Επιλογή Σελίδας
Αρχική 9 Κείμενα 9 Πεζά 9 Γιώτα Ταχταρά, Η θεία Μυρσίνη έχει µάτια και στην πλάτη

Γιώτα Ταχταρά, Η θεία Μυρσίνη έχει µάτια και στην πλάτη

από | Απρ 29, 2026 | Πεζά, Κείμενα

Πιάσε τα µαλλιά σου πίσω µη µου ρίξεις καµιά τρίχα στο φαϊ, πήγαινε στην άκρη, όχι έτσι, άσε

θα το κάνω εγώ -η θεία Μυρσίνη µοιράζει διαταγές σκυφτή µε τα χέρια απλωµένα πάνω από τα

κατσαρολικά και τους αγκώνες προς τα έξω, σαν να περιφρουρεί µυστικά. Η κουζίνα της µας

χωράει όλες, αλλά εκείνη µας εκτοπίζει επιδέξια µε το σώµα της και άγαρµπα µε τις λέξεις της,

µας οδηγεί στην πόρτα σαν βοσκός και εµείς το σκάµε προς διάφορα σηµεία του σπιτιού.

Βρίσκουµε τους άντρες που πίνουν από το πρωί τσίπουρα στο µπαλκόνι και τσιµπάνε το

κοκορέτσι απευθείας από τη σούβλα. Ούτε που τους έχει περάσει από το µυαλό να µπουν για

έναν γύρο σ’ αυτό το ρινγκ πυγµαχίας. Οι ήχοι από την κουζίνα της θείας Μυρσίνης είναι

απειλητικοί σαν το βλέµµα της, αλλά οι µυρωδιές µάς τραβάνε πάλι πίσω ενάντια σε κάθε

ένστικτο αυτοπροστασίας. Τι θες εδώ, µην στέκεσαι µέσα στα πόδια µου, τα µαλλιά σου να

µαζέψεις είπα, πρόσεχε µην καείς. Ξανασκορπάµε µακριά από την κουζίνα σαν γυάλινοι σβώλοι

σε µαρµάρινο πάτωµα και σαν να χτυπάµε στους απέναντι τοίχους επιστρέφουµε µετά από λίγο

όταν ακούµε τον αναστεναγµό της: όλα µόνη µου θα τα κάνω πάλι;

Μπαινοβγαίνω στα δωµάτια ακολουθώντας σαν σκιά τη µαµά µου, την τραβάω από το

παντελόνι όταν την περικυκλώνουν πολλές µεγάλες γυναίκες µαζί. Δεν µου αρέσουν οι

ερωτήσεις τους. Θα ήθελα να µπορώ να πατήσω µε δύναµη τα πόδια τους, ή να τους σηκώσω τις

φούστες σαν άνεµος για να τις κάνω να σκάσουν. Όταν αρχίζει η διαδικασία του τραπεζιού,

λουφάζω στην γωνία που µου δείχνει η µαµά µου µε ένα νεύµα του κεφαλιού. Προσπαθώ να

πιάσω όσο το δυνατόν λιγότερο χώρο, να µην αφήσω ούτε τσάκιση στα µαξιλάρια, όλοι ξέρουµε

ότι το σπίτι της θεία Μυρσίνης δεν είναι φτιαγµένο για µικρούς, µόνο για µεγάλους, και η

υποµονή της θείας Μυρσίνης δεν είναι αρκετή ούτε για µικρούς ούτε για µεγάλους. Όταν

νοµίζουν ότι δεν τις ακούει, οι άλλες λένε ότι δεν έκανε παιδιά ποτέ και γι’ αυτό νευριάζει τόσο

εύκολα και φωνάζει σαν άντρας. Αλλά αυτό που καµία τους δεν καταλαβαίνει είναι ότι η θεία

Μυρσίνη ακούει τα πάντα.

Γύρω µου φουσκώνει ένα κακόφωνο χάος από χέρια και πιάτα, αλλά µέσα στις άναρχες οδηγίες

και κινήσεις υπάρχει µια περίεργη οικειότητα, µια αρµονία. Ξέρω τι να περιµένω πια και αυτό το

περίεργο τέρας µε τα πολλά κεφάλια που χειρονοµεί σκορπίζοντας διπλωµένες πετσέτες και

κρυστάλλινα ποτήρια δείχνει ότι η οικογένεια είναι και πάλι µαζί, όλοι καλά και φέτος, θείοι,

θείες και όλα τα ξαδέρφια µε τα δικά τους παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, συγγενείς από

γάµους, αίµα ή κουµπαριά, σαν απλωµένα κλαδιά ενός υπεραιωνόβιου δέντρου που περιµένει

και την φωτογραφία µου. Όπως κάθε χρόνο έχουµε καλέσει και τον ανύπαντρο αδερφό του

παππού, όλοι τον λένε γεροντοπαλίκαρο, και την πρώτη φορά που τον είδα ξαφνιάστηκα όταν

µπήκε σκυφτός πάνω στο µπαστούνι του, µόνο παλικάρι δεν θύµιζε.

