ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
Φάνηκε ἡ παλιά ἐξέδρα,
ξύλο στό μάτι τῆς θάλασσας.
Ὁμίχλη μέ γλάρους στ’ ΄ἀνοιχτά
λαδοφάναρα στήν παραλία
στούς βράχους νεκροί πιλότοι θα μαζεύουν τις πυξίδες τους
κομμάτια από σπασμένα τιμόνια, διαλυμένα ὄργανα
-ὀσμή καμένου χόρτου.
Μαντεύω τό πρόσωπό μου
θα ξεκολλήσει σε λίγο ἀπ’ τόν βυθό
θ΄΄ ανέβει γεμάτο φύκια, ἀφρούς ἀπό χρυσάφι
μέ χείλη σκισμένα νά σέ βρεῖ
λέξεις πού ἔγιναν κοράλια τρυπᾶνε τά μάγουλα
τό μέτωπο ἔχει παντοῦ ξεφλουδίσει
θά τό διαβάσεις ὄμως σωστά μέσα στό πρωινό φῶς
φαίνονται καθαρά τά χρόνια, οἱ σημασίες
οἱ πληγές ἀπό τίς Ἃρπυιες
κόκκινες σημαδοῦρες ὑποταγμένα γυάλινα κύματα
τό πέλαγος μιά ὑποψία εὐλογίας
τό σῶμα ξέρει πῶς νά ἐπιζεῖ μέσα στίς θύελλες
νά κερδίζεται ξανά στή φύση
θέλει πίσω τά ὂνειρά του
ὃ,τι τοῦ στέρησαν δύσκολοι καιροί.
Μαντεύω το πρόσωπό μου
ἀνεβαίνει γεμάτο ἀστέρια τοῦ βυθοῦ
νά σφραγίσει τό δικό σου.
[ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1974-2023, ΣΩΜΑΤΩΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ, εκδόσεις ύψιλον/βιβλία 2025 και Γιώργος Βέης]
