Επιλογή Σελίδας
Αρχική 9 Κείμενα 9 Πεζά 9 Καίτη Βασιλάκου, Heinrich Böll : Η αγαπημένη που δεν έγινε αριθμός (Die ungezählte Geliebte)

Καίτη Βασιλάκου, Heinrich Böll : Η αγαπημένη που δεν έγινε αριθμός (Die ungezählte Geliebte)

από | Ιαν 11, 2026 | Πεζά, Κείμενα

Μου μπάλωσαν τα πόδια και μου έδωσαν ένα πόστο που μπορώ να κάθομαι: μετρώ τον κόσμο που περνά πάνω από την καινούργια γέφυρα. Χαίρονται βέβαια πολύ να επιβεβαιώνουν την ικανότητά τους με αριθμούς, τους μεθά αυτό το ανόητο Τίποτα μερικών αριθμών και ολόκληρη τη μέρα, ολόκληρη τη μέρα δουλεύει το μουγγό μου στόμα σαν ρολόι και συσσωρεύω το ένα νούμερο πάνω στο άλλο για να τους χαρίσω το βράδυ το θρίαμβο ενός αριθμού. Τα μούτρα τους αστράφτουν, όταν τους ανακοινώνω το αποτέλεσμα του μεροκάματού μου, όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός, τόσο πιο πολύ αστράφτουν κι έχουν λόγο να πηγαίνουν ικανοποιημένοι για ύπνο, μια και πολλές χιλιάδες περνούν καθημερινά πάνω από την καινούργια τους γέφυρα…

Αλλά οι στατιστικές τους δεν αξίζουν μία. Λυπάμαι, αλλά δεν αξίζουν μία. Είμαι ένας αφερέγγυος άνθρωπος, αν και καταλαβαίνω ότι δίνω την εντύπωση του ειλικρινούς.

Μου δίνει χαρά να αφαιρώ πότε-πότε κρυφά κάποιον κι έπειτα πάλι, όταν νιώσω οίκτο, να τους χαρίσω έναν δυο. Η ευτυχία τους βρίσκεται στα χέρια μου. Όταν έχω τα νεύρα μου, όταν δεν βρίσκω τίποτε να καπνίσω, προσεγγίζω ένα μέσο όρο, καμιά φορά κάτω από το μέσο όρο κι όταν χτυπά η καρδιά μου, όταν είμαι χαρούμενος, επιτρέπω στη γενναιοδωρία μου να βγάλει ένα πενταψήφιο αριθμό. Και είναι τόσο ευτυχισμένοι! Αρπάζουν αμέσως κάθε φορά το αποτέλεσμα από τα χέρια μου και τα μάτια τους λάμπουν και με χτυπούν φιλικά στον ώμο. Δεν παίρνουν τίποτα μυρωδιά! Και μετά αρχίζουν να πολλαπλασιάζουν, να διαιρούν, να βγάζουν ποσοστά, ούτε που ξέρω τι. Λογαριάζουν πόσοι πέρασαν σήμερα ανά λεπτό από τη γέφυρα και πόσοι θα περάσουν από τη γέφυρα σε δέκα χρόνια. Αγαπούν το συντελεσμένο μέλλοντα, ο συντελεσμένος μέλλοντας είναι η ειδικότης τους – αλλά, λυπάμαι, τίποτε από αυτά δεν ισχύει.

Όταν η μικρή μου αγαπημένη περνά από τη γέφυρα – και περνά δυο φορές τη μέρα – τότε η καρδιά μου σταματά εντελώς. Το αδιάκοπο τικ τακ της καρδιάς μου απλώς παύει, μέχρι εκείνη να στρίψει στην αλέα και να εξαφανιστεί. Και όλους, όσοι περνούν εκείνη την ώρα, τους αποσιωπώ. Αυτά τα δυο λεπτά ανήκουν σε μένα, σε μένα μόνο, και δεν επιτρέπω σε κανέναν να μου τα πάρει. Και πάλι, όταν το βράδυ γυρίζει ξανά από την τζελατερία της – έχω μάθει εν τω μεταξύ ότι δουλεύει σε μια τζελατερία – όταν περνά από την άλλη πλευρά του πεζοδρομίου, όπου το μουγγό μου στόμα πρέπει να μετρά και να μετρά, τότε πάλι η καρδιά μου παύει και ξαναρχίζω να μετρώ, όταν εκείνη δεν φαίνεται πια. Και όλοι όσοι έχουν την τύχη να παρελάσουν εκείνα τα λεπτά μπροστά από τα τυφλά μου μάτια, δεν μπαίνουν στη στατιστική της αιωνιότητας: σκιές ανδρών και γυναικών, όντα του μηδενός που δεν θα συμπορευθούν στο συντελεσμένο μέλλοντα της στατιστικής…