Από την γωνία µου τα παρακολουθώ όλα σιωπηλά προσπαθώντας να µην χάσω ούτε

λεπτοµέρεια. Ολόλευκα τραπεζοµάντηλα τινάζονται στον αέρα πριν κατέβουν τρεµουλιαστά να

καλύψουν τα ενωµένα τραπέζια, τα ντουλάπια µε τα καλά σερβίτσια ανοίγουν επιτέλους µε το

κλειδί από την τσέπη της θείας Μυρσίνης, τα καλάθια µε τα κόκκινα αυγά στολίζονται στη µέση,

όλα γίνονται µε αλλόκοτα συντονισµένες κινήσεις που περνάνε από γενιά σε γενιά. Η

χορογραφία της άνοιξης, σκέφτοµαι, εκείνοι γιορτάζουν το Πάσχα τους, αλλά εγώ δεν είµαι

 βαφτισµένη, µάλλον γι’ αυτό προσέχω µόνο τα παγανιστικά κοτοπουλάκια και λαγουδάκια, τα

αυγά και τα λουλούδια. Η µαµά µου λατρεύει τα λουλούδια, µου χαρίζει κι εµένα πολύ συχνά,

προτιµά αυτά που µυρίζουν όπως η άνοιξη, η αλλαγή, η νέα ζωή. Την έχω πιάσει πολλές φορές

µε το πρόσωπό της βυθισµένο σε κλωνάρια πασχαλιάς, κλείνει τα µάτια της αναπνέει αργά. Και

όταν τα ανοίγει πάλι, µου χαµογελάει πάντα.

Πρόσεχε, καίει το πυρέξ, βάλε πρώτα το φελλό κάτω, µη µου χαλάσεις το τραπέζι. Η πόρτα της

κουζίνας άνοιξε απότοµα, όρµησαν έξω οι διαταγές της θείας Μυρσίνης, όρµησαν και τ’ αχνιστα

πιάτα σαν ατµοµηχανές προς τον σιδηρόδροµο από ενωµένα τραπέζια, οι πιατέλες µοιράζονται

σε ίσες αποστάσεις για να έχουν όλοι πρόσβαση στους µεζέδες, οι κανάτες µε το αιµάτινο κρασί

στήνονται στην πλευρά των µεγάλων, κάποιος πετάγεται από την καρέκλα του να φέρει τις

σόδες, άλλος το αλάτι, κάθονται τελικά όλοι, εξουθενωµένοι και ανυπόµονοι, ευχές και

τσουγκρίσµατα, γέλια, ευγνωµοσύνη για το φαγητό και τους ανθρώπους, ας ελπίσουµε πως

καµία τρίχα δεν µαγάρισε το τζατζίκι και φέτος.

Ο µπαµπάς µου λέει συχνά ότι οι θέσεις γύρω από το τραπέζι είναι πιο οργανωµένες και από το

καλύτερο διαπραγµατευτικό σχέδιο των κυανόκρανων, οι µικροί από εδώ, οι µεγάλοι από εκεί, ο

θείος Ηλίας στην άλλη άκρη από τον γαµπρό του που δεν µιλιούνται από τις εκλογές, οι

κουτσοµπόλες µακριά από τους έφηβους, οι θείοι µακριά από τις ξεπεταγµένες ανιψιές, στην

τιµητική µέση εκτίθενται όσοι θα µπορέσουν να αντέξουν τους προβολείς ανάκρισης, ειδικά

όσοι πέρασαν µόλις στο πανεπιστήµιο ή αρραβωνιάστηκαν, ενώ οι άνεργοι, άτυχοι ή ανύπαντροι

άνω των 30 διασπείρονται στις άκρες σαν κοµπάρσοι που εύχονται να µην τους πιάσει ποτέ η

κάµερα. Εκείνοι που λένε αστεία και πίνουν πολύ σπείρονται στρατηγικά να κατευνάσουν

παράπονα και κακίες, ενώ ο θείος που έχει χάσει κάθε φίλτρο µε την άνοια στέλνεται διαρκώς

για να φέρει κι άλλες µπύρες από τον καταψύκτη στο υπόγειο.

