Διήγημα δομημένου ρεαλισμού Α’ επιπέδου τεχνοτροπίας
[Πρώτη δημοσίευση Λογοτεχνικό Δελτίο, τεύχος 36, Φεβρουάριος, Αθήνα 2026]
Είναι Σάββατο πρωί και η πλατεία Μεταξουργείου είναι γεμάτη κόσμο. Ο αέρας μυρίζει μούχλα, καπνό από μαγκάλια και βρασμένα ρεβίθια από τα συσσίτια. Άνθρωποι περπατάνε στους φθαρμένους κυβόλιθους του δρόμου και σέρνουν καρότσια φορτωμένα με καλάθια και γαϊδούρια που τα σαμάρια τους τρίζουν από το βάρος. Στους πάγκους δεξιά και αριστερά είναι απλωμένα εμπορεύματα, ξερά φασόλια, ξερά ψάρια, ξερά ψωμιά. Οι έμποροι δείχνουν με τα χέρια τους τη πραμάτεια τους και προσπαθούν να πείσουν τους πελάτες. Οι αγοραστές σκύβουν στο εμπόρευμα, ρωτούν χαμηλόφωνα, παζαρεύουν, ζυγίζουν με τα χέρια τους και μετράνε τα χρήματά τους. Συμφωνίες κλείνονται, δεσμίδες χαρτονομισμάτων αλλάζουν χέρια και δέματα κρύβονται κάτω από σακάκια.
Στήνω κι εγώ τον πάγκο μου στην άκρη του δρόμου ανάμεσα σε άλλους. Ακουμπάω πάνω του δυο τενεκέδες και κολλάω χαρτιά που γράφουν «Λάδι». Αραδιάζω γύρω τους, μικρά άδεια, πήλινα μπουκάλια κι ένα διάφανο, γεμάτο λάδι. Μπροστά μου και κάτω από τον πάγκο, βάζω ίδια πήλινα μπουκάλια μισογεμισμένα με νερό. Κάθομαι σε χαμηλό σκαμνί και περιμένω. Ακουμπώ το μισοκαμμένο μου τσιγάρο στην άκρη του πάγκου και κοιτώ τα μαγαζιά τριγύρω. Τα περισσότερα κλειστά, εγκαταλελειμμένα, με τις επιγραφές τους ξεθωριασμένες. Στο περίπτερο της γωνίας, ανάμεσα σε αφίσες, περιοδικά κι εφημερίδες ξεχωρίζω τον τίτλο: «Οι υπεύθυνοι της εξαθλίωσής σας». Παραδίπλα, ένα πλανόδιος μουσικός κάθεται σε μια καρέκλα και κουρδίζει το μπουζούκι του. Μπροστά του έχει ένα χάρτινο κουπάκι για κέρματα.
Ένας άντρας πλησιάζει στον πάγκο. Φοράει παλτό δυο νούμερα μεγαλύτερο και στο κεφάλι σκούφο στραβό, χαμηλωμένο, ίσα που βλέπει. Με τα χέρια στις τσέπες κοντοστέκεται μπροστά μου. Ελέγχει γύρω του πριν μιλήσει, θέλει να δει αν τον παρακολουθεί κάποιος.
«Είναι καλό το λάδι;»
«Πρώτο, απ’ τη Μυτιλήνη», του λέω.
«Όλοι απ’ τη Μυτιλήνη έχετε τελευταία, τι έγινε καράβι ήρθε;»
«Ε, κάπως πρέπει να ’ρχεται»
«Να το δω;»
Του δίνω το διάφανο μπουκάλι κι ανοίγω το καπάκι από το δοχείο. Σκύβει πάνω από τον τενεκέ και κοιτάζει μέσα.
«Θολό το βλέπω μέσα στον τενεκέ»
«Είναι το κρύο. Παγώνει κι αυτό. Γι’ αυτό θέλει καλό ανακάτεμα πριν το χρησιμοποιήσεις»
Απλώνω το καπάκι προς το μέρος του.
«Να δοκίμασε»
Εκείνος με το δάχτυλό του σκουπίζει το καπάκι και το γλύφει.
«Πόσο πάει;»
«Μισόκιλο μπουκάλι, ένα χιλιάρικο»
«Εφτακόσια και πολλά είναι»
«Εννιακόσια ακατέβατα»
«Ούτε για τον τενεκέ ολόκληρο δε δίνω εννιακόσια», είπε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.
«Δώσε ό,τι μπορείς και φύγε», του λέω σιγανά. «Δεν θέλω φασαρίες στον πάγκο μου»
«Εφτακόσια», ψιθυρίζει κοντά στο πρόσωπό μου και η ανάσα του βρωμάει τσιγάρο και ταγγίλα.
Βγάζει τα λεφτά από τη τσέπη του. Τα δάχτυλά του τραχιά, με φαγωμένα νύχια, βρώμικα. Διπλώνει τα χαρτονομίσματα στα δύο και τα σπρώχνει πάνω στον πάγκο. Τα παίρνω χωρίς να τον κοιτάξω. Παίρνω ένα από τα μπουκάλια κάτω από τον πάγκο και γέρνω τον τενεκέ. Το γεμίζω πολύ αργά.
