Ξεδιπλώνω τα πέπλα της Φαντασίας. Υπολογίζω μέτρα και διαστάσεις. Εκείνη, πίνει τον καφέ που της σέρβιρα και κοιτάζει με ανυπομονησία τα χέρια μου, όπως απλώνουν τα μακριά λευκά υφάσματα πάνω στον καναπέ του σαλονιού. Η μυρωδιά της κλεισούρας και της ναφθαλίνης που αναδύεται είναι τόσο έντονη που βάζω αντανακλαστικά το χέρι μπροστά στη μύτη μου. “Λοιπόν;” μου λέει εκείνη με προσμονή. “Λοιπόν”, της απαντώ εγώ, “αν εξαιρέσεις την απαίσια μυρωδιά, το ύφασμα είναι υπέροχο και σε άριστη κατάσταση. Είναι εντυπωσιακό, τόσα χρόνια κλεισμένο σ’ αυτή τη βαλίτσα και δεν έχει κιτρινίσει, είναι ακόμα κατάλευκο και δεν είναι καν τσαλακωμένο.” Πιάνω με τα δύο χέρια ένα κομμάτι, το σηκώνω σαν σεντόνι και το τυλίγω γύρω μου. Είναι σαν μετάξι, το ίδιο απαλό και μαλακό, αλλά πιο βαρύ. Έχει μια ελαφριά διαφάνεια, τόση ώστε ίσα ίσα να περνάει το φως και να διαγράφεται ότι βρίσκεται από κάτω. Δεν τα φτιάχνουν πια έτσι, σκέφτομαι χαμογελώντας. Αφήνω το ύφασμα στον καναπέ και γυρίζω στην κάτοχό του. “Είμαστε σύμφωνοι, θα το κρατήσω. Πες μου τώρα τι θα φτιάξουμε για σένα”. Η Σία, από το Φαντασία, ακουμπάει πάνω στο τραπέζι μια σακούλα με κάποιο ύφασμα και μια τυπωμένη φωτογραφία από κάποιο διαδικτυακό περιοδικό μόδας. “Αυτό” μου λέει. “Οικονομικά, είμαστε εντάξει;”. Κοιτάζω τη φωτογραφία και μετά κοιτάζω τα πολλά μέτρα εξαιρετικού κατάλευκου υφάσματος που είναι απλωμένο στον καναπέ μου. Της φτιάχνω το φόρεμα, μου χαρίζει το ύφασμα. Δίκαιη ανταλλαγή, θα μπορούσα να φτιάξω παραπάνω από ένα, μοναδικά κομμάτια με αυτό. “Ναι, είμαστε εντάξει” της λέω. “Έλα την Παρασκευή για πρόβα”. “Υπέροχα!” μου λέει, “σ’ ευχαριστώ πολύ!” Σηκώνεται, παίρνει την τσάντα της, χαιρετιόμαστε και φεύγει. Η φίλη μου με το περίεργο όνομα που τελικά ή προέλευσή του δεν έχει τίποτα το περίεργο. Πολύ απλά, Φαντασία έλεγαν τη γιαγιά της κι απ’ ότι μου εξήγησε, η καταγωγή της οικογένειάς της είναι από κάποιο ορεινό μέρος της Ελλάδας όπου, τα παλιά τα χρόνια, αυτό το όνομα συνηθιζόταν. Κλείνω την πόρτα πίσω της, κάθομαι ξανά στο τραπέζι και ξεκινώ να σχεδιάζω ένα λευκό, μακρύ, ονειρεμένο φόρεμα.
Ανοίγω τα μάτια μου και πετάγομαι από το κρεβάτι. Μέσα στον ύπνο μου έχω συνειδητοποιήσει πως έχω αφήσει το ύφασμα, απλωμένο και εκτεθειμένο, στο έλεος του γάτου μου του Ριγκολέττο. Τρέχοντας προς το σαλόνι και σκουντουφλώντας μέσα στη νύχτα, ήδη τον κάνω εικόνα να χώνει τα νύχια του στο ημιδιάφανο πέπλο και να το κάνει κομμάτια. Φτάνω στην πόρτα και τον βλέπω καθισμένο πάνω στο ευαίσθητο ύφασμα, που είναι ήδη σκισμένο και ανοιγμένο σε αρκετά σημεία. Φωνάζω απότομα, δυνατά, “Ριγκολέττο!” Πριν προλάβω να τελειώσω τη λέξη, νιώθω κάτι ζεστό στη γάμπα μου, ρίχνω τρομαγμένη το βλέμμα στο πάτωμα και βλέπω τον μικρόσωμο πορτοκαλί γάτο να τρίβεται στα πόδια μου, χαρούμενος από τον ξαφνικό ερχομό μου μέσα στη νύχτα. Ξανακοιτάζω τον καναπέ και βλέπω το ύφασμα άθικτο, να λούζεται στο φως του φεγγαριού που μπαίνει από το παράθυρο. Στέκομαι μπερδεμένη, κοιτάζω την ώρα στο κινητό μου. Τέσσερις. Πηγαίνω κοντά στο ύφασμα, είναι στρωμένο όπως το άφησα, είναι προφανές πως δεν το έχει ακουμπήσει κανένας, ζώο ή άνθρωπος. Η νύχτα και η νύστα μου παίζουν άσχημα παιχνίδια, σκέφτομαι.