Μόνο η θεία Μυρσίνη, που ξέρει πάντα τις τελευταίες έχθρες ή αγάπες µπορεί να χαλιναγωγήσει

αυτό το συρφετό από οικογενειακά πάθη και άλυτες διαφορές γενεών µε το βλέµµα και τις

καρέκλες της. Και µε το φαγητό της. Όποιος αρχίζει να τρώει ξεχνάει γιατί είχε νεύρα, τι ήθελε

να πει, πώς ένιωσε αδικηµένος και συγκεντρώνεται µόνο σ’ αυτό, στις µπουκιές που δέχεται το

στόµα ευλαβικά, σαν κοινωνία. Πηρουνιά µε πηρουνιά και ποτήρι µε ποτήρι, η πλευρά των

µεγάλων κερδίζει στη φασαρία και τα γέλια την πλευρά των µικρών. Εκεί, στο τέλος των

ενωµένων τραπεζιών που αλλάζει χρώµα και υφή το τραπεζοµάντηλο, πάντα λεκιασµένο από

κοκακόλες και ντοµάτα, τα παιδιά τσιρίζουν τώρα χωρίς να ξέρουν τον λόγο, µόνο για να

σιγοντάρουν την χαρά των γονιών τους.

Εµένα µε αφήνουν και κάθοµαι όπου θέλω και πάντα προτιµώ να κουλουριάζοµαι κάτω από το

τραπέζι. Εκεί που καταλήγουν όλα τα µυστικά και τα ψίχουλα. Είµαι η µόνη που βλέπει τα

πρησµένα πόδια που ανακουφίζονται χωρίς παπούτσια, τα βιαστικά τσιµπήµατα για ν’ αλλάξει

θέµα. Εγώ µόνο ξέρω για τα κρυµµένα κινητά και τα µηνύµατα που στέλνουν οι αντίχειρες κάτω

από το πέπλο του τραπεζοµάντηλου, τα αγόρια που είναι ερωτευµένα µε αγόρια και δεν τολµούν

να το πουν, τα κορίτσια που είναι ερωτευµένα µε κάποιον που περνάει τη µέρα µε την σύζυγο

και τα παιδιά του σε ένα άλλο τραπέζι σαν κι αυτό, τις εφηβικές γροθιές που σφίγγονται για να

µην εκτιναχθούν στα γονεϊκά σαγόνια, τα κοριτσίστικα νύχια που χώνονται στις παλάµες για να

 µην φάνε ούτε µια µπουκιά ακόµα, τα νευρικά δάχτυλα, κόκκινα από την µπογιά των αυγών, που

κάθε τόσο τσεκάρουν την τσέπη µε τον αναπτήρα και τα τσιγάρα. Τα πόδια κάτω από το τραπέζι

χορεύουν σε έναν ρυθµό που µόνο εκείνα ξέρουν και τα παιδικά χτυπάνε το έδαφος σαν

ελατήρια µε κάθε λέξη. Αν ήµασταν σε αµερικάνικη ταινία, θα υπήρχε σίγουρα κάποιος που θα

τάιζε κρυφά το σκύλο της οικογένειας. Αλλά ο σκύλος του σπιτιού είναι έξω στην αυλή, δεν έχω

παρέα εδώ κάτω, µόνο µερικές φορές περνάνε σαν σκιές τα µωρά που χάνουν ή ρίχνουν οι

γυναίκες της οικογένειας και τυλίγονται σαν οµίχλη γύρω από τους αστραγάλους τους. Ξέρεις

ποιες είναι οι δικές τους µαµάδες γιατί σφίγγουν τα γόνατα µεταξύ τους λίγο παραπάνω. Αλλά

συνήθως είµαι µόνη µου, µε όλα αυτά τα πόδια που παλεύουν για χώρο στο τραπέζι, που

µουδιάζουν από την ανία, που λυγίζουν από το µεθύσι, το πόδι του θείου που σέρνεται µετά το

εγκεφαλικό. Πόδια και άλλα πόδια, κάτω από το τραπέζι η οικογένειά µου διπλασιάζεται.

Βλέπω το χέρι του µπαµπά µου να πιέζει το χέρι της µαµάς µου τρεις φορές, όσες οι

προσυµφωνηµένες συλλαβές του “σ’ αγαπώ”. Τα παπούτσια τους αλλάζουν θέση και πάνω στο

τραπέζι κάποιος έχει σηκώσει το ποτήρι και εύχεται “άντε και του χρόνου µε ένα µωράκι”. Ο

παππούς µου µουγκρίζει και σέρνει τα πόδια του σαν θυµωµένος ταύρος που παίρνει φόρα. Η

µαµά µου πιέζει µε τη σειρά της το πόδι του µπαµπά µου τρεις φορές. Αν ήµουν πάνω µαζί τους

θα τον έβλεπα σε λίγα λεπτά να την τραβάει προς το µέρος του και να την φιλάει στον κρόταφο,

εκεί ακριβώς που ξεκινούν τα µαλλιά της, το σηµείο που τρίβει µε τα δάχτυλά της όταν έχει ένα

κακό βράδυ.

