Προλόγιση Σοφίας Σκλείδα, Φιλόλογου, Συγγραφέα, Διδάκτωρ Συγκριτικής Παιδαγωγικής, Aντιπρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών στη νέα ποιητική συλλογή της Νίκης Σκουτέρη. Η ποιητική συλλογή έχει πάρει το Βραβείο Σοφοκλή στον 11ο Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ποίησης «Κ.Π. Καβάφης» 2025 από την International Art Academy και το πρώτο Βραβείο στην Τελική Φάση του Διαγωνισμού :
Η ποιητική συλλογή «Ψίθυροι σε Ανθισμένη Γη» της Νίκης Σκουτέρη, αποτελεί έναν εσωτερικό μονόλογο με εξομολογητικό χαρακτήρα και ταυτόχρονα, μια δημιουργική απόπειρα επανερμηνείας των μεγάλων θεμάτων της ανθρώπινης ύπαρξης: του έρωτα, της απώλειας, της ιστορικής μνήμης, της ελπίδας και της ανάγκης για ειρήνη. Η συγγραφέας, με την ευαισθησία και τη διαύγεια της ποιητικής της φωνής, αποτυπώνει έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις, έναν κόσμο που αναζητά φως μέσα από τις ρωγμές.
Με αυτόν τον τρόπο, ο τίτλος συγκροτεί μια ποιητική αντίφαση, όπου η γονιμότητα και η ζωή –όπως συμβολίζονται από την “ανθισμένη γη”– συμβαδίζουν με τον ψίθυρο, δηλαδή με μια ύπαρξη λεπτή, διακριτική, σχεδόν άυλη. Σε έναν κόσμο που φαντάζει γεμάτος χρώμα, ήχους και ανάπτυξη, οι ψίθυροι αυτοί εκπροσωπούν το ανεπαίσθητο, το παραγκωνισμένο, το βαθιά προσωπικό.
Ο τίτλος επιτρέπει έτσι, πολλαπλές ερμηνείες: κοινωνική (οι ψίθυροι των περιθωριοποιημένων), φεμινιστική (οι γυναικείες φωνές που επιβιώνουν χαμηλόφωνα), υπαρξιακή (η σιωπή της ψυχής σε έναν θορυβώδη κόσμο) ή ακόμη και ποιητική (η ίδια η ποίηση ως ψίθυρος απέναντι στον ρητορικό θόρυβο της εποχής).
Στη συνέχεια, η γλώσσα της συλλογής είναι πυκνή και εκφραστικά πολυεπίπεδη. Με λυρισμό, που συνδυάζεται με στοχασμό, αξιοποιεί λογοτεχνικές τεχνικές όπως η μεταφορά, η προσωποποίηση, οι επαναλήψεις και οι ηχητικές αντιστίξεις, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα φωνοαισθητικό περιβάλλον, που εντείνει τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη. Το ύφος της, άλλοτε στοχαστικό και άλλοτε συναισθηματικά εξωστρεφές, δεν εγκλωβίζεται σε σχήματα μελοδραματικά, αλλά διατηρεί έναν αξιοπρεπή τόνο συγκίνησης, ακροβατώντας ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και στη συλλογική εμπειρία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πλούσιο συμβολικό της οπλοστάσιο. Η φύση (άνθη, γη, φως, φεγγάρι, νερό), τα σώματα, οι αισθήσεις, η σιωπή και η κραυγή, λειτουργούν ως φορείς εσωτερικών νοημάτων και διαχρονικών αξιών. Με μια βαθιά πίστη στην αξία του ανθρώπου και στην ποιητική λειτουργία της γλώσσας, η Σκουτέρη μάς καλεί να κοιτάξουμε τον κόσμο με νέα μάτια και να αφουγκραστούμε το «ανείπωτο», που κινείται κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Η φύση, τα στοιχεία, τα πρόσωπα και οι έννοιες γίνονται ποιητικά σύμβολα: το φως, το άρωμα, η σιγή, η ανάσα, η Ειρήνη.
Ανάμεσα στις αρετές του έργου, ξεχωρίζει η συνθετική δύναμη της δημιουργού: κατορθώνει να συνυφάνει την ιδιωτική σφαίρα με την κοινωνική και ιστορική εμπειρία, προσδίδοντας στη γραφή της έναν διαχρονικό παλμό. Με αυθεντικότητα, εσωτερική συνοχή και στοχαστική τόλμη, η ποιήτρια συνδιαλέγεται με μεγάλες μορφές, γεγονότα και συλλογικές μνήμες (Μελίνα Μερκούρη, Υπατία, Τέμπη, 1821 κ.ά.), χωρίς να απομακρύνεται από τον άξονα της προσωπικής ειλικρίνειας.
