Τα τελευταία χρόνια, τα φώτα σβήνουν αθόρυβα σε όλο και περισσότερα βιβλιοπωλεία. Δεν προηγείται σειρήνα, ούτε δημόσιος θρήνος. Μόνο μια ταμπέλα «ενοικιάζεται» και ένα άδειο παράθυρο εκεί όπου άλλοτε υπήρχε μια προθήκη γεμάτη κόσμους. Το ερώτημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτισμικό. Και αφορά όλους μας.
Το βιβλιοπωλείο δεν είναι απλώς κατάστημα. Είναι τόπος συνάντησης, ανταλλαγής ιδεών, μικρό εργαστήρι δημοκρατίας. Στην Ελλάδα, από τα παλιά βιβλιοπωλεία της οδού Σόλωνος μέχρι τις γειτονιές της επαρχίας, υπήρξαν εστίες συζήτησης, αντιπαράθεσης, έμπνευσης.
Στη μνήμη πολλών, το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς δεν ήταν χώρος κατανάλωσης, αλλά χώρος μύησης.
Κι όμως, κλείνουν. Και η εύκολη απάντηση είναι να κατηγορήσουμε την κρίση, το διαδίκτυο, τις πολυεθνικές πλατφόρμες, την αλλαγή των συνηθειών. Όλα αυτά παίζουν ρόλο. Όμως η αλήθεια είναι πιο άβολη. Υπάρχει και η δική μας ευθύνη.
Η πρώτη ευθύνη είναι η αδιαφορία. Ζούμε σε εποχή υπερπληροφόρησης, αλλά όχι κατ’ ανάγκην σε εποχή ανάγνωσης.
Αφιερώνουμε ώρες σε οθόνες, σε ροές ειδήσεων που χάνονται μέσα σε λίγα λεπτά. Το βιβλίο απαιτεί χρόνο, σιωπή, επιμονή. Δεν μας διακόπτει με ειδοποιήσεις. Μας καλεί να το ακολουθήσουμε. Όταν επιλέγουμε σταθερά το εύκολο και το άμεσο, το βαθύ και το αργό υποχωρεί. Και μαζί του υποχωρεί και ο χώρος που το φιλοξενεί.
Η δεύτερη ευθύνη είναι η μετατόπιση της αγοράς σε απρόσωπα κανάλια. Η ευκολία του κλικ είναι αδιαμφισβήτητη. Όμως κάθε φορά που παρακάμπτουμε το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς για λίγα ευρώ λιγότερα, αποδυναμώνουμε έναν ζωντανό πυρήνα πολιτισμού.
Το μικρό βιβλιοπωλείο δεν έχει την οικονομική δύναμη μιας πολυεθνικής εταιρείας. Έχει όμως κάτι ανεκτίμητο, τον άνθρωπο πίσω από τον πάγκο που γνωρίζει, προτείνει, συνομιλεί. Όταν αυτός ο άνθρωπος σιωπά γιατί δεν αντέχει άλλο, η απώλεια δεν είναι μόνο εμπορική. Είναι ανθρώπινη.
Υπάρχει και η ευθύνη της πολιτείας. Η ενίσχυση της φιλαναγνωσίας δεν μπορεί να περιορίζεται σε ευκαιριακές δράσεις.
Χρειάζεται σταθερή πολιτική, στήριξη των ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων, ουσιαστική παρουσία του βιβλίου στην εκπαίδευση. Σε χώρες όπως η Γαλλία, το παράδειγμα του θεσμού της ενιαίας τιμής βιβλίου δείχνει ότι η προστασία της πολιτιστικής ποικιλομορφίας είναι πολιτική επιλογή. Στην Ελλάδα, οι αποσπασματικές παρεμβάσεις δεν αρκούν.