«Και είναι αυτό μισό κιλό;» ρωτάει
«Ναι. Να κοίτα το μπουκάλι μπροστά σου. Μισόκιλα είναι, όλα»
Σφραγίζω σφιχτά το καπάκι και του το δίνω. Βγάζει ένα κομμάτι εφημερίδα από την τσέπη, το τυλίγει και το κρύβει μέσα από το παλτό. Φεύγει βιαστικά, με το κεφάλι χαμηλωμένο. Τον παρακολουθώ μέχρι που χάνεται στο πλήθος. Από το ίδιο σημείο του δρόμου, έρχεται η Κατίνα. Φοράει σκούρο μαντίλι, το πρόσωπό της κοκκινισμένο απ’ το κρύο. Περπατάει γρήγορα, κρατώντας ένα σακούλι. Στήνεται πίσω από τον πάγκο, αφήνει το σακούλι στα πόδια της και βγάζει κρυφά ένα μπουκάλι γεμάτο νερό. Χωρίς να με κοιτάξει και τακτοποιώντας τα μπουκάλια πάνω στον πάγκο με άλλη σειρά με ρωτά,
«Έχει κίνηση;»
«Ψόφια πράγματα»
«Κακώς ήρθαμε εδώ, στο είπα. Φάτσα κάρτα, λες και είμαστε…»
Ένας άντρας σταματά μπροστά στον πάγκο. Ίσα που φαίνεται το πρόσωπό του. Φοράει κασκέτο και καμπαρντίνα κουμπωμένη ως τον λαιμό. Η Κατίνα τον χαιρετά πρώτη, με χαμόγελο, και βάζει το χέρι στη μέση ανοίγοντας το παλτό της.
«Καλημέρα, αφεντικό. Έχουμε λάδι, φρέσκο, καθαρό. Να, δες!»
Πιάνει το διάφανο μπουκάλι και το σηκώνει ψηλά. Το λάδι, χρυσαφί, γυαλίζει στο φως.
«Από πού είναι;» ρωτά.
«Από Μυτιλήνη», λέει εκείνη.
«Όλοι απ’ τη Μυτιλήνη φέρνετε τελευταία»
«Από εκεί έρχεται το καλό. Θες να το δοκιμάσεις;»
Του δίνει το καπάκι. Εκείνος παίρνει στα χέρια του διάφανο μπουκάλι. Το σηκώνει στο φως, το γυρίζει, το κοιτάζει πλάγια.
«Πολύ διάφανο για λάδι», λέει.
«Είναι ελαφρύ», λέει εκείνη. «Τρώγεται ωραία»
Ανοίγει το πορτοφόλι του, βγάζει λίγα χαρτονομίσματα. Τα κρατά στο χέρι, χωρίς να τα δίνει.
«Πόσο πάει;»
«Ένα χιλιάρικο», λέει εκείνη.
«Για αυτό εδώ;»
«Για το καλύτερο λάδι που θα βρεις. Άμα δε σ’ αρέσει, μην ξανάρθεις»
Το βλέμμα του πάει από το μπουκάλι σ’ εκείνη κι ύστερα σ’ εμένα.
«Σε έχω ξαναδεί εσένα», μου λέει. Ανασηκώνω τους ώμους χωρίς να μιλήσω. Κανείς δεν μιλά. «Ναι, σε θυμάμαι. Πούλαγες αλεύρι. Τώρα το γύρισες στο λάδι. Απορώ που τα βρίσκεις.»
Τώρα χαμογελάει κι εκείνος αλλά δεν αφήνει το διάφανο μπουκάλι από το χέρι του.
«Πάρε μισό να δοκιμάσεις», του λέει η Κατίνα.
Εκείνος το σηκώνει, το κοιτάζει πάλι στο φως.
«Θα πάρω αυτό», λέει.
«Όχι, όχι αυτό. Αυτό είναι το δείγμα. Θα σου βάλουμε σε άλλο, φρέσκο, κατευθείαν από τον τενεκέ», απαντά και μου κάνει νόημα να γεμίσω ένα πήλινο μπουκάλι.
Βγάζω ένα μισογεμάτο με νερό κάτω από τον πάγκο και ρίχνω αργά λάδι από τον τενεκέ. Ανταλλάσσουμε το μπουκάλι με τα χρήματα χέρι με χέρι. Κοιτάω τα χέρια του. Καθαρά και κομμένα νύχια. Φεύγει κρατώντας το μπουκάλι σε κοινή θέα. Το πλήθος κλείνει γρήγορα πίσω του και χάνεται από τη ματιά μου. Η Κατίνα σκουπίζει τον πάγκο με το μανίκι της.
«Δεν ήταν πελάτης», λέει.
«Το ξέρω», της απαντώ.
Μένουμε σιωπηλοί για λίγο και ξεκινάμε να μαζεύουμε τον πάγκο βιαστικά. Η Κατίνα αδειάζει το νερό από τα μπουκάλια κι εγώ σφραγίζω τα καπάκια από τους τενεκέδες και τα βάζω στο καρότσι. Τα χέρια τρέμουν. Τα γόνατα λυγίζουν. Στο βάθος, κάποιος παίζει στο μπουζούκι έναν σκοπό. Μοιάζει με ρεμπέτικο…
Με πιάσαν ένα απόγευμα μεσ’ στο Μεταξουργείο,/ γιατί επούλαγα νερό για λάδι, ένα δοχείο. / Μάνα μου πώς θα γλιτώσω, μεσ’ στη φυλακή θα λιώσω.
Κι αμέσως με δικάσανε δυο χρόνια, τον καημένο / και μ’ έκλεισαν μεσ’ στου Συγγρού σαν λέων λυσσασμένο. / Εκεί είδα, μάνα μου, πολλούς γδυτούς και πεινασμένους / κι από τον τύφο κρούσματα, βγάζανε πεθαμένους. /
Τρέξε, μανούλα, βγάλε με και δεν το ξανακάνω, / δυο χρόνια μεσ’ στη φυλακή ο δόλιος θα πεθάνω.
