Λένε πως ήταν κυνηγοί της περιπέτειας. Ανέβαζαν βιντεάκια και είχανε φανατικούς οπαδούς. Κάποιοι τους έλεγαν κυνηγούς φαντασμάτων. Τα αδέρφια Μπομπ και Σάρα το είχαν αποφασίσει. Κάποιος ακόλουθος τους είχε προκαλέσει να επισκεφτούν τον Πύργο του Κράουλ.
Ο Μπομπ δεν θέλει. Η Σάρα το θέλει καιρό. Λέγονταν πολλά για εκείνον τον πύργο… Θρύλοι, φήμες… Η Σάρα το είχε αποφασίσει. Ο Μπομπ συνοδηγός και εκείνη στο τιμόνι. Στον πύργο δεν υπάρχει πόρτα. Η φθορά του χρόνου τον έχει αφήσει ανυπεράσπιστο σε όσους τον επισκέπτονται.
Η Σάρα τινάζει τα ξανθά μαλλιά της και ένα απαλό αεράκι χτυπάει το πρόσωπο του Μπομπ. Η Σάρα κοιτάει το ρολόι της. Είναι 8:18 το πρωί. Χαμογελάει τρυφερά στον αδερφό της και φοράει το χοντρό μπλε μπουφάν της. Κατεβαίνει από το αυτοκίνητο. Ο Μπομπ την ακολουθεί πιστά. Την θαυμάζει. Πάντα τη θαύμαζε.
Χιόνι παντού. Ο πύργος μέσα όμως είναι σκοτεινός. Χρειάζεται φακός. Τα παιδιά έχουν μαζί τα κινητά τους. Είχαν συμφωνήσει: Θα βγάλουν φωτογραφίες και βίντεο και θα φύγουν πριν τη δύση.
Μυρωδιά τάφου. Ο φακός φωτίζει τα πρώτα σκαλοπάτια. Ο χώρος στενός. Τα παιδιά ξεκινούν να ανεβαίνουν την περιστρεφόμενη λιθόκτιστη σκάλα. Προσπαθούν να ελαφρώσουν την ατμόσφαιρα. Λένε αστείες ιστορίες από παλιά. Ιστορίες που ηχούν στα ψυχρά και μουχλιασμένα ντουβάρια.
Ο Μπομπ ξέρει πολλά για εκείνον τον πύργο. Η Σάρα περισσότερα. Τα σκαλοπάτια θέλουν προσοχή. Η γλίτσα πάνω στην πέτρα μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνη. Δεν υπάρχει διακόσμηση. Δεν υπάρχουν παράθυρα. Το φως του φακού αγέρωχο. Τα βήματά του μιμούνται εκείνα της αδερφής του που προηγείται.
Ο Μπομπ ρωτάει την Σάρα μήπως να ξεκινήσει τη φωτογράφιση. Η Σάρα γελά. Αφελής η ερώτηση του αδερφού της. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνο σκαλοπάτια. Μόλις θα φτάνανε στον πρώτο όροφο θα βγάζανε τις πρώτες φωτογραφίες. Ο Μπομπ ανυπομονεί να βρει το βάζο με την τέφρα της πριγκίπισσας Κράουλ. Ο θρύλος λέει πως τη μέρα των γενεθλίων της έπεσε μόνη της μέσα στο τζάκι. Επίτηδες. Δεν άντεχε την ομορφιά της. Η Σάρα δεν πιστεύει σε θρύλους. Ο Μπομπ πιστεύει.
Η σκάλα αρχίζει να κουράζει. Ο φακός αντέχει. Μυρωδιά από γιασεμί. Μα πώς γίνεται; Η Σάρα νιώθει πως πλησιάζουν. Υποψιάζεται πως θα είναι το δωμάτιο της τραπεζαρίας. Η μυρωδιά συνεχίζει να επιμένει. Κανείς δεν βγάζει άχνα. Ακούν μόνο τα βήματά τους. Το γιασεμί είναι το αγαπημένο λουλούδι του αδερφού της. Εκείνη τη σιχαίνεται εκείνη την μυρωδιά. Το γιασεμί της φέρνει αλλεργία.
Η σκιά της Σάρα στον τοίχο επιβλητική. Το βήμα της σταθερό και με αυτοπεποίθηση. Ο Μπομπ ακολουθεί τη σκιά της. Ανυπομονεί να φτάσει στο δωμάτιο της τραπεζαρίας. Σε εκείνη την τραπεζαρία που έτρωγε η πριγκίπισσα ανθρώπινη σάρκα. Έτσι έλεγε ο θρύλος. Η Σάρα δεν πιστεύει σε θρύλους. Ο Μπομπ πιστεύει.
Η Σάρα κρατά τον φακό. Βλέπει μπροστά της το τελευταίο πλατύσκαλο. Φτάνει μπροστά σε έναν καθρέφτη. Το φως του φακού δεν την αφήνει να δει μπροστά της το είδωλό. Ο Μπομπ σιωπηλός. Την ρωτά μήπως πρέπει να ξεκινήσουν τα βίντεο και τις φωτογραφίες. Η Σάρα δεν απαντά. Την προβληματίζει το φως του φακού που χτυπά τώρα πια τρεμάμενο στον καθρέφτη. Δεν μπορεί να διακρίνει τη μορφή της. Το φως που τρεμοπαίζει την εμποδίζει.