Είναι φανερό ότι την αγαπώ. Αλλά εκείνη δεν το ξέρει και δεν θα ήθελα να το μάθει. Δεν πρέπει να υποψιαστεί με ποιο τερατώδη τρόπο μπερδεύει όλους τους υπολογισμούς, ανυποψίαστη και αθώα πρέπει να είναι και να πηγαίνει με τα μακριά καστανά μαλλιά της και τα τρυφερά της πόδια στη τζελατερία και πρέπει να παίρνει πολλά φιλοδωρήματα. Την αγαπώ. Είναι ολοφάνερο ότι την αγαπώ…

Τελευταία μού έκαναν έλεγχο. Ο σύντροφος που κάθεται από την άλλη μεριά και πρέπει να μετρά τα αυτοκίνητα, με ειδοποίησε αρκετά έγκαιρα και έδειξα μια κολασμένη προσοχή. Μέτρησα σαν τρελός, ένα μετρητής χιλιομέτρων δεν θα μπορούσε να μετρήσει καλύτερα. Ο επόπτης της στατιστικής υπηρεσίας είχε σταθεί αυτοπροσώπως πιο κάτω από την άλλη πλευρά και μετά έκανε σύγκριση το αποτέλεσμα μιας ώρας με το δικό μου ωριαίο αποτέλεσμα. Είχα μόνο έναν λιγότερο από ό,τι αυτός. Η μικρή μου αγαπημένη είχε περάσει από μπροστά μου και ποτέ στη ζωή μου δεν θα μετέφερα στο συντελεσμένο μέλλοντα αυτό το χαριτωμένο πλάσμα, αυτή η μικρή μου αγαπημένη δεν πρέπει να πολλαπλασιαστεί και να διαιρεθεί και να μετασχηματιστεί σε ένα ποσοστιαίο Τίποτα. Η καρδιά μου μάτωσε που έπρεπε να μετρώ, χωρίς να μπορώ να την κοιτάζω, και στον σύντροφο από κάτω που πρέπει να μετρά τα αυτοκίνητα έχω μεγάλη υποχρέωση. Για μένα ήταν οπωσδήποτε θέμα ζωής και θανάτου.

Ο επόπτης με χτύπησε στον ώμο και είπε ότι είμαι καλός, φερέγγυος και πιστός. «Ένας να ξεφύγει την ώρα», είπε, «δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Έτσι κι αλλιώς προσθέτουμε ένα ορισμένο ποσοστό φθοράς. Θα κάνω αίτηση να μετατεθείτε στα κάρα».

Τα κάρα είναι βέβαια κελεπούρι! Τα κάρα είναι επιτυχία άνευ προηγουμένου. Τα κάρα είναι το πολύ εικοσιπέντε τη μέρα και κάθε μισή ώρα απλώς προσθέτεις στο μυαλό σου το επόμενο νούμερο, αυτό είναι επιτυχία!

Τα κάρα είναι ό,τι καλύτερο. Τέσσερις με οχτώ δεν επιτρέπεται να περνούν καθόλου κάρα από τη γέφυρα και θα μπορούσα να πάω μια βόλτα ή να πάω στη τζελατερία, θα μπορούσα να τη βλέπω με τις ώρες ή ίσως να τη συνοδέψω λίγο ως το σπίτι της, τη μικρή μου μη αριθμημένη αγαπημένη…

(Deutsche Erzählungen Max Hueber Verlag München 1964) Μετάφραση από τα γερμανικά: Καίτη Βασιλάκου.

error: Content is protected !!