Όμως ακόμη κι αν όλα τα θεσμικά εργαλεία λειτουργούσαν άψογα, τίποτε δεν θα άλλαζε χωρίς την προσωπική μας στάση. Το βιβλιοπωλείο επιβιώνει όταν το επιλέγουμε. Όταν μπαίνουμε μέσα χωρίς συγκεκριμένο τίτλο στο μυαλό μας. Όταν ρωτάμε, όταν ξεφυλλίζουμε, όταν αφήνουμε το βλέμμα μας να περιπλανηθεί. Η περιπλάνηση αυτή είναι πράξη αντίστασης σε μια εποχή που θέλει τα πάντα στοχευμένα, γρήγορα, μετρήσιμα.
Κάθε κλειστό βιβλιοπωλείο είναι μια μικρή ήττα της κοινότητας. Δεν πρόκειται για ρομαντική υπερβολή. Μελέτες διεθνώς δείχνουν ότι οι περιοχές με ενεργά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία παρουσιάζουν μεγαλύτερη πολιτιστική δραστηριότητα, περισσότερες δημόσιες συζητήσεις, ισχυρότερη κοινωνική συνοχή. Το βιβλιοπωλείο λειτουργεί ως κόμβος. Χωρίς κόμβους, τα δίκτυα διαλύονται.
Συχνά λέμε ότι «ο κόσμος δεν διαβάζει». Η διατύπωση αυτή είναι βολική, γιατί μεταθέτει την ευθύνη σε έναν αόριστο συλλογικό άλλον. Ο κόσμος, όμως, είμαστε εμείς. Οι επιλογές μας, οι προτεραιότητές μας, το παράδειγμα που δίνουμε στα παιδιά μας. Αν ένα παιδί δεν έχει βιώσει τη χαρά να διαλέγει βιβλίο από ράφι, να το κρατά στα χέρια του, να ακούει τον βιβλιοπώλη να του μιλά για ιστορίες, τότε χάνει κάτι που δεν αντικαθίσταται από καμία οθόνη.
Δεν χρειάζεται να δαιμονοποιήσουμε την τεχνολογία. Το ηλεκτρονικό βιβλίο, οι διαδικτυακές πλατφόρμες, τα κοινωνικά δίκτυα, όλα μπορούν να συνυπάρξουν με το φυσικό βιβλιοπωλείο. Το ζήτημα είναι η ισορροπία. Όταν η ισορροπία χάνεται, το πιο ευάλωτο κομμάτι είναι εκείνο που στηρίζεται στην προσωπική σχέση και στην τοπική κοινότητα.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν είναι αφηρημένη. Είναι συγκεκριμένη και καθημερινή. Είναι η απόφαση να αγοράσουμε το επόμενο βιβλίο μας από το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς. Είναι η συμμετοχή σε μια παρουσίαση, σε μια λέσχη ανάγνωσης. Είναι η συνειδητή καλλιέργεια της συνήθειας της ανάγνωσης μέσα στο σπίτι.
Τα βιβλιοπωλεία δεν κλείνουν μόνο από έλλειψη χρημάτων. Κλείνουν όταν παύουν να είναι αναγκαία στη συλλογική μας φαντασία. Αν τα θεωρούμε περιττή πολυτέλεια, θα χαθούν. Αν τα αναγνωρίσουμε ως βασικό στοιχείο πολιτιστικής ζωής, θα τα υπερασπιστούμε.
Σε μια εποχή που όλα επιταχύνονται, το βιβλιοπωλείο παραμένει χώρος βραδύτητας. Και ίσως ακριβώς αυτή η βραδύτητα να είναι το πιο επαναστατικό του χαρακτηριστικό. Η ευθύνη μας είναι να μην την εγκαταλείψουμε. Γιατί όταν κλείνει ένα βιβλιοπωλείο, δεν χάνεται απλώς μια επιχείρηση.
Χάνεται ένα κομμάτι από τη δυνατότητά μας να σκεφτόμαστε βαθύτερα, να συναντιόμαστε ουσιαστικά, να θυμόμαστε ποιοι είμαστε.
Παναγιώτης Δημητρόπουλος
Συγγραφέας – Πολιτισμολόγος
Ειδικός Σύμβουλος Δημάρχου Παλλήνης σε θέματα Πολιτισμού και Φιλαναγνωσίας.