Ο Φακός σβήνει. Έχει λιγωθεί η μπαταρία του. Ελάχιστο φυσικό φως. Το είδωλό της στον καθρέφτη φαίνεται πιο καθαρά τώρα. Ρίγος διαπερνά το σώμα της Σάρα. Με την άκρη του ματιού της συνειδητοποιεί πως από πίσω της βρίσκεται πάλι το σημείο από όπου ξεκίνησαν. Η πύλη του πύργου. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται και δεν βγάζει κιχ. Βλέπει τον αδερφό της ακίνητο και αμίλητο να είναι έξω από τον πύργο, τρία βήματα μόλις από εκείνην. Κοιτά το ρολόι της. 8:18.
Ο Μπομπ σιωπηλός μπαίνει ξανά στον πύργο και την ακολουθεί. Ο καθρέφτης εμποδίζει. Η Σάρα τον σπρώχνει όμως δεν μετακινείται. Μπομπ και Σάρα σπάνε τον καθρέφτη με ένα χέρι. Θρύψαλα. Σκοτάδι απλώνεται και η ίδια τεράστια γυριστή σκάλα φανερώνεται μπροστά τους και πάλι.
Μυρωδιά τάφου. Δεν υπάρχει διακόσμηση. Δεν υπάρχουν παράθυρα. Μόνο σκοτάδι. Ο Μπομπ ζητά από την αδερφή του να ξεκινήσουν τα βίντεο και τις φωτογραφίες. Της λέει για τον θρύλο της τέφρας. Η πριγκίπισσα σιχαινότανε την ομορφιά της. Η Σάρα δεν πιστεύει σε θρύλους. Ο Μπομπ πιστεύει.
Ανεβαίνουν, μα αυτήν την φορά με σβηστό φακό. Ο Μπομπ βουβός και τα κινητό της Σάρα με ελάχιστη μπαταρία. Μόνο τα βήματα και οι βιαστικές ανάσες ακούγονται. Μυρωδιά γιασεμιού. Γιασεμί… Η Σάρα το σιχαίνεται, όμως ο Μπομπ λατρεύει την μυρωδιά του. Προσπαθούν να κρατήσουν τον φόβο τους κλειδωμένο μέσα τους. Κάτι περίεργο συνέβαινε. Ξεκινούν πάλι να λένε για εκείνες τις ιστορίες από παιδιά.
Η σκάλα γίνεται για ακόμη μία φορά κουραστική και ο χρόνος γίνεται μετέωρος. Δείκτης ώρας πια έχει γίνει η μπαταρία του κινητού. Οι ιστορίες σταματάνε να έχουν πλάκα. Οι τελευταίες κουβέντες είναι κούφιες. Η Σάρα ζητά από τον Μπομπ να σωπάσει. Κάποιες συγγνώμες σαν βρεγμένα σπίρτα ακούγονται από το στόμα του.
Τα παιδιά φτάνουν κοντά στο πλατύσκαλο και πάλι. Μπρος τους ο ίδιος καθρέφτης. Ξανά! Η Σάρα σαστίζει. Αποφεύγει να τον κοιτάξει μα δεν έχει επιλογή. Ρίχνει μία κλεφτή ματιά. Τώρα βλέπει ξεκάθαρα. Όχι τον εαυτό της. Βλέπει τον αδερφό της. Αντί για το πρόσωπό της βλέπει το πρόσωπο εκείνου.
Μα πώς θα μπορούσε να δει τη μορφή της να αντανακλά; Η Σάρα δεν ζει. Δεν θα μπορούσε να είναι εκείνη. Αυτή τη φορά το είδωλο του Μπομπ σε εκείνον τον καθρέφτη. Αυτή τη φορά το βλέπει καθαρά. Δεν ξεγελιέται. Δεν είναι εκείνη.
Τώρα, στέκει πάλι έξω από τον πύργο, μπρος στο αυτοκίνητο. Είναι αποφασισμένος. Ακόμα είναι 8:18. Ο Μπόμπ παίρνει μία ανάσα και ορμά στον σκοτεινό πύργο. Προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως θα τα καταφέρει να φτάσει στο δώμα του πρώτου ορόφου, στην τραπεζαρία.
Ο Μπομπ έχασε την αδερφή του πριν έναν χρόνο. Ήταν ξαφνικό. Του στοίχησε πολύ η απώλεια. Η Σάρα ήταν το νόημα της ζωής, η πριγκίπισσά του και την έχασε απροσδόκητα. Τώρα έχει μόνο έναν στόχο. Να προλάβει να βγάλει τις φωτογραφίες, να μην υποκύψει στις ψευδαισθήσεις.
