Επιλογή Σελίδας
Αρχική 9 Κείμενα 9 Πεζά 9 Γιώτα Ταχταρά, Το µαντήλι

Γιώτα Ταχταρά, Το µαντήλι

από | Ιαν 7, 2026 | Πεζά, Κείμενα

Ο µπαµπάς µου φορούσε κουστούµι µε γιλέκο και ζητούσε ένα σιδερωµένο µαντήλι για την

τσέπη του. Η µαµά µου έβαφε τα νύχια της µέσα στο αυτοκίνητο, άσπρο περλέ για να γυαλίζουν,

ψέκαζε τη λακ µε έµπειρες κινήσεις χωρίς να χρειάζεται καθρέφτη, και όταν γκρινιάζαµε για τη

µυρωδιά µας κατσάδιαζε ότι αυτή έπρεπε να µας ετοιµάσει όλους και δεν προλάβαινε να

ασχοληθεί µε τον εαυτό της. Οδηγούσαµε σε εκκλησίες και γλέντια και τραπέζια και

χοροεσπερίδες, χανόµασταν πάντα και ρωτούσαµε στο δρόµο, µου άρεσε αυτό το στάδιο του

ταξιδιού, σαν να ήξεραν όλοι που πηγαίναµε και µας καθοδηγούσαν, ανάποδες σειρήνες που

τραγουδούσαν για να φτάσουµε στον προορισµό µας.

Τα παιδιά καθόµασταν στην άκρη, ξεχωριστά τραπέζια και συζητήσεις, µέχρι να έρθει το φαγητό

παίζαµε κυνηγητό, έτρωγα τα µούτρα µου µε τα καινούρια λουστρίνια που γλιστρούσαν. Όταν

ίδρωνα πολύ πήγαινα στη µαµά µου για νερό και εκείνη µου έλεγε πως έχω κάνει το φόρεµά µου

πατσαβούρι, έγερνε ποτήρια πάνω σε υφασµάτινες πετσέτες και καθάριζε το πρόσωπό µου από

την σκόνη. Ο µπαµπάς µου γελούσε δυνατά µε τους φίλους του, έριχνε το κεφάλι του πίσω και

χτύπαγε το γόνατό του µε δύναµη, τσούγκριζε το ποτήρι του και περίµενα για λίγο µήπως µε

πάρει το µάτι του και µε φωνάξει, έλα εδώ παλικαρούνα µου έλεγε και σήκωνε τα µαλλιά που

µου είχαν πέσει στα µάτια κάτω από την στραβωµένη στέκα, το χέρι του τεράστιο πάνω στο

πρόσωπό µου, µια ασπίδα που µε προστάτευε και µε τρόµαζε ταυτόχρονα. Με κρατούσε για λίγο

κοντά του πριν µε στρίψει γύρω από τον εαυτό µου και µε στείλει πάλι πίσω στα άλλα παιδιά.

Μετά το φαγητό άρχιζε ο χορός, ανάλαφρα συρτά και καλαµατιανά, µέχρι να περάσει η ώρα και

να βαρύνουν τα ηπειρώτικα και καγκέλια, αυτά ήταν τα αγαπηµένα του µπαµπά µου και

χορεύαµε µερικές φορές µαζί και καµάρωνα γιατί κανένας άλλος πατέρας δεν µάθαινε στην

κόρη του να χορεύει τους αντρικούς χορούς. Όταν ερχόταν το τσάµικο µε έστελνε στο τέλος “για

να µην µε χτυπήσουν” και πήγαινε στην αρχή του κύκλου. Στην παύση έβγαζε το µαντήλι του

και το ξεδίπλωνε µε µια κίνηση σαν ταχυδακτυλουργός και το έδινε στον πρώτο να κρατηθεί.

