω από το κουρτινάκι της σάλας τους είδε ο Γιώργης το προηγούμενο βράδυ που σημάδευαν το σπίτι∙ και τους άκουσε… gâvurlar burda[10]. Γι’ αυτό και δεν έφυγε για το μαγαζί εκείνο το πρωί. Ούτε και η Μαρίκα τον ρώτησε. Άνοιξε το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας και τίναξε τα σεντόνια στο σοκάκι.
Όταν έπεσε η νύχτα, σπαρτάρησε η γη στο πέρασμά τους. Πληγώνονταν το δέρμα της σε κάθε πάτημά τους. Χαστούκι σε άρρωστο παιδί, σε γέρο ανήμπορο, πνοή ζωής στο χάος που κάνει την προστυχιά ευδαιμονία.
Πίσω από το κουρτινάκι της σάλας, έβλεπαν ξέπνοοι την επανάληψη των διωγμών του Συμβόλου της Πίστης, την μετάλλαξη του ανθρώπου σε ον κοπροφάγο και αδίστακτο, με έλλειμα ηθικό, φρενίτιδας εκπεφρασμένης, ενστίκτων σε άγρια εξέγερση.
Έξι ώρες κράτησε ο χαλασμός. Και ο κύκλος μόλις είχε ανοίξει. Όλο το βράδυ έμεινε και ο Αλί μπροστά απ’ την πόρτα του απαρτμάν. Φρουρός και άγιος προστάτης τους, έτοιμος να θυσιαστεί, ανοίγοντας έτσι μια πόρτα φωτός και στη δική του σκοτεινή φύση.
Git burdan. Defol. Gâvurlar yok burda[11] φώναζε όλο το βράδυ. Κι έκανε το κορμί του σιδερένια πύλη που έκλεισε απ’ έξω την κόλαση.
Για μέρες δεν βγήκαν απ το σπίτι. Κι ο Αλή έστελνε την Αϊσέ για τα απαραίτητα, ενώ εκείνος, ζωσμένος με την πανοπλία της καρδιάς του, γέμιζε το μικρό μπλε διχτάκι με τα χρειώδη σώματος και ψυχής.
Σιγά σιγά η ζωή πήρε πάλι το βήμα της. Μάζεψαν όλοι τα κουράγια τους και επέλεξαν να την ακολουθήσουν, ρίχνοντας κλεφτά βλέμματα στο πεπρωμένο.
Ο Γιώργης, άνοιξε πάλι το μαγαζί του. Η παλιά ταμπέλα του Τούρκου προκατόχου του, που όλο έλεγε να την αλλάξει αλλά πάντα το άφηνε για αργότερα, έσωσε την κατάσταση.
Η κυρά Θοδώρα ήρθε πια να μείνει μαζί τους∙ γιατί τη νύχτα εκείνη πληγώθηκε ανεπανόρθωτα η καρδιά της. Το επόμενο καλοκαίρι τους βρήκε πάλι στη Χάλκη. Κι ο Γιώργης με το τελευταίο βραδινό, γύριζε καθημερινά κατάκοπος, αλλά με το δίχτυ γεμάτο καλούδια, ενώ τα Σάββατα το μενού ήταν πάντα το ίδιο. Τσιπς, ρώσικη και αναψυκτικό.
Τις Κυριακές κατέβαιναν οικογενειακώς για μπάνιο απ’ το μεγάλο μονοπάτι του δάσους. Κι ο Γιώργης με τον Φραγκούλη, έπαιρναν τη βάρκα του Μπέμπη και πήγαιναν για ψάρεμα. Τα γέλια και τα πειράγματα δεν έλειπαν όταν γύριζαν με άδειο το καλάθι. Ήταν πολλά τα χρωστούμενα γιατί ο Γιώργης ήταν μεγάλος πλακατζής. Τους το φύλαξε λοιπόν το χουνέρι, και την επόμενη τους πρότεινε εκδρομή στην Πρίγκηπο με το πρώτο πρωινό για πικνίκ στον Αι Γιώργη τον Κουδουνά. Μα αυτός, με τη βάρκα του Μπέμπη έφτασε πρώτος και τους περίμενε κρυμμένος. Γέλασε με την ψυχή του όταν με μάτια γουρλωμένα προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιος τελικά ήρθε με το πρωινό. Και όταν η Χριστίνα πήγε να βάλει το μαγιό της, βρήκε ραμμένα τα μπατζάκια, με το Γιώργο να της φωνάζει να βγει επιτέλους από το παραβάν για να πάρουν σειρά.