Αποφασίζω να πιώ ένα ποτήρι νερό και πηγαίνοντας προς την κουζίνα το βλέμμα μου πέφτει στα χαρτιά πάνω στο τραπέζι. Το φόρεμα το έχω σχεδόν τελειώσει, μόνο κάποιες λεπτομέρειες μένουν για να ολοκληρωθεί. Ρίχνω πάνω του το φως από το φακό του κινητού μου, κάθομαι στην καρέκλα και το παρατηρώ. Το φαντάζομαι τελειωμένο, ραμμένο με αυτό το εκπληκτικό πανί, σαν το φόρεμα της Χιονάτης θα είναι, εύχομαι ολόψυχα η γυναίκα που θα το πάρει να έχει μακριά μαύρα μαλλιά. Σηκώνω αργά το βλέμμα από τα σχέδια και τότε τη βλέπω. Η καρδιά μου αρχίζει να δίνει ξέφρενες κλωτσιές στο στήθος μου. Πάνω από το ύφασμα, φωτισμένη από τις ακτίνες του φεγγαριού αιωρείται μια γυναικεία φιγούρα με μακριά μαύρα μαλλιά. Φοράει το λευκό μου φόρεμα, το φόρεμα που είναι απλωμένο στο τραπέζι με τη μορφή σχεδίων και σκίτσων. Αυτό το φόρεμα που θα φτιάξω κάποια στιγμή στο μέλλον, είναι μπροστά μου ολοζώντανο, πάνω σε ένα νεραϊδένιο σώμα, ενάμιση μέτρο πάνω από το έδαφος, φωτισμένο απόκοσμα από ένα ψυχρό λευκογάλανο φως. Νιώθω όλα μου τα μέλη να παραλύουν και το στομάχι μου να συσπάται. Συνεχίζω να κοιτάζω καρφωμένη στην καρέκλα, αυτό που δεν βρίσκω όνομα να του δώσω, που δεν βρίσκω εξήγηση για την ύπαρξη του, χωρίς να έχω τη δύναμη να κοιτάξω αλλού. Απρόσμενα, ο γάτος μου προσγειώνεται πάνω στο τραπέζι, γυρίζω αντανακλαστικά προς το μέρος του, ξαναγυρίζω προς το παράθυρο, η εικόνα έχει χαθεί. Παίρνω απότομα βαθιά ανάσα, σαν κάποιος που έχει κάνει ένα μεγάλο μακροβούτι και βγαίνει στην επιφάνεια. Η καρδιά μου συνεχίζει να χτυπάει με δύναμη κι εγώ κάνω μεγάλη προσπάθεια να επαναφέρω την αναπνοή μου σε ένα κανονικό ρυθμό. Συνειδητοποιώ χωρίς να θέλω να το αποδεχτώ, πως και η εικόνα του Ριγκολέττο να καταστρέφει το ύφασμα, ενώ εκείνος ήταν στην πραγματικότητα δίπλα μου, τελικά δεν ήταν αποκύημα της νύστας μου. Και αυτός και η γυναίκα με το λευκό φόρεμα ήταν εμφανίσεις του ίδιου φαινομένου. Ένα φαινόμενο για το οποίο πρέπει να βρω κάποια εξήγηση, κάτι που να μετριάσει το αίσθημα του τρόμου που με έχει κατακυριεύσει.
