ΧΩΡΙΣ ΠΟΔΗΛΑΤΟ
στόν Δημήτρη Νόλλα
Μέ περίμενε στήν πρώτη σειρά, λές κι ἦταν φτιαγμένο γιά μένα. Θά μοῦ ἔφτανε ἄνετα ὥς τή μέση, μέ τρεῖς ρόδες. Θά πρέπει νά ἤμουν γύρω στά πέντε, μᾶλλον ζωηρός ἀλλά ὄχι ἀπείθαρχος ἀπ’ ὅ,τι θυμοῦνται οἱ δικοί μου. Τό ξεχώρισα ἀμέσως. Δῶρο τῆς μητέρας μου ἀναπάντεχο, τό πρῶτο καί μοναδικό μου ποδήλατο. Οὔτε πού γύρισα νά τήν κοιτάξω, νά τήν εὐχαριστήσω. Ἀνέβηκα ἀμέσως στή σέλα μέ τήν αὐθορμησία πού ὑπαγορεύει τό θαῦμα, κι ἄρχισα ἐκεῖ τίς πρῶτες τολμηρές σέ σχέση μέ τήν ὁλοφάνερη ἀπειρία μου βόλτες. Τό μικρό κατάστημα ποδηλάτων, κοντά στήν κεντρική ἀγορά τῆς Καλλιθέας, ἔγινε ξαφνικά ἡ βαθιά, ἀνείπωτη χαρά.
Σέ λίγο δοκίμαζα τήν ἀντοχή μου στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ μας, στήν ὁδό Ἀθηνᾶς 61, κάτω ἀπό τόν ἴσκιο ἑνός ἐπιβλητικοῦ, πατρογονικοῦ πεύκου. Θυμᾶμαι ἀκόμα τήν ἔντονη μυρωδιά τοῦ μίνιου, τῶν ζωηρῶν χρωμάτων – κυριαρχοῦσε τό κόκκινο, ἦταν παντοῦ, στά πετάλια, στή σχάρα, στόν περιποιημένο σκελετό. Εἶμαι καί σήμερα βέβαιος, τώρα πού ξαναεπισκέπτομαι ἐκεῖνα τά πρωταρχικά βιώματα, ὅτι δέν εἶχαν προηγηθεῖ ἀπό τήν πλευρά μου συμβιβαστικές προτάσεις γιά λιγότερο παιχνίδι καί περισσότερο ὕπνο, οὔτε κάν ὑποσχέσεις γιά βελτίωση τῆς διαγωγῆς μου: ἦταν ἕνα ὑπέροχο ἀπόκτημα, πού ἐρχόταν στήν κυριολεξία ἀπό τόν χῶρο τοῦ μαγικοῦ.
Ἦταν ὁ πατέρας πού μέ βρῆκε νά κοιμᾶμαι στό τιμόνι ἀργά τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας. Ἐξαντλημένος ἀπό τήν πολύωρη περιφορά σ’ ἕνα παρατεταμένο, ἀληθινό παραμύθι, ἀφέθηκα ὑποχρεωτικά στίς φροντίδες τῶν γονιῶν μου. Ὅταν ξύπνησα, ἀναζήτησα μάταια τό ποδήλατο. Τό εἶχε ἐπιστρέψει ὁ πατέρας. Ἔμαθα πολύ ἀργότερα ὅτι εἶχε τρομοκρατηθεῖ ἀπό τό θέαμα τοῦ ἀνήμπορου, ἐξαιρετικά ἀδύνατου ποδηλάτη, πού κινδύνευε ἀπό στιγμή σέ στιγμή νά σωριαστεῖ στό πλακόστρωτο τῆς αὐλῆς. Ἡ ἀπαγόρευση, μόνο ἀπό τή μεριά τοῦ πατέρα μου, κράτησε πολλά χρόνια. Αὐτός ἄλλωστε ἦταν ὁ λόγος πού δέν ἔμαθα ποτέ ποδήλατο. Τό ἐνδιαφέρον μου περιορίστηκε ἀναγκαστικά στά στρατιωτάκια καί στούς χαρταετούς, πού δέν τους σήκωνα μόνο τήν Καθαρά Δευτέρα, ἀλλά πολλές ἄλλες ἡμέρες ὅταν πηγαίναμε ἐκδρομή στή Σαλαμίνα καί τό ἐπέτρεπαν φυσικά οἱ συνθῆκες. Μέ τόν καιρό ἔγινα εἰδικός τόσο στήν κατασκευή ὅσο καί στό πέταγμα τοῦ ἑξαγωνικοῦ χαρταετοῦ.
Ἔτσι, ὅταν βρέθηκα, γύρω στά τριάντα ἕξι μου, πρώτη φορά στήν πρωτεύουσα τῶν δώδεκα ἑκατομμυρίων ποδηλατιστῶν, τό Πεκίνο, ὅπου ἐπρόκειτο νά ζήσω τέσσερα χρόνια, οἱ χαρταετοί τῆς Πλατείας τῆς Οὐράνιας Γαλήνης ἀναπλήρωσαν ἀμέσως τό ἀναπόφευκτο κενό πού εἶχε δημιουργηθεῖ μέσα μου τίς πρῶτες ἡμέρες. Αὐτοσχέδιοι καί τυποποιημένοι φτερωτοί δράκοι, γεράκια, πολύχρωμες πεταλοῦδες, τεράστια φιλικότατα ἔντομα ἀλλά καί φαντασμαγορικοί κύβοι ἀνέβαιναν μαζί μου στόν σινικό οὐρανό, ἀναβιώνοντας τό ὄνειρο καί τίς ἐξαίσιες στιγμές μιᾶς μακρινῆς, ἀλλά ὄχι ταριχευμένης, παιδικότητας.
Ὁ χαρταετός ἰσοδυναμεῖ εντέλει γιά μένα μ’ ἕνα ἱπτάμενο ποδήλατο πού μπορῶ τουλάχιστον νά ἐλέγχω χωρίς νά κινδυνεύω καθόλου. Ἡ ἀσφάλεια πού θέλησε νά μοῦ προσφέρει ὁ πατέρας μου, πέτυχε: τό φανταστικό ποδήλατο εἶναι ἡ ἐγγύηση ἑνός σοβαροῦ, ἐπιτηδευμένου κάπως, ἀλλά διεξοδικοῦ, παιχνιδιοῦ. Ἄργησα νά τό καταλάβω, ἀλλά τώρα πιά τόν εὐγνωμονῶ. Ὅπου κι ἄν βρίσκεται.
(Γιώργος Βέης, Ποιήματα 1974-2023, Εκδ. Ύψιλον 2025, σ.333-335 Υστερόγραφα γης ]