Πέρασαν έτσι, λίγα ακόμα χρόνια. Η ζωή προχωρούσε κουτσαίνοντας μετά το τελευταίο ράγισμα, με βήμα αμφίβολο και διστακτικό, προσπαθώντας να μη μετρά το παράλογο, αλλά μη μπορώντας και να το σταματήσει. Ήταν άνοιξη του ’64 όταν η μουντάδα της αμφιβολίας σαν μαθητευόμενος ζωγράφος μουντζούρωσε τα χαμόγελα, και πιτσίλισε με μαύρο τις ψυχές τους.
Την πρώτη εβδομάδα του Ιούνη, διάβασε ο Γιώργης και το δικό του όνομα στην εφημερίδα «Απογευματινή της Πόλης». Και είχε το νούμερο 51. Νούμερο σημαδιακό μιας πραγματικότητας ξεγελάστρας που έφτυσε τα όνειρα κι έσκισε τις χρυσοποίκιλτες ψυχές σε παλιά κουρελοθέμια. Μια βαλίτσα ζωή ήταν ότι μπορούσε να πάρει. Δυο ήταν οι λέξεις που έκαναν τη διαφορά. Χριστιανός ορθόδοξος. Κι αν επέλεγε να τις αλλάξει θα έμεναν ανοιχτά τα λουκέτα του πεπρωμένου.
Κατέβασε η Μαρίκα τις βαλίτσες απ’ το πατάρι κι άρχισε να μαζεύει και να ξεχωρίζει. Τι χωράει και τι όχι απ’ τις συνήθειες και τους καιρούς που έγραψαν τη ζωή τους. Στοίβαξε ο Γιώργης στην εξώπορτα ό,τι μπορούσε να στείλει κρυφά στην Αθήνα με το τραίνο. «Ασυνόδευτα». Σαν και το μέλλον που τους περίμενε. Τρία χαλιά, τον κούκο, μερικά σκεπάσματα, τα ασημένια μαχαιροπίρουνα, το πορσελάνινο σερβίτσιο, την παλιά ραπτομηχανή που άνοιξε κρυφά τρύπες στα πόδια της και έκρυψε μερικές λίρες για τα πρώτα έξοδα. Λίγο πριν έρθουν οι χαμάληδες να τα πάρουν, έβαλε η Μαρίκα την τελευταία βελονιά στο κάλυμμα που έφτιαξε για το κλουβί του Φραγκούλη. Κι ήταν λες και γάζωνε τα δάχτυλά της. Τον πήρε απ’ το χέρι και ανέβηκαν στην ταράτσα. Άνοιξαν την πόρτα του μεγάλου κλουβιού κι άφησαν ελεύθερα τα καναρίνια και τις καρδερίνες. Κράτησε μόνο το λευκό. Προσπάθεια εξαγνισμού απ’ το γκρίζο και το σκοτεινό που τους έσφιγγε σα δίχτυ τις ζωές τους.
Σαρανταοκτώ ώρες είχαν μόνο στη διάθεσή τους για να εγκαταλείψουν ότι έζησαν κι αγάπησαν. Ντύθηκαν τα πιο καλά τους ρούχα, έκλεισαν τα παράθυρα να μην μπει σκόνη κι άφησαν σπίτι παστρικό και φώτα αναμμένα. Για να κυκλοφορούν άνετα οι αναμνήσεις τους χωρίς να σκοντάφτουν. Έδωσαν τα κλειδιά στον Αλή και απίθωσαν στους ώμους του ένα ακόμα φορτίο. «Πωλείται απαρτμάν σε τιμή ευκαιρίας». Πωλούνται ζωής ερείπια που χρήζουν ανακαίνισης.
