Το θεατρικό έργο «Η Διαθήκη», αποτελεί ένα δυνατό σχόλιο πάνω στα τραύματα που κληρονομούμε (και κληροδοτούμε) στον στενό οικογενειακό πυρήνα. Η συγγραφέας, Άννα Ετιαρίδου, εστιάζει στις σχέσεις γονιών-παιδιών, τον ναρκισσισμό, την τοξικότητα και την ενδοοικογενειακή ψυχολογική κακοποίηση. Το σκηνικό στήνεται γύρω από μια οικογενειακή σύναξη, όπου τα τέσσερα παιδιά βρίσκονται αντιμέτωπα με όλα όσα πάλεψαν για χρόνια να αποφύγουν, καθώς οι αναμνήσεις ξεπηδούν βίαια, βάζοντας φωτιά στην επίφαση της οικογενειακής κανονικότητας.
Στο επίκεντρο αυτής της εμπόλεμης ζώνης βρίσκεται το ψυχολογικό προφίλ των γονιών, και πιο συγκεκριμένα μιας μητέρας με βαριά ναρκισσιστική διαταραχή, που διεκδικεί τον ρόλο της απόλυτης «βασίλισσας», κι ενός πατέρα άβουλου, ανεκτικού και αδύναμου. Αυτό το νοσηρό περιβάλλον έχει αφήσει το δικό του, ξεχωριστό αποτύπωμα σε καθέναν από τους χαρακτήρες των τεσσάρων παιδιών. Ανατέμνοντας αυτά τα τραύματα, η πένα της Ετιαρίδου αποδεικνύεται δυνατή και καυστική, ικανή να αναμοχλεύσει τα σκοτεινά σημεία της γονεϊκής αγάπης και το βάρος που φορτώνεται στις πλάτες των παιδιών σαν ένα βαρύ γονεϊκό κληροδότημα.
Αυτή την κλειστοφοβική και γεμάτη εντάσεις συνθήκη καλούνται να διαχειριστούν σκηνοθετικά και ερμηνευτικά οι συντελεστές της παράστασης. Ο σκηνοθέτης, Κώστας Δελακούρας, έχει καταφέρει να συντονίσει επιδέξια τα μέλη του θιάσου, διατηρώντας αμείωτο τον ρυθμό καθ’ όλη τη διάρκεια των 110 λεπτών. Οι ηθοποιοί (Δ. Αντωνιάδης, Γ. Παπανικολάου, Γ. Μιχαλόπουλος, Κ. Δελακούρας, Α. Ετιαρίδου, Ε. Ευαγγελάτου, Γ. Γερωνυμάκης, Χ. Μωρόγιαννη) ισορροπούν με επιτυχία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό, αποδίδοντας την ψυχολογική πίεση, τις ενοχές και τα απωθημένα τους με τρόπο που «τρυπάει» τον θεατή. Παράλληλα, καταλυτικό ρόλο παίζει και η πρωτότυπη μουσική του Μανώλη Μπονιάτη. Καθώς πρόκειται για έργο με έντονες ψυχολογικές διακυμάνσεις, συγκρούσεις και θαμμένα τραύματα που έρχονται βίαια στην επιφάνεια, η μουσική επένδυση ντύνει ιδανικά τις εντάσεις και υπογραμμίζει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της τοξικής οικογενειακής εστίας.
