Αγόρι μου,
Σήμερα είναι Κυριακή. Έβαλα το καλό το κουστούμι. Το γαμπριάτικο. Μου κάνει ακόμα, φαντάσου. Έχω να το φορέσω ούτε εγώ θυμάμαι από πότε. Ή μάλλον θυμάμαι. Περπατάω κάθε Κυριακή ως το καφενείο. Μόνο αυτό μού ’μεινε. Ένα τραπέζι, ένας καφές, ένα νερό. Κάτι να με περιμένει.
Έγραψα αυτό το γράμμα πάνω στο χαρτί που ακουμπάει το ποτήρι. Έμεινε το σημάδι του νερού. Θα μείνει και το σημάδι αυτού του γράμματος μέσα μου, ακόμα κι αν δεν το διαβάσεις ποτέ.
Δεν σε είδα να μεγαλώνεις. Δεν με είδες να γερνάω. Χάθηκες. Φτου, κι εσύ και η μάνα σου. Έτσι εύκολα. Σαν να μην ήμουν ποτέ. Σαν να μη μέτρησα ούτε τόσο δα.
Δεν ήμουν ο καλύτερος πατέρας. Το ξέρω. Δεν σου είπα πολλά. Αλλά ήμουν εκεί. Δούλευα, ξενυχτούσα, έτρεχα. Όχι για μένα. Για σένα. Και τι πήρα πίσω; Σιωπή. Χρόνια σιωπή. Ένα κενό που δε γεμίζει με τίποτα.
Θυμάσαι τα γενέθλιά σου; Τα όγδοα. Το πρώτο πάρτι μετά τον χωρισμό. Με κάλεσες – ή με κάλεσε η μάνα σου, δεν ξέρω. Πήγα. Φορούσα το ίδιο κουστούμι που φοράω και σήμερα. Δεν ήξερα κανέναν. Κανένας δεν μ’ ήξερε.
Κουβέντες γύρω γύρω. Χαμόγελα ψεύτικα. Εγώ με το πιατάκι στο χέρι. Ξένος. Αόρατος. Σαν να ήμουν ο θόρυβος του ψυγείου στην κουζίνα.
Κι όταν ήρθε η ώρα να σβήσεις τα κεράκια, σηκώθηκα κι εγώ. Ήθελα να συμμετέχω. Να είμαι εκεί. Να δείξω πως υπάρχω. Πως σε αγαπάω. Κι όπως άρχισαν όλοι να τραγουδάνε, μπήκα κι εγώ.
Κι εκεί, στη μέση του τραγουδιού, τα μπέρδεψα. Δεν ήξερα αν ήταν “της νιότης το φως” ή “της γνώσης το φως”. Είπα “της νιώσης το φως”. Ακούστηκε. Γέλασε κάποιος. Ίσως η μάνα σου. Εσύ δε γύρισες καν να με κοιτάξεις.
Αυτό ήμουν. Ένα λάθος στα λόγια. Μια παραφωνία στη χαρά σου.
Μεγάλωσες, λέει. Έγινες άντρας. Μπράβο. Μπράβο, ρε. Και ο πατέρας σου; Σκουπίδι. Παρελθόν. Κάτι που πέταξες και δε σου λείπει.
Ξυπνάω και βρίζω τον εαυτό μου. Που δεν έτρεξα. Που δεν σας έψαξα. Που κάθισα και σας κοίταζα να φεύγετε, σαν χαμένος. Και τώρα; Τηλεόραση, καφές, σιωπή. Και μια φωτογραφία σου, μικρός. Άλλη δεν έχω. Δεν μου έστειλες ποτέ.
Μα ξέρεις τι με τσακίζει; Ότι το δέχτηκα. Ότι σας άφησα να φύγετε και έμεινα εδώ. Άχρηστος. Να φοράω κουστούμι για να πιω έναν καφέ. Μόνος.
Κι όταν τελειώνει ο καφές, μένει το κατακάθι. Ό,τι πιο βαρύ. Ό,τι πιο πικρό. Αυτό έμεινε από μένα. Πάτος. Λάσπη. Τίποτα.
Μη με ψάξεις. Δεν έχει νόημα. Εσύ ανέβηκες. Εγώ έμεινα στον πάτο.
Ο πατέρας σου
Τελείωσε. Τύλιξε το χαρτί αργά, με τα δάχτυλα να τρέμουν ελαφρά. Το κράτησε λίγο ψηλά, σαν να το ζύγιζε. Μετά το ’σφιξε στη γροθιά του και το βούτηξε στον πάτο του φλιτζανιού. Το χαρτί ρούφηξε το κατακάθι. Έγινε μάζα καφέ και μελανιού. Ήπιε μια γουλιά νερό. Σηκώθηκε. Ίσιωσε το σακάκι. Και βγήκε έξω, σκεπτόμενος ότι θα φάει πάλι για μεσημεριανό κρύα πίτσα από εχθές το βράδυ.
Ο Αλέξανδρος Αντωνίου γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και τα τελευταία (πολλά) χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία από επιλογή αλλά δεν ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και πάλι από επιλογή. Έχει τελειοποιήσει την τέχνη του tsundoku. Τον χειμώνα εντοπίζεται στις πρώτες σειρές καλών θεατρικών παραστάσεων, το καλοκαίρι στα πρώτα τραπέζια καλών ταβερνών της πατρίδας του της Λέσβου.