Παράλληλα, η Νίκη Σκουτέρη διαθέτει το χάρισμα της συναισθηματικής διεισδυτικότητας, της αφηγηματικής οικονομίας και της ουσιαστικής γλωσσικής καθαρότητας. Η ποίησή της προκύπτει από μια εσωτερική ανάγκη, καθώς και από μια πνευματική εγρήγορση: είναι ποίηση με αποτύπωμα ψυχής και πρόθεση επικοινωνίας. Ξεχωρίζει για τη λεπτότητα της έκφρασης και του αισθήματος, τη στοχαστικότητα των νοημάτων και τη δύναμη της σιωπηλής συγκίνησης.
Έτσι, το εν λόγω έργο είναι ένας ποιητικός καθρέφτης της ανθρώπινης περιπέτειας, ένα ημερολόγιο αισθημάτων και στοχασμών, ένα εσωτερικό κάλεσμα προς τον αναγνώστη να σταθεί, να αναλογιστεί και να ακούσει τη δική του φωνή μέσα στη σιωπή των λέξεων. Αποτελεί έναν λυρικό διάλογο ανάμεσα στην απώλεια και την ελπίδα, στον έρωτα και τον πόνο, στη συλλογική μνήμη και την ατομική έκφραση. Μέσα από έναν ποιητικό λόγο πυκνό, μουσικό και γεμάτο εικόνες, η δημιουργός επιχειρεί να χαρτογραφήσει τα μονοπάτια της ψυχής και να καταγράψει τις δονήσεις του ανθρώπινου βίου.
Συγκεκριμένα, η συγγραφέας αγγίζει με την πένα της το τραύμα του έρωτα, την οδύνη της απώλειας, τη δοκιμασία του χρόνου και του θανάτου, αλλά πάντοτε με μια απαλή δύναμη, ένα βλέμμα που μεταποιεί τη φθορά σε ευγένεια και την πληγή σε τέχνη.
Διατυπώνει ερωτήματα υπαρξιακά και κοινωνικά, δίνοντας φωνή στην εσωτερική αγωνία, αλλά και στην ανάγκη για δικαιοσύνη, αγάπη, ειρήνη και αναγέννηση. Η ποίησή της είναι εξομολογητική, μα και καθολική· προσωπική, μα και παγκόσμια.
Συνιστά μια ιδιαίτερη συμβολή στον σύγχρονο ελληνικό λυρικό λόγο, καθώς συνδυάζει την εσωτερικότητα της εξομολογητικής γραφής με την υπαρξιακή περισυλλογή και τη στοχαστική προσέγγιση θεμελιωδών ζητημάτων του ανθρώπινου βίου. Έτσι, η συλλογή συγκροτείται ως μια συνεχής ροή λόγου, που εκκινεί από την εμπειρία του εφήμερου και του φθαρτού, για να καταλήξει, χωρίς να το υπονομεύσει, στην ανάδυση της ελπίδας, της δημιουργικής ανασύστασης και της πνευματικής λύτρωσης.
Η γλώσσα της ποιήτριας άλλωστε, είναι ευαίσθητα επεξεργασμένη, άλλοτε ρέουσα και μουσική, άλλοτε αιχμηρή και αποσπασματική, ακολουθώντας τον εσωτερικό ρυθμό των συναισθηματικών κυμάτων που την διατρέχουν. Το ύφος χαρακτηρίζεται από λυρική ένταση και εικονοπλαστική δύναμη, με συχνές χρήσεις πολλαπλών εκφραστικών μέσων, που ενισχύουν την ποιητική λειτουργία του λόγου και προσδίδουν βάθος στα νοήματα.