Ήταν ο χορός τους και µε άφηνε να είµαι κι εγώ εκεί, έστω και περιφερειακά, είχα µάθει όλα τα

βήµατα στο σχολείο, µετρούσα από µέσα µου όπως η δασκάλα, αλλά δεν ήξερα τι να κάνω όταν

ο πρώτος άρχιζε τις φιγούρες και µας κρατούσε όλους στάσιµους, χαµήλωνε µέχρι που κρεµόταν

από το µαντήλι, το ένα πόδι λυγισµένο και το άλλο στον αέρα, έφερνε κύκλους πατώντας στην

φτέρνα, ο µπαµπάς µου στερέωνε τον αγκώνα του στα πλευρά του και τον στήριζε, µικρές

χάντρες ιδρώτα στους κροτάφους του. Στο τέλος αγκαλιάζονταν και ήξερα πως σε λίγο θα

φεύγαµε, αλλά µερικές φορές καθόµασταν κι άλλο και τότε η µαµά µου ένωνε δυο καρέκλες

δίπλα της και µε άφηνε να κοιµηθώ εκεί, ξεφυσώντας τον καπνό της ψηλά πάνω από το κεφάλι

µου.

Ξυπνούσα για λίγο όταν µε σήκωνε ο µπαµπάς µου να µε βάλει στο αυτοκίνητο και έσφιγγα τα

µάτια µου να κλείσουν περισσότερο για να µην καταλάβει ότι µπορώ µια χαρά να περπατήσω

µόνη µου. Στην επιστροφή οι γονείς µου ψιθύριζαν για όσα είδαν και έµαθαν, για τους

γνωστούς, φίλους και συγγενείς, τα ρούχα τους, τα νέα τους, και λίγο πριν φτάσουµε σπίτι η

µαµά µου ρωτούσε αν ο µπαµπάς µου θυµήθηκε να πάρει το µαντήλι του. Ποτέ δεν το θυµόταν.

Εκείνη για λίγο θύµωνε και του έλεγε ότι είναι ακριβά και δεν µπορεί να τα σκορπάει έτσι κι

εκείνος την αγκάλιαζε µε το δεξί χέρι και κρατούσε το άλλο στο τιµόνι, της χάιδευε τα µαλλιά

εκεί που ξεκινούσε ο κότσος της, και έµεναν έτσι µέχρι να χρειαστεί να αλλάξει ταχύτητα.

Είχαµε προσκλήσεις σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο και η µαµά µου σηµείωνε σε ένα τετράδιο

ποιο φόρεµα έβαζε σε κάθε εκδήλωση για να µην επαναλάβει την εµφάνιση στα ίδια σόγια. Οι

ετοιµασίες µύριζαν άφτερ σέιβ και µέριτο, ο µπαµπάς µου σφύριζε αγαπηµένα τραγούδια

µπροστά στον καθρέφτη, ο ήχος της ξυριστικής στην πορσελάνη κρατούσε το ρυθµό, και η µαµά

µου ξεφυσούσε σαν το ατµοσίδερο που κρατούσε στα χέρια της. Ίδρωνε µες στο κατακαλόκαιρο

αλλά τα ρούχα µας έπρεπε να είναι κολλαριστά, µε µυτερές πιέτες, σαν πανοπλία. Στην πόρτα ο

µπαµπάς µου ζητούσε πάντα το µαντήλι του, αυτό που θα ξεχνούσε µετά από λίγες ώρες και

συχνά αναρωτιόµουν τι το έκαναν αυτοί που µένανε να καθαρίσουν µετά τα γλέντια,

καταλάβαιναν άραγε ότι είναι ακριβό, ότι είχε ξεκινήσει έτσι σκληρό και λείο πριν τσαλακωθεί

στο κέφι, πριν παλιώσει, γεµίσει ζάρες και έρθει η ώρα να το πετάξουν; Ήξεραν άραγε ότι στα

καλύτερά του µπορούσε να γίνει στήριγµα, να κρατηθεί κάποιος πάνω του ενώ δοκίµαζε την

ισορροπία του µε ριψοκίνδυνες φιγούρες, ένιωθαν βαθιά µέσα τους πόσο σηµαντικό ήταν;

Οι προσκλήσεις του σαββατοκύριακου άρχισαν να αραιώνουν εκεί κάπου στο γυµνάσιο και µετά

από λίγο βαριόµουν να τους συνοδεύσω και σε αυτές που δέχονταν. Δεν επέµεναν άλλο, δεν

µπορούσαν να µε στριµώξουν µέσα σε κολλαριστά φορέµατα και δεν τους άρεσαν αυτά που

