Η πρόσφατη ποιητική μου συλλογή «Millennials – Χρονικό βιωμάτων μιας γενιάς σε κρίση» είναι το πρώτο μονοθεματικό ποιητικό έργο στα ελληνικά γράμματα που αφορά το ελληνικό παράδειγμα της γενιάς των Millennials, δηλαδή των ανθρώπων που γεννήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 1981 έως 1996. Το ρεύμα της ποίησης των millennials [Millennial poetry] αποτελεί ένα λογοτεχνικό ρεύμα με σαφή χαρακτηριστικά. Αυτά είναι η κρίση, η ενσώματη διάσταση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, η διαθεματικότητα στις σπουδές και λογοτεχνικές μελέτες για το φύλο, το αστικό περιβάλλον, η αποδόμηση των μεγάλων αφηγημάτων, η προφορικότητα/ επιτελεστικότητα του ποιητικού λόγου καθώς και η ανάδειξη των ασαφών (ακόμη και ανύπαρκτων) ορίων μεταξύ της υψηλής (ελίτ) και της χαμηλής (pop ή λαϊκής) κουλτούρας.
Είμαστε, κι εγώ η ίδια ως μέρος αυτής της γενιάς, τα τελευταία παιδιά του 20ού αιώνα, λίγο πριν την αυγή του 21ου. Η γενιά μας διακρίνεται για το μεταίχμιο στο οποίο βρέθηκε μοιραία. Η μεταιχμιακή ζώνη προέκυψε με τη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή εποχή, με την αλλαγή στον τρόπο και στο είδος μετάδοσης της είδησης (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την «απευθείας μετάδοση» τρομοκρατικών ενεργειών και πολέμων σε διάφορα σημεία του πλανήτη), με τις απανωτές κρίσεις στην οικονομία, στον ανθρωπισμό, στη στέγαση, στην εργασία, στους θεσμούς και στο περιβάλλον, καθώς και με την έλευση των social media που άλλαξαν ολοκληρωτικά τον τρόπο επικοινωνίας κι ενημέρωσης.
Οι παραπάνω μεταβάσεις υπήρξαν για τη γενιά μας ένα πεδίο κοινών εμπειριών, που χαρακτηρίστηκε κυρίως από την ματαίωση, το σκεπτικισμό και την αγανάκτηση. Μεγαλώσαμε σε μία ελληνική κοινωνία της μεταπολίτευσης που υποσχόταν ένα μέλλον αστραφτερό. Tώρα, με την προηγούμενη γενιά να νοσταλγεί τις δικές της «καλές εποχές», εμείς βρισκόμαστε σε «λειτουργία επιβίωσης» όπου αναζητούμε μέσα από τα μονοπάτια της υπερκόπωσης ένα παρόν και μέλλον πιο δίκαιο, πιο συμπεριληπτικό, πιο ανθρώπινο.
Μοιράζομαι στις φιλόξενες (πάντοτε) Λογοδιαδρομές δύο από τα ποιήματα της νέας μου ποιητικής σύνθεσης:
MILLENNIALS I
Γεννήθηκα millennial.
Έρευνες δείχνουν πως στο μεταίχμιο
μιας εποχής που βρέθηκα τυχαία
λίγο προτού προκύψει η επόμενη γενιά των gen z
η ταξινόμηση που μου ταιριάζει
είναι εκείνη των zillennials
επειδή πρόλαβα τις βιντεοκασέτες
αλλά ήμουν πολύ παιδί για να κατανοήσω την 11η Σεπτέμβρη
επειδή πρόλαβα τη ζωή δίχως κινητά
αλλά ήμουν πολύ παιδί για να κατανοήσω το πέρασμα απ’ τη δραχμή στο ευρώ
επειδή πρόλαβα το παιχνίδι στην αυλή και τα σκισμένα γόνατα
αλλά ήμουν πολύ παιδί για να κατανοήσω την εποχή της μεταπολίτευσης
κάποια μέρα το παιδί μεγάλωσε
σε κόσμο που διατεινόταν πως πλούσια δώρα έχει να προσφέρει
σε τυχερές σακούλες με δύο ευρώ από το περίπτερο
κι η αφθονία γέμιζε με κρύο αέρα τα ψυγεία στα σπίτια
ώσπου η κρίση στα λεφτά ισοπέδωσε οικείες
δημιούργησε παρίες
έριξε ανθρώπους άνεργους απ’ τα μπαλκόνια
προς νέες γαίες πένθιμης ευφορίας
και μια γενιά ολόκληρη,
τη δική μου γενιά,
την έστειλε στο ταμείο
να πληρώσει το λογαριασμό
για όλα τα τραπέζια
στο μαγαζί.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ
Βουτούσε τα φουστάνια της στη θάλασσα
για να μυρίζουν κύμα
και στο βαθύ τους μπλε να γεννηθεί η λευτεριά της
ορμητική να τρέχει έκτοτε στους δρόμους
κι ήσυχη στα στενά του νησιού
να προσφέρει στις χούφτες των άλλων
ιώδιο κι αλάτι
απ’ το νησί στην Αθήνα
κι απ’ τα πελάγη
στ’ άγνωστ’ ακανθώδη δάση
άνθρωποι κοιτούν περίεργα
ένας κορσές στενός
η πόλη θεριεύει τις μέρες κι οδύρεται τις νύχτες
οι λύκοι σπάνε τα παράθυρα
ασφυκτικός κλοιός
λίγη ζωή,
λίγη μαγιά για να πλάσει καινούργια ημέρα,
λίγο οξυγόνο,
μα ξημερώνει ήλιος θαμπός
ντρέπεται να κοιτάξει τα λευκά της μαλλιά
που κόκκινα βάφτηκαν στην άσφαλτο
κανείς δεν την αναζητά
από τύχη
ή σύμπτωση
κάποιος παλιός γνωστός
ύστερ’ από μήνες
στα αζήτητα ψυγεία της λήθης
θυμήθηκε το πρόσωπό της
και σαν πικρή καραμέλα
στριφογύρισε στη γλώσσα τ’ όνομά της
Δήμητρα.
* το ποίημα αφιερώνεται στη Δήμητρα της Λέσβου, ένα πλάσμα που έζησε και έφυγε από τη ζωή τραγικά, (υπεν)θυμίζοντας με τον θάνατό της πως όλα τα σώματα (θα πρέπει να) έχουν σημασία.
