Ο ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΛΕΕΙ
Στα κατάλοιπά μου σας είχα προϊδεάσει: αφήστε κατά μέρος τις προηγούμενες καταθέσεις μου: θα πω την αλήθεια μόνο όταν θέλω εγώ ή όταν μ’ αφήσουν να κλάψω και ίσως θυμάστε ότι εκείνο το καλοκαίρι ένα πουλί κάθισε πάνω στα κάγκελα του κήπου, κάτι είπε στην κοπέλα της βεράντας, αλλά εκείνη δεν άκουσε. Βούιζε ο κόσμος από τα τζιτζίκια. Και τότε σκέφτηκα πως αυτή τη σκηνή θα τη θυμηθώ κάποτε, ύστερα από χρόνια, και θα κλάψω απαρηγόρητος. Αυτή ήταν η αιτία, αν θέλετε να ξέρετε, που έκλαιγα απόψε ή, καλύτερα, όταν το τρένο πέρασε μέσα από το στήθος μου σφυρίζοντας για τρίτη φορά τυλίχτηκα στους ατμούς της μελαγχολίας σας, αλλά η μουσική που ερχόταν σαν χάδι από το βάθος ήταν η φοβερή μαγγανεία του χρόνου όπως τότε που με πήραν οι μικρές πεθαμένες εξαδέλφες μου και μπήκαμε με νοσταλγία στο όνειρο όπου καρτερικά πρόσμενε η θεία Ελβίρα να θηλάσω από το μαραμένο της στήθος, ώσπου χάσαμε εντέλει το δρόμο και μείναμε για πάντα στο όνειρο.
Και άλλοτε κοιτώντας στον καθρέφτη το χρόνο να μάχεται στο πρόσωπό μου επάνω «τι μάχη στημένη!» σκεπτόμουν «τι σημαδεμένα χαρτιά!», αλλά «μη λυπάσαι» μου έλεγε από τη φωτογραφία η θεοφοβούμενη θεία Γλυκερία «γιατί η ωραία νεότητα είναι το μυστικό κλειδί που μας ανοίγει την πόρτα προς το παρελθόν» –
όπως όταν γυρίζουμε στην αληθινή μας ζωή και συναντάμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, τον ρακένδυτο κηδευτή της ζωή μας να προσπαθεί το κορμί του να ξεκουράσει από το βάρος του σώματος που σήκωσε το δειλινό και αμήχανοι ρίχνουμε ένα κέρμα στο ντενεκάκι και φεύγουμε τρέχοντας ή όταν βλέπουμε τον ιεροψάλτη κυρ-Λαυρέντη να προσπαθεί να φορέσει τον ματωμένο χιτώνα της σάρκας και ο Θεός που διαβαίνει του χαρίζει ένα ματσάκι βιολέτες και σ’ εμάς ένα κουτάβι κουτσό για να μην πεθάνουμε ολομόναχοι.
Αλλά πάλι θα πείτε προς τι τόσο πάθος αφού οι αναμνήσεις έρχονται μονάχα για να μας παιδέψουν και όσες φορές επιστρέφουμε δεν μας περιμένει κανένας όπως το μεταμεσονύκτιο τρένο φτάνει στην προκαθορισμένη ώρα και βρίσκει το σταθμό ερειπωμένο και ο μοναδικός επιβάτης κατεβαίνει στην αποβάθρα της αιωνιότητας και ακουμπώντας τον ώμο του στον φανοστάτη του πασάγιου κλαίει με δάκρυα πικρά και πιο πέρα η φτωχή Ραχήλ με τα ανίατα όνειρα κυνηγάει τη νυχτερίδα της νιότης της και μια λασπωμένη βροχή διαλύει όλες τις προσδοκίες και κανείς δεν γνωρίζει πότε θα ‘ρθει η ώρα – και για ποιο πράγμα θα ‘ρθει η ώρα, ούτε καν η μικρή μου Τερέζα που μου γνέφει πίσω απ’ το δέντρο δείχνοντάς μου το λευκό της εσώρουχο ούτε και η Δεσποινίς Ευρυδίκη που προσμένει να με σύρει έξω απ’ τον Άδη.
Ήταν τότε σας λέω που, παιδάκια εμείς, τροφοδοτούσαμε τη μεγάλη φωτιά της αποκριάς με πουρνάρια στο δρόμο, οπότε ο σκοτεινός ξυλοπόδαρος έδωσε μια και τη σκόρπισε, γιατί ακόμη και πίσω από τις γελαστές προσωπίδες μάς συναναστρέφεται ο θάνατος,
και την άλλη στιγμή είδαμε την πεθαμένη στη γέννα Δωροθέα με το φλεγόμενο στήθος, γονατισμένη, καταφιλώντας με δάκρυα το πεθαμένο παιδί της στα μάτια,
ή, την άλλη φορά, εκείνη η γυναίκα άλλων καιρών, που είχε περιβολάκι στην αυλή της, με μαρούλια και πράσα και βυσσινιές και κλήματα, ανεβασμένη στον υδατόπυργο με την παλιά σκουριά στις κολώνες του, πέταξε στον ουρανό ακολουθώντας την παρδαλή της κατσίκα,
και, παρ’ όλ’ αυτά βέβαια, ο χρόνος συνεχίζει να ρέει ακάθεκτα, καταποντίζοντας σε βυθό αφανείας και λήθης τις αυταπάτες μας.