Χαρακτηριστικά, η φύση λειτουργεί ως κεντρικός άξονας και συμβολικός πυρήνας των περισσότερων ποιημάτων: το φως και το σκοτάδι, το φύλλο και το άνθος, ο ήλιος και το φεγγάρι, η θάλασσα και η βροχή, μετατρέπονται σε δυναμικούς φορείς συναισθημάτων και ιδεών. Ο αναγνώστης καλείται να ερμηνεύσει αυτά τα στοιχεία ως εκφάνσεις ενός εσωτερικού τοπίου, στο οποίο η ψυχή της ποιήτριας συνομιλεί με τη μνήμη, την απώλεια, την αγάπη και τη συλλογική μοίρα.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην κοινωνική και πολιτική διάσταση αρκετών ποιημάτων, τα οποία αγγίζουν ζητήματα ιστορικής ευθύνης και ηθικής συνείδησης. Οι αναφορές σε σύγχρονες τραγωδίες, σε φιγούρες της αντίστασης και της πνευματικής ακτινοβολίας (όπως η Μελίνα Μερκούρη και η Υπατία), προσδίδουν στο έργο χαρακτήρα δημόσιου λόγου και εμπλουτίζουν τη θεματολογική του πολυφωνία.
Τέλος, η Νίκη Σκουτέρη επιδεικνύει σε όλη τη συλλογή τις γλωσσικές, ποιητικές και πνευματικές της αρετές: τη δεξιοτεχνία της στον χειρισμό των εικόνων και των ρυθμών, την αίσθηση του μέτρου, την ακρίβεια στην έκφραση του συναισθήματος, την αλήθεια της φωνής και, πρωτίστως, το χάρισμα της ενσυναίσθησης. Πίσω από κάθε στίχο διακρίνεται μια εσωτερική ανάγκη για επικοινωνία και μαρτυρία, αλλά και μια ώριμη ποιητική συνείδηση που γνωρίζει να μεταπλάθει τη σιωπή σε νόημα.
Καταλήγοντας, το έργο Ψίθυροι σε Ανθισμένη Γη αποτελεί ένα πολυδιάστατο ποιητικό σύνολο, στο οποίο η προσωπική εμπειρία και η συλλογική μνήμη, ο λυρισμός και η ηθική στάση, η αισθητική απόλαυση και η πνευματική αναζήτηση συναντώνται σε ένα πεδίο υψηλής λογοτεχνικής ευγένειας και στοχαστικού βάθους. Πρόκειται για ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί και να επανεξεταστεί, ως τεκμήριο όχι μόνο καλλιτεχνικής ευαισθησίας, αλλά και εσωτερικής συνέπειας μιας ποιήτριας που επιμένει να μιλά με τη φωνή της ψυχής.
Παραθέτουμε ένα ποίημα της συλλογής, με την άδεια της δημιουργού :
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Κοίταξε το πλήθος,
ποτάμι ορμητικό που κυλά στις φλέβες μου
αισθάνομαι η φωνή σου να φθάνει στην καρδιά μου
στο κέντρο της ύπαρξής μου, εκεί που βρισκόσουν εσύ.
Δεν είσαι πια μαζί μου,
σαν ηλιοφώτεινη κόρη ήσουν σε τάφο ετοιμασμένο.
Δεν το ήξερες, δεν το ήξερα
κι εκείνος ο τάφος με κραυγές και θρήνο ήταν.
Εσύ νύφη κάτασπρη με ροδαλά μάγουλα
να μου κρατάς το χέρι και τα μαλλιά σου να ανεμίζουν.
Μα ήσουν σιμά μου. Κι εγώ κάπου εκεί ήμουν.
Πέτρες φράζουν την μορφή σου, σε ψάχνω
σε αυτόν τον δυστυχισμένο τόπο, ακούω τη φωνή σου.
Κι ο Αίμονας το ίδιο δεν έκανε;
Δεν αγκάλιασε ύστατα την καλή του;
Κι εγώ τι κάνω τώρα;
Πώς να αγκαλιάσω το άψυχο κορμί σου;
Μόνο τον πικραμένο βόγγο μου έχω για σένα.
Άκου αυτό που θέλω να σου πω.
Ο Αίμονας κι αν πέθανε αγκάλιασε την Αντιγόνη
κι εγώ έμεινα εδώ, καταραμένος μια ζωή,
χωρίς να μπορώ να σ’ αγγίξω,
να θρηνώ, να αγωνίζομαι για μια δικαιοσύνη.
Αυτή όμως κι αν έρθει
πάλι μόνος θα είμαι, χωρίς εσένα
την αηδονοφωνούσα του παραδείσου.
Εκτός, και όπως τον Αίμονα, χαράξω το κορμί μου με σπαθί,
αίμα ορμητικό από την κάθε μυτερή αιχμή.