Η «Διαθήκη» της Ετιαρίδου είναι σχεδιασμένη ακολουθώντας το κλασικό μοτίβο του «Θεάτρου Δωματίου», προσαρμόζοντας τις συμβάσεις του παραδοσιακού αστικού/οικογενειακού δράματος στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Η δράση περιορίζεται αυστηρά στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού, το οποίο σταδιακά μετατρέπεται στο σκηνικό όπου δικάζεται ολόκληρος ο θεσμός της Οικογένειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι επιρροές από κλασικά έργα του είδους, αν και οργανικά ενταγμένες στη δραματουργία, σε σημεία είναι πέρα από προφανείς. Όπως ακριβώς η Αμάντα στον Γυάλινο Κόσμο του Τένεσι Ουίλιαμς πνίγει τα παιδιά της μέσα από τις δικές της ματαιώσεις, έτσι και εδώ αναδύεται η μορφή της «μητέρας-αράχνης», δημιουργώντας έναν καταπιεστικό κλοιό που κρατά τα παιδιά συναισθηματικά ανάπηρα και εγκλωβισμένα, ακόμα και ως ενήλικες. Η ίδια θεματική της μητρικής τοξικότητας και της απόρριψης του παιδιού στον βωμό του γονεϊκού «εγώ» παραπέμπει έντονα στη Φθινοπωρινή Σονάτα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, φωτίζοντας τη σκληρή αλήθεια πως η γονεϊκή αγάπη ενίοτε εργαλειοποιείται, λειτουργώντας ως ένας αδίστακτος μηχανισμός συναισθηματικής εξόντωσης. Παράλληλα, δομικά, το έργο συνομιλεί ξεκάθαρα με το Μακρύ Ταξίδι της Μέρας μέσα στη Νύχτα του Ευγένιου Ονίλ. Ο κλειστός χώρος λειτουργεί ως χύτρα ταχύτητας όπου, με αφορμή ένα πρακτικό ζήτημα -εδώ τη διαθήκη- τα μυστικά και οι αλληλοκατηγορίες δεκαετιών εκρήγνυνται, με τον πατέρα να παραμένει -όπως και στον Ονίλ- μια φιγούρα προβληματική και συνένοχη μέσα από την ανοχή της.
Το έργο κατορθώνει να σταθεί με αξιοπρέπεια απέναντι στις καταβολές του και σε μεγάλο βαθμό να πετύχει τις επιδιώξεις του. Εκεί που παρουσιάζει τις όποιες αδυναμίες του είναι εξαιτίας του λεκτικού πληθωρισμού και της υπερβολικής αναλυτικότητάς του, που προκύπτουν από την ανάγκη να δοθεί φωνή σε τόσα πολλά πρόσωπα. Σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, η πραγματική ένταση κρύβεται πάντοτε στο υποκείμενο, σε αυτά που εννοούνται χωρίς να λέγονται. Η επαναλαμβανόμενη χρήση φορτισμένων φράσεων συχνά προδίδει μια ανασφάλεια του ίδιου του κειμένου. Η διαχείριση της οικονομίας του λόγου και η αποφυγή των μακροσκελών, επεξηγηματικών μονολόγων είναι ένα διαρκές στοίχημα, καθώς το θέατρο δωματίου απαιτεί αυστηρή οικονομία. Οκτώ χαρακτήρες (οι γονείς, τα τέσσερα παιδιά, η σύζυγος ενός εκ των τέκνων και ο γείτονας) σε έναν περιορισμένο σκηνικό και χρονικό καμβά, δημιουργούν αναπόφευκτα στιγμές δραματουργικής ασφυξίας. Όταν ο διαθέσιμος χρόνος μοιράζεται σε τόσα πολλά πρόσωπα, οι ήρωες κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλά «σύμβολα», υπονομεύοντας την επαρκή ανάδειξη του προσωπικού τους βιώματος. Επιπλέον, ο διαρκής αγώνας για «χρόνο ομιλίας» στερεί από την παράσταση εκείνες τις αναγκαίες στιγμές σιωπής -που πολλές φορές μιλούν πολύ πιο ηχηρά από τις λέξεις- οι οποίες θα μπορούσαν να κορυφώσουν την ένταση.
Παρόλα αυτά, η «Διαθήκη» παραμένει μια παράσταση που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς. Καταφέρνει να αγγίξει ευαίσθητες χορδές, να προβληματίσει και να καθρεφτίσει παθογένειες γνώριμες, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον. Αποτελεί μια ειλικρινή κατάθεση ψυχής και μια δυνατή θεατρική εμπειρία η οποία, παρά τις όποιες δραματουργικές της υπερβολές, ρίχνει φως σε σκοτεινές οικογενειακές γωνίες και, φεύγοντας, αφήνει στον θεατή άφθονη τροφή για σκέψη.
Παραστάσεις: Κάθε Σάββατο 21:00 , Κάθε Κυριακή 20:00
Θέατρο Βαφείο – Λάκης Καραλής
Κωνσταντινουπόλεως 115 & Αγίου Όρους 16, Κεραμικός
