ΠΑΤΡΙΔΟΣ
Καταβοή και συγκατάβασις
Θυμάμαι το παιδί του σκοτωμένου, από Χίτη συγχωριανό μήνες νωρίτερα, να κρατά την ανάσα του πίσω από την αυλόπορτα του σπιτιού του. Θυμάμαι το φονιά να σέρνεται με την κοιλιά, κρατώντας χυμένα τα σπλάχνα του από την ΕΛΑΣίτικη χειροβομβίδα. Το φονιά να ζητάει βοήθεια στην αυλόπορτα, θυμάμαι, του θύματός του. Το αίμα, θυμάμαι, του φονιά να στραγγίζει στο ρείθρο της πόρτας του σκοτωμένου. Θυμάμαι το παιδί του ΕΛΑΣίτη άφωνο πίσω από την πόρτα ν’ ακούει του φονιά το ψυχορράγημα. Να μην ανοίγει την πόρτα.
* * *
Θυμάμαι την εκτελεσμένη δασκάλα. Το μαρτύριο του βιασμού της. Την κατηγορία κατασκοπίας που της φορτώσαν οι ΕΑΜίτες, θυμάμαι, πιστεύοντας ότι θα ξεφορτώνονταν τις ενοχές του βιασμού και της εκτέλεσης.
* * *
Θυμάμαι τον δωσίλογο, να φέρνει τους Γερμανούς στο χωριό του, στις 7 Ιουνίου 1944. Τη μάχη στο δασάκι του Αγίου-Ανδρέα, τη σφαγή των ΕΠΟΝιτών της μαχητικής ομάδας, θυμάμαι.
Τους ίδιους Ναζί να μακελεύουν το Δίστομο, τρεις ημέρες αργότερα.
Τον δωσίλογο, να εισπράττει τα λύτρα της προδοσίας, ως σύνταξη.
* * *
Θυμάμαι τον κανάγια να χωρίζει την κοπέλα που μόλις στεφανώθηκε, γιατί δεν τη βρήκε παρθένα. Τη χωρισμένη να τον παραφυλάει στο δρόμο. Τη χειροβομβίδα να σκάζει, θυμάμαι. Το μάτι του άντρα να χύνεται στο καλντερίμι. Την κοπέλα χωρισμένη σε υπολείμματα σάρκας, στις ξερολιθιές της μάντρας τριγύρω, θυμάμαι.
* * *
Θυμάμαι τα δυο τσοπανόπουλα να δίνουν όρκο αγάπης στο ξωκλήσι του Αγίου Ελισσαίου, στη λίμνη. Του κοριτσιού την κοιλιά να μεγαλώνει. Εκείνον να γίνεται του έρωτα κιοτής, θυμάμαι. Το κορίτσι, θυμάμαι, τα μαλλιά να κουρεύει, του αδερφού της τα ρούχα να ντύνεται, το πιστόλι να βάζει στη ζώνη. Εκείνον νεκρό να σωριάζεται απ’ της αγάπης το χέρι στην αγορά, θυμάμαι, τις συσπάσεις του προσώπου του στο φως της γκαζόλαμπας καθώς ξεψυχούσε.
Τη θυμάμαι στη φυλακή να γεννάει του εκτελεσμένου την κόρη.
Αυτή την κόρη, θυμάμαι, με την τύχη της μάνας της, όταν μεγάλωσε. Να στήνει καρτέρι στον δικό της προδότη, με το έμβρυο μέσα της.
Το βιτριόλι να πέφτει στα ρούχα του. Να μη βρίσκει το στόχο.
* * *
Θυμάμαι το γέρο να ζηλεύει τη νύφη του. Να βάζει λόγια στο εγγόνι του να βιάσει τη θεια του. Τον άντρα της βιασμένης με φίλους του χίτες να σκοτώνουν τον γιο του αδερφού του.
Θυμάμαι τους εκτελεστές να ενοχοποιούν τον μπιστικό, βαφτισιμιό του γέρου, για τον βιασμό και το φόνο. Τον μπιστικό να δικάζεται. Να μπαίνει στα σίδερα.
Τη βιασμένη, θυμάμαι, να εκτελούν οι αντάρτες αργότερα. Τον γέρο να πέφτει νεκρός από αθέλητη σφαίρα πιστολιού που κρατούσε άλλο εγγόνι του.
Τον αθώο ν’ αποφυλακίζεται, θυμάμαι. Να βάζει φωτιά στο σταλιό των διωκτών του. Των λαμπαδιασμένων προβάτων τα τελευταία βελάσματα, θυμάμαι.
Νεκρόν αντάρτη του εμφυλίου τον θυμάμαι, στη μάχη της Πάρνηθας.
* * *
Τους καταδότες, θυμάμαι, χαράματα, να ρίχτουν δυναμίτη στο παραθύρι του αστυνόμου. Τον κρότο της έκρηξης. Τα ξεφταλαγιασμένα κοκόρια. Τα τέσσερα κορίτσια του αστυνόμου μέσα στα αίματα. Το τίμημα των εσωτερικών αντιθέσεων της κρατικής και παρακρατικής εξουσίας.
* * *
Τον σκοτωμένο, θυμάμαι, να φέρνουν από το μαντρί πάνω σ’ ένα μουλάρι. Τον φονιά, αδερφό του, με χειροπέδες να περνούνε απ’ την πλατεία. Να τον φυλακίζουν στην Άμφισσα.
Το κουτσοχώραφο να μένει μπαΐρι. Στο σύνορο, για το οποίο σκοτώθηκαν, να μην υπάρχει κανένας ν’ αλλάξει τη θέση.
* * *
Δεμένη, γυμνή στη μουριά, μπροστά απ’ το σπίτι, τη θυμάμαι. Κι αυτόν, μεθυσμένο αιμομίκτη, να τη δέρνει με τη ζωστήρα. Στη λύπη και στο έλεος των περαστικών να την εγκαταλείπει. Να πέφτει ξερός στο κρεβάτι.
Να την παίρνουν οι χωροφύλακες, θυμάμαι. Ένας να κρατάει το ματωμένο τσεκούρι.
* * *
Θυμάμαι το θύμα και το θύτη.
Το θύτη ως θύμα,
και το θύμα ως θύτη,
θυμάμαι.
Τη μαύρη μοίρα
των Λαβδακιδών του χωριού μου,
θυμάμαι.
[από τη συλλογή Από μνήμης, Μελάνι, 2010]
Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης γεννήθηκε το 1951 στη Δεσφίνα Φωκίδος. Εργάστηκε στη χημική βιομηχανία. Εξέδωσε εννέα ποιητικά βιβλία, ένα βιβλίο πρόζας, καθώς και ένα βιβλίο ιστορικής έρευνας για τη Σφαγή στο Δίστομο το 1944, για το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Χρονικού – Μαρτυρίας το 2011. Η ποιητική συλλογή του Πλησμονή οστών βρέθηκε στη Βραχεία Λίστα του Κρατικού Βραβείου Ποίησης 2019. Στη σειρά του Ιδρύματος Σινόπουλου «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης», εξέδωσε έναν τόμο για την ποίηση του Τίτου Πατρίκιου. Επιμελήθηκε, από το 2014, πέντε Ανθολογίες ελληνικών ποιημάτων. Μετείχε στη σύνταξη της έντυπης εφημερίδας Book Press. Μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά και αλβανικά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον (Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας 2014). Μετείχε στην Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Παιδικής Λογοτεχνίας. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Τελευταίο του βιβλίο «Εκ Φύσεως….» (θράκα, 2025).