Κοιτάζω το λευκό ύφασμα πάνω στον καναπέ. Από πάνω του κενό, φωτισμένο από μια λαμπερή πανσέληνο. Μια άδεια σκηνή που περιμένει να γεμίσει από κάποια εικόνα, έξω από κάθε λογική. Σκέφτομαι συνέχεια, προσπαθώ να βρω κάτι να πιαστώ, κάτι να με τραβήξει στην επιφάνεια της κανονικότητας. Ξανακοιτάζω το κενό πάνω από το ύφασμα και ενώ η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά που η αναπνοή μου δυσκολεύεται, κάνω μια απελπισμένη σκέψη, μία σύνδεση. Φτιάχνω μια εικόνα στο μυαλό μου, σκόπιμα αυτή τη φορά. Τον γάτο μου τον Ριγκολέττο, με καπέλο και μπότες, όπως ο παπουτσωμένος γάτος του παραμυθιού. Μπροστά στα μάτια μου κι ενώ νιώθω για άλλη μια φορά τη γροθιά στο στομάχι, εμφανίζεται στο κενό πάνω από το ύφασμα ένας πορτοκαλί γάτος με καπέλο με φτερό και ψηλές μαύρες μπότες. Το αστείο της εικόνας δεν μετριάζει ούτε στο ελάχιστο το φόβο που με ακινητοποιεί στην καρέκλα. Διαγράφω την εικόνα από το μυαλό μου και η εικόνα πάνω από το ύφασμα αρχίζει να γίνεται πιο αχνή μέχρι που σβήνει τελείως. Προσπαθώ να χωνέψω την ανακάλυψη μου. Έχω στην κατοχή μου πολλά μέτρα από ένα ύφασμα που έχει την ικανότητα να προβάλει με κινηματογραφική ακρίβεια, οποιαδήποτε εικόνα κατασκευάζει η φαντασία μου. Με τα μάτια καρφωμένα στο κενό που φωτίζει το φεγγάρι, αρχίζω να φτιάχνω και να σβήνω τη μία εικόνα μετά την άλλη. Πρόσωπα, πράγματα, τοπία εμφανίζονται μπροστά μου ακριβώς όπως τα έχω σκεφτεί και με κάθε αλλαγή πλάνου, ο φόβος απλώνεται μέσα μου και πάνω μου σαν κυριαρχικό αναρριχητικό φυτό. “Σκέψου!” φωνάζω μέσα μου, “σκέψου, σκέψου!”
Αρπάζω το κινητό μου και αρχίζω να ψάχνω στο χάος του διαδικτύου για οποιαδήποτε πληροφορία μπορεί να ρίξει έστω και λίγο φως σε αυτή τη νύχτα που η πανσέληνος κάνει το σκοτάδι της ακόμα πιο τρομακτικό. Μαγικό ύφασμα, μαγεμένο ύφασμα, λευκό μαγεμένο ύφασμα, νύχτα ύφασμα εικόνα, νύχτα μαγεμένο ύφασμα εικόνα, πανσέληνος μαγεμένο ύφασμα εικόνα, δοκιμάζω τα πάντα και ψάχνω για το παραμικρό. Αμέτρητες γραμμές άχρηστης πληροφορίας κυλούν γρήγορα μπροστά μου μετά από κάθε προσπάθεια. “Λαϊκοί θρύλοι της Πίνδου”, ο τίτλος περνά με ταχύτητα από κάτω προς τα πάνω πριν εξαφανιστεί στην κορυφή της οθόνης. Μία σκέψη σαν αστραπή φωτίζει το μυαλό μου. Η Φαντασία είχε κάποια στιγμή αναφέρει πως η οικογένεια της κατάγεται από ένα ορεινό χωριό της Πίνδου. Ανοίγω το σύνδεσμο, και βλέπω μία μεγάλη λίστα με τίτλους, ένας τραβάει την προσοχή μου. Η υφάντρα του Κατάφυτου. Ανοίγω και αυτόν τον σύνδεσμο ενώ ρίχνω κλεφτές ματιές προς στο λευκό ύφασμα. Το κενό παραμένει κενό, ευτυχώς, κι έτσι αρχίζω να διαβάζω.