Άψητο το αφήσατε το αρνί, φωνάζει η θεία Μυρσίνη κουνώντας το κεφάλι της. Μια δουλειά

είχαν να κάνουν οι άντρες και πάλι τα θαλάσσωσαν. Όπως κάθε χρόνο ανακοινώνει ότι δεν θα

τους αφήσει να ξαναψήσουν µόνοι τους κι εκείνοι γελάνε σαν ν’ απολαµβάνουν τις απειλές της,

αλλά γρήγορα σκύβουν το κεφάλι στο πιάτο τους. Όλοι παινεύουν τα φαγητά της θείας

Μυρσίνης κι εκείνη ξεφυσάει δυνατά από την µύτη της. Ναι, µπορεί να δώσει τη συνταγή, αλλά

δώρον άδωρον, προειδοποιεί, αποκλείεται να την πετύχουν.

Όταν µυρίζει ο καφές και κουδουνίζουν τα µικρά πιατάκια του γλυκού νιώθω περίεργη

ανακούφιση αλλά και ανυποµονησία για τις τούρτες και τα εκλέρ, τα γεµιστά τσουρέκια µε

σοκολάτα και καρύδια, τις µπάλες παγωτού που προσγειώνονται πάνω τους, τις λεπτοκοµµένες

φράουλες και τις φλοίδες αµυγδάλων που στολίζουν τα πάντα. Τα δάχτυλα των παιδιών κολλάνε

από την σαντιγύ και οι γυναίκες κάνουν αστεία για τις έξτρα θερµίδες, οι άντρες ζητάνε ζάχαρη

και γάλα για τον καφέ. Η αδερφή της θείας Μυρσίνης µαζεύει κόκκινα τσόφλια και λερωµένα

µαχαιροπήρουνα και µετράει τα ασηµένια κοµµάτια ρίχνοντας πλάγιες µατιές στο αγόρι της

ξαδέρφης µου που τον λέει Ρωσοπόντιο, αν και έχει µεγαλώσει στην Πάτρα.

Η θεία Μυρσίνη πίνει µια γουλιά καφέ και ζητάει να µελετήσει την σπάλα του αρνιού, να

προβλέψει τα µαντάτα της επόµενης χρονιάς. Ποτέ δεν µας λέει τι διακρίνει στις σκιές του

κόκαλου, αλλά κάθε φορά που γίνεται κάτι, ακόµα και όταν τράκαρε ο άντρας της και έσπασε

την κλείδα του, κουνησε το κεφάλι σαν να ήξερε ότι ερχόταν. Σαν να είχε δει το αυτοκίνητο να

παραβιάζει το κόκκινο, πριν τον οδηγό. Η θεία Μυρσίνη βλέπει τα πάντα. Μπορεί να διαβάσει

την σπάλα, τον καφέ, έχει µάτια και στην πλάτη είπε µια φορά η ανιψιά της και από τότε ψάχνω

να βρω τις µικροσκοπικές τρυπούλες πίσω στην µπλούζα της.

Η ώρα της σπάλας σηµατοδοτεί πάντα και το αποκορύφωµα του γλεντιού. Το ζενίθ. Κάθε χρόνο

όλοι πετάνε τα ίδια αστεία για το µέλλον και ξέρουν τι θα ακολουθήσει. Τα χέρια τους χτυπάνε

δυνατά τα γόνατά τους, τα στόµατά τους ανοίγουν διάπλατα ανάµεσα στα κοκκινισµένα τους

µάγουλα, σαν ξεκαρδισµένα τέρατα που προσπαθούν να καταπιούν το σύµπαν. Αν κλείσω τα

αυτιά µου στους ήχους τους, φαίνονται απλώς σαν µια µανιακή χορωδία σε αρχαίο δράµα. Αν

κλείσω τα µάτια µου, ακούγονται σαν ετοιµοθάνατοι που προσπαθούν να πάρουν ανάσα µέσα

από τους ρώγχους τους. Μερικές φορές σκέφτοµαι τι θα έκαναν να πεταγόµουν τώρα και

αναποδογύριζα τα τραπέζια. Αν τραβούσα τα τραπεζοµάντηλα και έκανα θρύψαλα τα καλά