Ο καθρέφτης στέκεται και πάλι εμπόδιο. Τον σπάει. Μυρωδιά τάφου. Ο χρόνος για την μπαταρία έχει ξεκινήσει αντίστροφα. Μήπως ήρθε η ώρα, σκέφτηκε. Ο Μπομπ ανεβαίνει στο σκοτάδι. Η γυριστή σκάλα του πύργου σαν να του βάζει τρικλοποδιές, σαν να έχει ζωντανέψει. Η γλίτσα μπορεί να γίνει θανατηφόρα. Νιώθει πως ο πύργος τον έχει καταπιεί.
Το ίδιο πλατύσκαλο. Ο ίδιος καθρέφτης. Ο Μπομπ θυμάται. Μυρωδιά γιασεμιού και πάλι. Ο Μπομπ ήταν ερωτευμένος με εκείνην. Ο Μπομπ είχε εμμονή μαζί της. Η Σάρα του μιλούσε συχνά για τα αγόρια που της άρεσαν. Ο Μπομπ δεν ήθελε να ακούει. Πάντα απέφευγε αυτές τις συζητήσεις. Έτσι κάνει και τώρα. Αποφεύγει να κοιτάξει τον καθρέφτη. Θυμάται μα δεν θέλει.
Η Σάρα εκείνη τη καλοκαιρινή νύχτα του είχε μιλήσει για τη νέα της σχέση. Ο Μπομπ σφιγγόταν. Λέξη προς λέξη η σκέψη του θόλωνε. Η Σάρα ήταν ενθουσιασμένη με το αγόρι που έμοιαζε τόσο πολύ στον αδερφό της. Δεν ήταν όμως εκείνος. Ο Μπομπ δεν μπορούσε να το δεχτεί. Η Σάρα δεν θα μπορούσε να εμποδίσει αυτό που της επιφύλασσε ο Μπομπ. Μετά από εκείνο το βράδυ τίποτα δεν θα ήταν ίδιο. Η Σάρα σιχάθηκε την ομορφιά της. Ο Μπομπ την έκανε δική του όπως δεν είχε κάνει καμιά άλλη ως τότε. Εκείνη είχε παραδοθεί σε εκείνη την απαίσια μυρωδιά του γιασεμιού και στη βία του αδερφού της… Μία βία γεμάτη πάθος. Πάθος βρώμικο τυλιγμένο με άρωμα γιασεμιού.
Από τότε η Σάρα έβλεπε στο πρόσωπό της το πρόσωπο του τέρατος. Η Σάρα δεν πίστευε σε θρύλους γιατί τους έζησε. Δάγκωνε τη σάρκα της και την έτρωγε από μίσος. Μέχρι που στο τέλος… Δεν ήταν ατύχημα. Σύρθηκε ως το τζάκι. Άφησε την σάρκα της να λιώσει από φωτιά.
Ο Μπομπ πρέπει τώρα να σπάσει τον καθρέφτη, όμως δεν θα το κάνει. Η μπαταρία του κινητού σε λίγο θα τελειώσει. Έχει ξεχάσει γιατί έχει φτάσει ως εκείνον τον πύργο. Το μόνο που θα κάνει είναι να προσπαθήσει να βγάλει φωτογραφία το είδωλο του. Πιστεύει στις ψευδαισθήσεις του. Είναι σίγουρος πως θα δει τη Σάρα ξανά μπροστά του. Σηκώνει το κινητό και ανοίγει το φλας. Προσπαθεί να βγάλει φωτογραφία μα το φλας δεν τον αφήνει. Δεν θα τα παρατήσει. Τώρα είναι έτοιμος.
Κατεβάζει το κινητό με αναμμένο το φλας και φωτίζει το κεφάλι από κάτω προς τα πάνω. Βλέπει τώρα πια και εκείνος το τέρας. Περίεργες σκιές και παραμορφώσεις που δεν είχε δει ποτέ ως τώρα. Τρία δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να του καρφωθεί αυτή η εικόνα στο μυαλό. Αμέσως σβήνει το κινητό προδομένο από την μπαταρία.
Δεν τολμά να σπάσει τον καθρέφτη. Στρέφει το σώμα του προς τα πίσω και βλέπει τη γυμνή πύλη που βγάζει στον ίδιο εξωτερικό χώρο από όπου ξεκίνησαν όλα. Με τρία βήματα προς βγαίνει έξω από τον πύργο. Μπαίνει στο αυτοκίνητο βιαστικά. Αυτό ήταν, σκέφτηκε, τελείωσε! Βγάζει το χοντρό μπλε μπουφάν του και ανάβει τη μηχανή του αυτοκινήτου. Η ώρα 8:18.
Ο Παναγιώτης Χρυσίδης γεννήθηκε το 1998 και κατάγεται από τη Λέσβο. Ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως δάσκαλος Θεατρικής Αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ασχολείται με τη σκηνοθεσία, τη δραματουργία, τη διασκευή θεατρικών κειμένων, τη συγγραφή παραμυθιών, καθώς και με τη σύνθεση μουσικής και στίχων. Έχει επίσης εμπειρία ως εκπαιδευτής ενηλίκων. Κεντρικό πεδίο ενδιαφέροντός του είναι η γραφή, ως μέσο σκέψης, αυτοπαρατήρησης και επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες.