διάλεγα εγώ, δεν τους άρεσε τίποτα από όσα έκανα εκείνο τον καιρό, µε άφηναν πίσω και όλοι

ήµασταν ανακουφισµένοι που δεν έπρεπε να υποκριθούµε µπροστά σε τόσο κόσµο. Μόνο όταν

τους έβλεπα στην πόρτα, λίγο πιο σκυφτούς, τα ρούχα τους λίγο πιο φαρδιά απ’ ό,τι θυµόµουν,

µόνο τότε ένιωθα µικρά τσιµπήµατα και σκεφτόµουν ότι δεν θα µε σκότωνε κιόλας να χορέψω

µια ακόµα φορά µαζί τους. Οι τύψεις µου κρατούσαν λιγότερο και από τις εξόδους τους, γύριζαν

νωρίς, ποτέ ευχαριστηµένοι, ποτέ κοκκινισµένοι από το κρασί και το γλέντι, όλα είχαν αλλάξει

µε τα χρόνια, τα µικρότερα ανήψια τους, τα παιδιά των φίλων τους, ήθελαν άλλη διασκέδαση,

άφησαν τις εκκλησίες και τα τραπέζια και πήγαν στα δηµαρχεία και τα κοκτέιλ, δεν τους

εξαντλούσε το κέφι όπως θυµόµουν, µόνο η υποχρέωση, σχολίαζαν τη µουσική, το φαγητό, τα

ρούχα, τίποτα δεν ήταν όπως παλιά. Στο τέλος ο µπαµπάς µου γυρνούσε σπίτι και παρατούσε το

µαντήλι του σιδερωµένο, ένα τέλειο τετράγωνο, τακτοποιηµένο εκεί που άδειαζε τις τσέπες του

από τα χρήµατα και τα κλειδιά, κανείς δεν χρειάστηκε να κρατηθεί απόψε, κανείς δεν γκρίνιαξε

που το ξέχασε.

“Μην ξεχάσεις το µαντήλι του” µου είπε, τα ρούχα της, τα µαλλιά της, όλα λάθος, µου έδωσε το

κουστούµι του στην κρεµάστρα, “πρέπει οπωσδήποτε να του βάλουν ένα µαντήλι µαζί”. Δεν

ξεφυσούσε στις προετοιµασίες εκείνη τη µέρα, µόνο ρουφούσε, µύξες και ανάσα, λες και

χρειαζόταν αέρα για να τα βγάλει πέρα, όσο περισσότερο αέρα γινόταν. Πήγα το κουστούµι του

και τους ζήτησα να τον δω. Μου είπαν ότι δεν έχει έρθει ακόµα η σωρός και ένιωσα µια

περίεργη τρυφερότητα, τον φαντάστηκα µόνο του κάπου στα σκοτεινά, ασυνόδευτος, χωρίς τους

ανθρώπους του, από την εντατική στο ψυγείο και µετά σε ένα υπόγειο, να τον ντύνουν, να τον

πουδράρουν, να του γεµίζουν τα µάγουλα βαµβάκια από µέσα για να µην φανεί τροµακτικός.

Μου έδειξαν φωτογραφίες από σταυρούς και στεφάνια µε τριαντάφυλλα, λευκά όλα,

καλοσιδερωµένες κορδέλες από κάτω, στον αγαπηµένο µου πατέρα, ή κάτι τέτοιο, τίποτα δεν

είχε σηµασία, µόνο να θυµηθούν αυτό που τους ζήτησα.

Φτάσαµε σ’ αυτήν την εκκλησία πριν από τους άλλους, χωρίς οδηγίες ή βοήθεια στο δρόµο από

περαστικούς, ήρθε το φέρετρο και το άνοιξαν µπροστά µας. Ήταν ακόµα κρύος, σκληρός, ο

ώµος του ακούνητος, ήθελα να σηκώσω το χέρι του και να το βάλω µια ακόµα φορά στο

πρόσωπό µου αλλά φοβόµουν µην σπάσει, αντί αυτού έφτιαξα τα δικά του µαλλιά, τα άσπρα

στην κορυφή του κεφαλιού του, ένιωθα τους πάντες να µε κοιτάνε, “σου είχε τόση αδυναµία”

είπαν οι ξαδερφάδες του, τον θυµούνται µικρό να σκαρφαλώνει στην συκιά και εγώ όρθιο να

µου γελάει, κανένας µας εκεί µέσα δεν µπορούσε να ταιριάξει αυτό που βλέπαµε µε τις εικόνες

στο µυαλό µας.