πιάτα. Αν άρπαζα ένα από τ’ ασηµένια πιρούνια και το κάρφωνα στο χέρι του Αλέκου που όλοι

ξέρουµε ότι χτυπάει την γυναίκα του. Αν έδειχνα αυτόν που έκλεψε το δαχτυλίδι της γιαγιάς

πριν την θάψουν, σπάζοντας τα κέρινα δάχτυλά της από την βιασύνη του. Αν κλωτσούσα την

καρέκλα της Άννας για να πέσει κάτω και έβαζα το γόνατό µου στο λαιµό της, όπως έκανε

εκείνη στο γιο της που δεν έτρωγε τις φακές. Αν άρπαζα το δίκανο από το βάθος της ντουλάπας

και το πέταγα στην µέση του τραπεζιού, περιµένοντας να πηδήξουν όλοι να το διεκδικήσουν

επειδή δεν εµπιστεύονται να το έχει κανένας άλλος, σαν εκείνο το τραγούδι που µαθαίνουν στο

νηπιαγωγείο “σε µια ρώγα από σταφύλι, έπεσαν 8 σπουργίτες”. Τσιριτρί, τσιριτρό.

“Και του χρόνου” εύχονται εν χορώ. Τώρα ξέρω ότι δεν µένει πολλή ώρα ακόµα πριν µπούµε µε

την µαµά και τον µπαµπά στο αυτοκίνητο για να γυρίσουµε στην Αθήνα. Μου αρέσει να

κάθοµαι πίσω µε τα τάπερ και τα αλουµινόχαρτα, να µυρίζω τα φαγητά και τις ιστορίες τους.

Μου αρέσει η στιγµή που βάζουν τις ζώνες τους και κοιτάζονται γιατί τους πιάνουν νευρικά

γέλια και χαιρετάνε µε τα χέρια έξω από τα παράθυρα ενώ γελάνε και γελάνε µέχρι δακρύων.

Άραγε υπάρχει πιο ευτυχισµένη στιγµή από αυτή που η µαµά σου και ο µπαµπάς σου ρίχνουν το

κεφάλι πίσω και να γελάνε δυνατά, σαν να στέλνουν διονυσιακές προσευχές στον ουρανό; Από

το παράθυρο του αυτοκινήτου διακρίνω τις θείες να κάνουν σταυρούς στον αέρα, αγέλαστες και

στητές από καθήκον. Όταν τα δάκρυά της µαµάς µου συνεχίζουν και µετά τα γέλια της, ο

µπαµπάς µου πάντα λέει πως όλα θα πάνε καλά και την φιλάει στον κρόταφο, εκεί που αρχίζουν

τα µαλλιά της.

Ένα πηρούνι κουδουνίζει στο πάτωµα. Σκύβει να το πιάσει η θεία Μυρσίνη, το ψάχνει τυφλά µε

το πρησµένο χέρι της, ανασηκώνει το τραπεζοµάντηλο και για µια ανάσα νοµίζω ότι

κοιταζόµαστε στα µάτια. Τροµάζω γιατί έχω ακούσει τις ιστορίες της ξύλινης κουτάλας που δεν

διστάζει να χρησιµοποιεί στα χέρια των παιδιών της οικογένειας. Λες να θυµώσει που είµαι εδώ

κάτω; Η θεία Μυρσίνη κοιτάζει δεξιά κι αριστερά, µετά πάλι εµένα. Χαµογελάει. Νοµίζω ότι

µου κλείνει το µάτι. Μετά αρπάζει το πηρούνι και σηκώνεται όρθια. Άντε βάλτε όλοι ένα χεράκι,

µην τα µαζεύω πάλι µόνη µου, ουρλιάζει σε όσους δεν πρόλαβαν να το σκάσουν για τσιγάρο

όταν γύρισε την πλάτη της.

Η Γιώτα Ταχταρά σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και δημοσιογραφία στο Λος Άντζελες. Από το 2002 γράφει, μεταφράζει και επιμελείται κείμενα σε γυαλιστερές σελίδες (Cosmo, Marie Claire, BHMAdonna, Madame Figaro, Γυναίκα, Vogue), διηγείται ιστορίες (The Books’ Journal, Fiction Writers Review, Translating Michigan) και τα τελευταία δύο χρόνια οργανώνει την επικοινωνιακή στρατηγική των τμημάτων American Culture και Comparative Literature στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Το 2024 κυκλοφόρησε η νουβέλα της Οκτώ Λεπτά, από τις εκδόσεις Ενύπνιο.

error: Content is protected !!