Στο σπίτι του Μπέμπη πέρασαν την τελευταία νύχτα. Πρόβα τζενεράλε και για εκείνους. Στις 6.00 το πρωί άνοιξαν οι αγκαλιές, ξέσπασαν βροντές οι λυγμοί, που τόσες ώρες με λύσσα προσπαθούσαν να σπάσουν τα δεσμά της προσποίησης. Κι οι καρδιές έγραψαν αστραπές στης ζωής το καρδιογράφημα.
Δεν ανοιγόκλειναν τα μάτια όσο απομακρύνονταν το λεωφορείο. Έμεναν ανοιχτά και ξετύλιγαν νήμα αόρατο τεχνητής παράτασης εικόνων και στιγμών. Μνήμης γητέματα. Αναμνήσεων μπάλωμα ακούσιας φυγής. Προδεδικασμένης. Μέχρι που στέρεψαν του πόνου οι υδρορροές και έσπασαν σε τρίμματα γυαλιού που καρφώθηκαν στα κορμιά τους.
Ήταν μεγάλο το ταξίδι. Στην πρώτη μεγάλη στάση, άνοιξε ο Γιώργης το μαγικό διχτάκι του κι έβγαλε από μέσα τα Σαββατιανά. Τσιπς, ρώσικη και αναψυκτικό. Κάθισαν σε ένα απόμερο τραπεζάκι ξετύλιξαν από μέσα τους όλα τα κουβάρια της θλίψης και αγκάλιασαν σφικτά τα χέρια του Γιώργη. Προσπάθεια ενστικτώδους ζωοδότησης από την έμπειρη χρυσή ψυχή στα άπειρα σώματα.
Λίγες βδομάδες έμειναν στην αυλή της εξαδέλφης στην Πλατεία Κουμουνδούρου. Μέχρι να μάθουν τα γύρω γύρω και να βρει ο Γιώργης δουλειά. Και βρήκε. Κι όσα τρίμματα γυαλιού έβγαλε με πείσμα και υπομονή από πάνω του, άλλα τόσα μάζεψε και το αφεντικό και του τα κάρφωσε στη χούφτα με την πρώτη χειραψία. «Καλώς όρισες Τούρκε, εδώ θα δουλέψεις καλά». Και δούλεψε. Από το πρωί ως το βράδυ χωρίς ρεπό, άδειες και δικαιώματα. Σαν Τούρκος. Τούρκικο ήταν και το μεροκάματο. Bir para[12] τον πλήρωνε τον Γιώργη, και του φόρτωνε όλες τις χαμαλοδουλειές. Κοιτούσε αυτός τα σκονισμένα του παπούτσια, έσφιγγε τα δόντια και με μανία κάρφωνε τις πρόκες με τα χέρια του για να μην μιλήσει. Γέμιζε το μαγικό διχτάκι με τα λιγοστά καλούδια που μπορούσε να αγοράσει. Το είχε πάντα στην τσέπη του. Μετρούσε τα ψιλά του, κι όλο και κάτι έβαζε μέσα, στον γυρισμό για το σπίτι. Ευτυχώς ήρθαν και τα ασυνόδευτα. Το σκάσαν από τον έλεγχο, όπως οι άδικα καταδικασμένοι. Έτσι η Μαρίκα ξεκίνησε τη δουλειά στο σπίτι. Φασόν κουμπότρυπες σε αντρικά παντελόνια. Σαν αυτές που άνοιξαν στο παντελόνι της ξεγνοιασιάς και της περηφάνιας τους. Ζωή παρθένα πόρνη, που έριξε την τιμή της πριν το οδυνηρό βάτεμα.