Κι ήταν αλήθεια όταν σας έλεγα πως ο τρελός θαμώνας του παλιού καφενείου επέστρεφε το βράδυ στο φτωχό κοιμητήριο και έσκαβε, νύχτες και νύχτες, το τούνελ που θα συντόμευε την απόσταση από την πρόθεση μέχρι την πράξη και το πρωί η ραχητική καντηλανάφτισσα άφηνε γι’ αυτόν ένα αχνιστό τσαγερό στη ρίζα του δέντρου των πρωτοπλάστων –
αλλά όταν άνοιξα την πόρτα η μητέρα στεκόταν ντυμένη νύφη, «έλα πάμε» μου λέει, «πού να πάμε μητέρα;» της λέω, και τότε κατάλαβε ότι ήμουν ο γιος που θα αποχτούσε και έκλαιγε, έκλαιγε ασταμάτητα επειδή γνώριζε πως θα με καταδίκαζε στην αιώνια περιπλάνηση,
καθόμουν λοιπόν στο σκαλάκι της πόρτας μαζί με το φτωχό μου φίλο Ιγνάτιο και βλέπαμε να έρχεται από το βάθος της αυταπάτης εκείνος που θα εμπόδιζε τις σκιές να σκεπάσουν το βλέμμα μας, αλλά όταν πλησίασε και είπαμε «τώρα είναι η στιγμή», εκείνος προσπέρασε και χάθηκε πέρα από τη ματαιότητα.
Όμως στο τέλος της μέρας περνούσε κάτω στους αγρούς η εαρινή λιτανεία, μικρά παιδάκια κρατώντας εικονίτσες και άλλοι με λάβαρα και εξαπτέρυγα και μεγάλες εικόνες από το τέμπλο της εκκλησίας καθώς και ένα πορτρέτο του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ δίπλα δίπλα με την εικόνα του αγίου Βλασίου και κάποιοι ακόμη με τρακτέρ ακολουθούσαν και πολλοί ανάμεσα στα αγριάκανθα και ο εφημέριος με το άσπρο του ράσο και το άσπρο επίσης πετραχήλι και έψαλαν όλοι τον Κωνσταντίνο τον μικρό τον μικροΚωνσταντίνο και είδαμε τότε την εξαφανισμένη Γλυκερία γυμνή ανεβασμένη στην αχλαδιά να στολίζει με ανθάκια λευκά το σγουρό της εφηβαίο –
με λίγα λόγια, μονάχα οι νεκροί μπορούν να θησαυρίζουν από τόσα φορτία λησμονιάς και ο Θεός, μόνο αν δεηθεί η πόρνη μπορεί να εισακούσει κι όλους τους άλλους,
ή, όπως λέμε συνήθως, τα ποιήματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ενέχυρα με τα οποία δανειζόμαστε ψιχία αιωνιότητας, ενέχυρα που η εκποίησή τους βαθαίνει της αβύσσου το χάσμα.
Και στην άκρη της μάντρας ο Πάνος, φορώντας μια μάσκα θεάτρου, τακτοποιούσε τα χειρόγραφα της βροχής – φύλλα ξερά ως τη θάλασσα, φεγγάρια χλωμά, φτερά παλιών αγγέλων ξεφτισμένα, και ο Ηλίας έψαχνε τον παππού του σ’ ένα υπόγειο ανύπαρκτο και, ετοιμάζοντας τα μνήστρα της αβύσσου, έλεγε «θα χαθώ, λόγος κι εγώ μέσα στα λόγια των χαμένων ή λυπημένο σύννεφο που πνέει ψιθύρους απ’ το πικρό αλφάβητο της ερημιάς» και ο Γιώργος, ω! ο αγαπημένος μου Γιώργος με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο, επιστολές ταχυδρομούσε στον Δ. Π. Παπαδίτσα και φρόντιζε να μη σκεπαστεί το ποτάμι που τη φοβερή πατρίδα του αρδεύει,
ή στην εξοχή στεκόταν και έλεγε εκείνη την παλιά προσευχή: «Κάποτε στίχους στα ωραία κυνηγούσα βιβλία όπως ο μικρός τις πεταλούδες στο δημόσιο κήπο, Κύριε, του πόνου γνωρίζοντας έτσι το άλγος»,
που σημαίνει, αν σωστά ερμηνεύω, πως κανένα αίνιγμα δεν λύνεται αν δεν φτάσεις ματωμένος στο τρίστρατο –
ή, ακόμη, εκείνη η βρεγμένη, αβάσταχτα όμορφη, γυναίκα στα μαύρα που περιμένει στην προβλήτα ένα πλοίο ενώ ακούει να σφυρίζει το τρένο που φτάνει γεμάτο πνιγμένους και στο επάνω πάτωμα ο ήχος μιας φυσαρμόνικας μας βεβαιώνει πως τα αθώα παιδιά μπορεί να βρούνε την άκρη του λαβυρίνθου,
ή ότι το βάσανο της ποίησης είναι το τίμημα της αθετημένης υπόσχεσης που δώσαμε στο παιδί που υπήρξαμε κάποτε.
Έβλεπα, λοιπόν, τα τρία αγόρια μου κι άκουγα τον αρχαίο λυγμό κάτω από τη νυχτερινή δροσιά, γιατί όταν σας έλεγα: θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του άλλου αιώνα να νοσταλγώ το Θεό, αυτά τα παιδιά ακριβώς εννοούσα.