Κανείς δεν σου λέει εγκαίρως ποιο γλέντι θα είναι το τελευταίο που θα πας, ποιος θα είναι ο

τελευταίος χορός που θα σε κάνει να χτυπήσεις τα πόδια σου κάτω µε φόρα, το τελευταίο

τραπέζι που θα γελάσεις δυνατά ρίχνονας το κεφάλι πίσω. Κανείς δεν σε προειδοποιεί για τα πιο

απλά πράγµατα, τα συρτάρια που µένουν κλειστά, γεµάτα γραβάτες και µαντήλια, για την

ξαφνική ησυχία που κάνει το σπίτι, σαν να ξέρει ότι κάθε τρίξιµο, κάθε σωλήνας που θα

χτυπήσει απροειδοποίητα είναι ασέβεια. Δεν θα έχουµε µουσική για τουλάχιστον ένα χρόνο.

Μόνο κλήσεις από συγγενείς και φίλους, όλοι αυτοί που κάποτε χόρευαν µαζί, τους θυµάµαι,

έχω στο µυαλό µου το γέλιο τους και τις φιγούρες τους όταν άρπαζαν την άλλη άκρη του

µαντηλιού, και τώρα στο τηλέφωνο είναι σιωπηλοί, δεν ξέρω τι να πω ρουφάνε κι αυτοί τις

µύξες τους.

Κοιτάω τη µητέρα µου που κρατάει το τηλέφωνο στο χέρι, αυτό το τηλέφωνο που της πήρε τόσο

καιρό να µάθει να χρησιµοποιεί αδέξια, τη θυµάµαι να χώνει έναν µπικ στυλό στην παλιά µας

συσκευή στο σαλόνι, γιατί είχε πάντα µακριά νύχια, περλέ, γυαλιστερά, και δεν µπορούσε να

στρίψει το καντράν, κάποιος µόλις την είχε πάρει να µιλήσει, χωρίς να ξέρει τι να πει, το µυαλό

όλων µας ένα βαµβακερό λευκό κενό, χωρίς λέξεις. Σφίγγεται το στοµάχι µου όπως την κοιτάω,

µου φαίνεται µικροσκοπική και µυτερή σαν πιέτα, δεν έχω πια µπαµπά σκέφτοµαι, δεν µπορώ να

ξαναπώ καθηµερινές εκφράσεις, όπως “πάω στο σπίτι των γονιών µου”, ο πληθυντικός δεν µου

ανήκει άλλο. Σηκώνοµαι να τρέξω στο µπάνιο αλλά δεν προλαβαίνω, βάζω τα χέρια µπροστά

σαν προστατευτικό και κάνω εµετό στο πάτωµα του διαδρόµου, απλώνεται σαν κόκκινο κρασί

σε µαντήλι λευκό, τρέχει κι εκείνη από πίσω µου, ακόµα κρατώντας το τηλέφωνο, και µου τρίβει

την πλάτη µε το άλλο χέρι, µην ανησυχείς, µην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά.

[ αναδημοσίευση από το fractal.gr, με την άδεια της συγγραφέως]

ΗΓιώτα Ταχταρά σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και δημοσιογραφία στο Λος Άντζελες. Από το 2002 γράφει, μεταφράζει και επιμελείται κείμενα σε γυαλιστερές σελίδες (Cosmo, Marie Claire, BHMAdonna, Madame Figaro, Γυναίκα, Vogue), διηγείται ιστορίες (The Books’ Journal, Fiction Writers Review, Translating Michigan) και τα τελευταία δύο χρόνια οργανώνει την επικοινωνιακή στρατηγική των τμημάτων American Culture και Comparative Literature στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Το 2024 κυκλοφόρησε η νουβέλα της Οκτώ Λεπτά, από τις εκδόσεις Ενύπνιο https://www.enipnio.gr/products/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B1%CF%87%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%AC-%CE%BF%CF%87%CF%84%CF%8E-%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%AC

error: Content is protected !!