(ΠΟΙΗΣΗ, Μετάφραση : Κώστας Μαντζάκος, Α´ ΄έκδοση Απρίλιος 2024)
«Έστω και μια επιφανειακή ανάγνωση του ποιητικού έργου της Maria Pawlikowska-Jasnorzewska (Μαρία Παβλικόφσκα – Γιασνορζέφσκα) αρκεί, για να διαπιστωθεί η συχνή – εμμονική σχεδόν αναφορά στα χρώματα. Εν μέρει κληρονομημένη από τη φθινοπωρινή διάθεση του λογοτεχνικού fin de siècle, στην ποιήτρια εξέφραζε επίσης την πρωταρχική της αγάπη και πορεία, ως εικαστικού […] ο Czeslaw Milosz την αποκάλεσε «Πολωνή Σαπφώ», καθώς, τόσο στη ζωή όσο και στη δημιουργία της, προσπάθησε να βιώσει και να εκφράσει το πλήρες φάσμα της αγάπης. Αναγνώρισε επίσης τη φιλοσοφική διάσταση του έργου της : η ποίησή της ήταν πάντα στοχαστική και την απασχολούσε η οδυνηρή αστάθεια της αγάπης και του σώματος. Σκεφτόταν τον άρρηκτο δεσμό της ανθρώπινης ύπαρξης με τη φύση και την αναπόφευκτη φθορά του ανθρώπινου σώματος, στοχαζόμενη γενικότερα πάνω στην παροδικότητα και τη μοίρα. Πράγματι, είναι συχνά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τα αμιγώς ερωτικά της ποιήματα από εκείνα που έχουν για θέμα τους τη φύση και τον τρόπο που η μια εποχή διαδέχεται την άλλη….» [από το Επίμετρο του βιβλίου].
Οι Εκδόσεις Συρτάρι παραχώρησαν στις Λογοδιαδρομές ένα αντίτυπο του βιβλίου, το οποίο απαρτίζεται από πέντε ομάδες ποιημάτων:ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ, ΑΓΑΠΗ, Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ και Ο ΧΡΟΝΟΣ. Δημοσιεύουμε με την άδεια του εκδότη κάποια από αυτά, αντιπροσωπευτικά του σύγχρονου λυρισμού της ποίησης της “Polska Safona” :
ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ
Ο δρόμος που διανύθηκε
Ο ήλιος έφτασε μέχρι την κορυφή‧
τον δρόμο που ταξίδεψα κοιτώ‧
αυτό είν’ υποτίθεται όλη μου η ζωή;
Να την αντικρύσω, δε βαστώ!
Μυρμηγκοφωλιά
Από πύργο ψηλό κοιτώ την ανθρώπινη μυρμηγκοφωλιά,
Όπως απλώνεται μπροστά μου εκεί χαμηλά.
Έξυπνοι, αστείοι, τρελοί. Μα εγώ, ποια είμαι εγώ;
Ποιήτρια, λέει. Απλά, ένα μυρμήγκι φτερωτό.
ΑΓΑΠΗ
Παράσημο
Σε νιώθω, όπως πληγή απ’ τον πόλεμο πονά,
Ουλή που πιο πολύ από μια νίκη σύντομη κρατάς,
Συχνά τη νύχτα μού μιλάς,
Στο αγέρι με τραβάς, αλλάζετε σειρά.
Στη θάλασσα πονάει πιο βαθιά,
-την άνοιξη ειδικά- λιγότερο στο βουνό.
Αχ, δε θα ξεφύγω απ’ αυτό,
Τίποτα δε βοηθάει πια.
Η πιο σκληρή αγάπη
Απ’ τους πικρούς τους έρωτες στον κόσμο αυτόν ο πιο σκληρός
δεν είναι ο πρώτος που την άνοιξη ξυπνάει,
όπου ένας άγνωστος σ’ αφήνει ή σ’ εξαπατάει,
μ’ αυτός που από φροντίδα σε πεθαίνει‧
γι’ αυτόν που γερνάει,
η αγάπη πυρετός…
Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ
Μια στιγμή στη βεράντα
στα παντζούρια ο αέρας κροταλίζει,
τα δέντρα πότε ηχούν, πότ’ ησυχάζουν στο παρτέρι
και το φεγγάρι σαν στήθος που ασημίζει,
όπως η αγάπη,
μεσ’ απ’ τ’ αγέρι
το ξεχωρίζει.
ΠΟΛΕΜΟΣ
Α cup of tea
Βομβαρδισμένοι, άστεγοι, τραυματίες…
Ποιος θα σας κλάψει; Όχι ο John ή η Mary
ούτε ο Percy ή ο William, μήτε η Gladys ή η Sibyl
που’ χουν σκληρύνει απ’ το κρύο όπως οι γλάροι.
Αλλά μια λυπημένη Κρακοβιανή, στο κάστρο δίπλα γεννημένη.
Απ’ τη χώρα που οι σημύδες μάς’ μάθαν πολύ να κλαίμε,
οι κοκκινολαίμηδες στα πάρκα, ο Σοπέν κι οι λυγερές κερασιές.
Απ’ τη χώρα των δακρύων, τη χώρα της τρυφερότητας…
μ’ ένα φλυτζάνι τσάι πίνω στην υγειά σας,
σας υπηρετώ με τη θλίψη που η χώρα μου έχει τόσο πλούσια!
Ο ΧΡΟΝΟΣ
Το παρελθόν
Το παρελθόν είναι σαν της λίμνης τα νερά,
Σκοτεινά, πηχτά και πυκνοκατοικημένα.
Στα βάθη τους λικνίζονται νωχελικά,
Τα μακριά χέρια κάποιου βυθισμένα.
Όταν βαθιά η λάμψη του ήλιου φτάνει,
τρέμει, κρύα σάρκα ψαριού η ευτυχία η παλιά
κι ένα όνειρο που δεν ήθελε να πεθάνει,
σαν βατράχι που στον βυθό λαχανιάζει βαριά.