Ο θρύλος μιλάει για μια υφάντρα που ζούσε σε ένα απομονωμένο χωριό στην κορυφή σχεδόν της Πίνδου και ήταν γνωστή σε όλη την ευρύτερη περιοχή για την τέχνη της. Τα υφάσματα που έβγαιναν από τον αργαλειό της ήταν απαράμιλλης υφής και ομορφιάς και δεν έχαναν τη λάμψη και τα χρώματα τους όσος καιρός κι αν περνούσε. Τις νύχτες με πανσέληνο την έβλεπαν στην πηγή έξω από το χωριό να πλένει τις κλωστές της, ακόμα και όταν το τσουχτερό κρύο κρατούσε μέχρι και τους λύκους βαθιά μέσα στις φωλιές τους. Κόσμος από τα κεφαλοχώρια της περιοχής αλλά και από τους κάμπους σκαρφάλωνε τον απότομο δρόμο μέχρι το Κατάφυτο και πλήρωνε όσο – όσο για ένα τόπι ύφασμα καμωμένο από τα χέρια της Φαντασίας, αυτό ήταν το όνομα της. Η Φαντασία ύφαινε νυχθημερόν και κάθε που το φεγγάρι γέμιζε, φορτωνόταν τις κλωστές της και πήγαινε να τις πλύνει στην πηγή, σιωπηλή, μέχρι που ξημέρωνε. Οι κάτοικοι του χωριού άρχισαν να την φοβούνται, αυτή, τα άφθαρτα πανιά της και την τελετουργία της πανσελήνου. Την κατηγόρησαν πως έκανε μάγια στις κλωστές και με την κατηγορία της μαγείας αποφάσισαν να την κλείσουν σε ένα ερειπωμένο σπίτι, έχτισαν τις πόρτες και τα παράθυρα και άφησαν μόνο ένα κενό κάτω από μια πόρτα, όπου κάθε μέρα της πετούσαν ένα πιάτο φαγητό. Ο άντρας της πήγαινε τις νύχτες, της κρατούσε το χέρι κάτω από τη χαραμάδα και της υποσχόταν πως θα την ελευθερώσει, πως θα πάρει αυτή και το μωρό τους και θα φύγουν μακριά. Το χέρι της Φαντασίας τον έσφιγγε γεμάτο ελπίδα, όμως με τον καιρό το χέρι αυτό αδυνάτιζε, μέχρι που έγινε σαν τα κλαδιά των δέντρων το χειμώνα. Κάποιο βράδυ με πανσέληνο, δεν φάνηκε στη χαραμάδα. Δεν φάνηκε ούτε την επόμενη μέρα για να πάρει το φαγητό, ούτε τη νύχτα που ακολούθησε. Μετά από αρκετές μέρες και αφού οι χωρικοί πείστηκαν πως η μόνη εξήγηση ήταν πως η Φαντασία ήταν πια νεκρή, γκρέμισαν την πόρτα. Το μόνο που βρήκαν μέσα στο ερείπιο ήταν ένα τεράστιο, κατάλευκο, λαμπερό κομμάτι ημιδιάφανου υφάσματος, ριγμένο στο βρώμικο δάπεδο ακριβώς κάτω από μια χαραμάδα της οροφής από την οποία τις νύχτες με πανσέληνο θα τρύπωνε το φως του φεγγαριού.
Κρατάω καρφωμένα τα μάτια μου στην οθόνη, παρόλο που η ιστορία τελείωσε. Φτιάχνω στο μυαλό μου για άλλη μια φορά την εικόνα του Ριγκολέττο με το καπέλο και τις μπότες παρόλο που ξέρω πως είναι μάταιο. Σηκώνω αργά το κεφάλι και αντικρύζω αυτό που περίμενα. Μια σκυφτή γυναικεία μορφή μπροστά σε μια πηγή, να ξεχωρίζει με τα επιδέξια δάχτυλα της τα κουβάρια με τις κλωστές και να τα βυθίζει στο νερό. Κάποια στιγμή ανασηκώνει το βλέμμα της και τα μάτια της συναντούν τα δικά μου. Κοιταζόμαστε για μερικές στιγμές και μετά σκύβει και συνεχίζει τη δουλειά της. Κάθομαι και την παρατηρώ για ώρες, μέχρι που το φεγγάρι αρχίζει να χάνεται μέσα στο ξημέρωμα που έρχεται. Τότε εκείνη μαζεύει ήσυχα τις κλωστές της μου ρίχνει μια τελευταία ματιά και ξεκινά την πορεία της προς μια κατεύθυνση άγνωστη, ενώ την εικόνα της σβήνουν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου που ανατέλλει.
H Βίκυ Δαμιανού είναι λάτρης της τεχνολογίας, του μυστηρίου και του μαύρου χιούμορ. Έχει γράψει δύο θεατρικά έργα για την ομάδα μουσικού θεάτρου T4Tango και χωρίς μεγάλη συνέπεια, ταΐζει με κείμενα το blog της, τη Μαύρη Γάτα (https://mavri–gata.gr) Γράφει στο κινητό της, στα μικρά διαλείμματα της εξαντλητικής της καθημερινότητας και φιλοδοξεί όταν μεγαλώσει να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη συγγραφή βιβλίων και τη φροντίδα αδέσποτων γατιών.