Τα πρώτα Χριστούγεννα ήρθε με χαρά ο Γιώργης και μαζί με τα γιαγλίδικα[13] είχε και ένα κουτί στο διχτάκι του. Καινούργια μαχαιροπίρουνα. Μοντέρνα. από το Μινιόν. Καιρό τα κοιτούσε στη βιτρίνα. Και σήμερα, λόγω της ημέρας, πήρε γερό πουρμπουάρ. Όχι από το αφεντικό, αλλά από τον πελάτη. «Παρ’ τα μάστορα, να ‘χεις καλές γιορτές». Σαν μικρό παιδί χαμογέλασε ο Γιώργης όταν άνοιξε το κουτί. Όπως τότε που νιόπαντροι έστηναν τη ζωή τους από την αρχή.
Δυο μέρες πριν από τα γενέθλιά του, κι ενώ δούλευε κάτω από το λιοπύρι, ζαλίστηκε ο Γιώργης. Λύγισαν τα πόδια του και τα γερά του χέρια δεν μπόρεσαν να κρατήσουν το δίμετρο μπόι του. Έμεινε μια βδομάδα στο νοσοκομείο. Πέρασαν και τα γενέθλιά του με τα μάτια κλειστά. Που και που ξυπνούσε. Κοιτούσε για λίγο τη Μαρίκα και μετά τα ξανάκλεινε. Κάτι ψέλλιζε για λίγο και μετά βυθίζονταν στον ύπνο. Έτσι και σήμερα.
- Πεινάς ; θες νερό ; τι θες ;
- Τσ…..
Η Μαρίκα έσκυψε στο πρόσωπό του. και τότε άκουσε.
- Τσιπς, ρώσικη και αναψυκτικό.
Του κράτησε το χέρι, και σε λίγο ένοιωσε την παγωμένη ζεστασιά του.
Μετά από λίγες μέρες πήρε η Μαρίκα το πιστοποιητικό θανάτου του Γιώργη […Ετών 51. Χρονολογία θανάτου 20/5/1965. Ημέρα Τρίτην. Ώρα 1.30 Αιτία θανάτου Οξεία λευχαιμία…].
Περπατούσε στη θάλασσα με το χαρτί στην τσέπη και τα γυάλινα τρίμματα της ψυχή του στην καρδιά της. Και τον είδε. Στέκονταν ξυπόλητος στην ακροθαλασσιά. Στο ένα χέρι κρατούσε το διχτάκι του∙ και στο άλλο το μαγιό της Χριστίνας. Ξέσπασε σε γέλιο βροντερό.
Ανέβηκε στη βάρκα της μεγάλης καρδιάς του και ταξίδεψε στα νερά του Βοσπόρου. Ξάπλωσε δίπλα στην Αγία Τράπεζα, και ήσυχα κοιμήθηκε στα βαθιά νερά.
[1] Çene : Το σαγόνι στα Τουρκικά.
[2] Apartman : Το διαμέρισμα στα Τουρκικά.
[3] Doğru : Ίσια, ευθεία (κατευθείαν) στα Τουρκικά.
[4] Günaydın Yorgo efendim : Καλημέρα κύριε Γιώργο, στα Τουρκικά.
[5] Günaydın Ali bay : Καλημέρα κύριε Αλή, στα Τουρκικά.
[6] Kibris turkdir : Η Κύπρος είναι Ελληνική, στα Τουρκικά.
[7] Λεμπλεμπιά : Τα στραγάλια, από το Τουρκικό leblebi.
[8] Bayan Marika: Κυρία Μαρίκα, στα Τουρκικά.
[9] Merak etmeyin: Μην ανησυχείτε, στα Τουρκικά.
[10] Gâvurlar burda: Έχει αλλόθρησκους εδώ, στα Τουρκικά.
[11] Git burdan. Defol. Gâvurlar yok burda : Φύγετε από ΄δω. Ξεκουμπιστείτε. Δεν έχει αλλόθρησκους εδώ, στα Τουρκικά.
[12] Bir para: Για ένα νόμισμα, στα Τουρκικά. Δηλαδή σε εξευτελιστική τιμή.
[13] Γιαγλίδικα : Τα αλμυρά κουλουράκια, από την τουρκική λέξη yağlı που σημαίνει λιπαρός.
