Την παρακολουθούσα από την πόρτα της κουζίνας.
Είχε μόλις τελειώσει το πρωινό και κρατούσε το τραπεζομάντηλο απ’ τις δύο άκρες. Το τίναξε με προσοχή πάνω στο στενό περβάζι του παραθύρου. Τόση προσοχή, λες και δεν ήθελε να χαθεί ούτε ένα ψίχουλο.
Έξω, το φως έπεφτε στις λεμονιές και στη βουκαμβίλια που έριχνε τη σκιά της στο παράθυρο, κι αμέσως δυο σπουργίτια πλησίασαν να τσιμπήσουν τα ψίχουλα.
Την είδα να τα κοιτάζει για λίγο, με εκείνο το βλέμμα της που δεν ήξερες ποτέ αν σκεφτόταν κάτι ή απλώς ξεκουραζόταν από τις σκέψεις.
Αναρωτήθηκα γιατί το έκανε.
Κάθε πρωί, η ίδια τελετουργία: να ταΐσει τα σπουργίτια, μετά τις εφτά γάτες που ζούσαν γύρω απ’ το σπίτι, και στο τέλος τον σκύλο που κοιμόταν στην αυλή.
Ποια ανάγκη της να εξυπηρετεί όλο αυτό; Ίσως η ανάγκη να δίνει, να φροντίζει κάτι, οτιδήποτε, τώρα που κανείς δεν ζητούσε πια τη φροντίδα της.
Έκλεισε το παράθυρο και πήγε προς τον νεροχύτη.
Το ραδιόφωνο έπαιζε χαμηλά, «πάω να πιάσω ουρανό» της Αρβανιτάκη, και το φως που έμπαινε μέσα έκανε τα πλακάκια να λαμπυρίζουν.
Έπλενε κάτι με τα χέρια της μέσα στο νερό, ήρεμα, μηχανικά, σαν να μπορούσε με αυτό το πλύσιμο να ξεπλύνει και τη μέρα που ερχόταν.
Τη θυμάμαι μικρός, τότε που όλα ήταν πιο απλά. Δεν μαγείρευε σχεδόν ποτέ. Έβραζε μακαρόνια ή έφτιαχνε αυγά, τίποτα άλλο.
Μαγείρευε από ανάγκη, όχι από αγάπη.
Κι όμως, μεγαλώνοντας, έγινε σχεδόν «παραδοσιακή». Μαγείρευε τα πάντα, με προσοχή, με μεράκι, σαν να ήθελε να αποδείξει κάτι.
Γιατί άραγε; Τι την έκανε να αλλάξει έτσι;
Ακόμη κι ο πατέρας μου, που ποτέ δεν ήξερε να λέει κοπλιμέντα, της έλεγε καμιά φορά: «Τι θα σερβίρει πάλι η πολίτικη κουζίνα σου;» ή «Μπαίνω στο σπίτι και σπάει η μύτη μου απ’ τις μυρωδιές!»
Κι εκείνη, αντί να χαρεί, φούσκωνε το στόμα της και απαντούσε απότομα: «Και μου ‘λεγε η μάνα μου μην μιλάς κόρη μου, μη μιλάς».
Κι έπειτα σιωπή. Μια σιωπή που έμενε στο δωμάτιο όπως μένει η μυρωδιά από το τηγανητό λάδι.
Πολλές φορές είχε πει πως, αν γύριζε τον χρόνο πίσω, ίσως να μην παντρευόταν. «Μου έφτανες εσύ», έλεγε καμιά φορά. Αλλά τότε, εκείνα τα χρόνια, οι γυναίκες δεν έκαναν σχέδια, έκαναν αυτό που αναμενόταν. Και το αναμενόμενο δεν ρωτούσε ποτέ αν ήθελες.
Μερικές φορές νομίζεις πως διάλεξες, αλλά στην πραγματικότητα απλώς έμαθες να ζεις έτσι.
Το τραγούδι άλλαξε.
Ο Νταλάρας τώρα, «Έχω έναν καφενέ…». Κι ύστερα ο στίχος «αυτών που μένουνε και περιμένουνε».
Την είδα να παγώνει, τα χέρια της να σταματούν μέσα στο νερό. Δεν νομίζω πως τον είχε προσέξει ποτέ έτσι τον στίχο αυτόν. Τώρα όμως μάλλον την άγγιξε, σχεδόν σαν εξομολόγηση. Ίσως γιατί είχε περάσει μια ζωή μένοντας. Και, με τον τρόπο της, περιμένοντας. Περιμένοντας τι;
Ξέπλυνε τα χέρια της, πήρε ανάσα, κι έπιασε το κοτόπουλο που περίμενε στον νεροχύτη.
Το γύριζε στα χέρια της προσεκτικά, σχεδόν τρυφερά, λες και κρατούσε κάτι ζωντανό.
Κάποια στιγμή σταμάτησε. Κάτι σκληρό άγγιξε τα δάχτυλά της μέσα στο σώμα του. Το έβγαλε: ένα αυγό, ολόκληρο, άσπρο, έτοιμο να γεννηθεί αν δεν την είχαν προλάβει.
Έμεινε για λίγο έτσι, να το κοιτάζει. Μετά χαμογέλασε πικρά.
«Καημένη κότα… σε σφάξανε με τον σπόρο σου ακόμα μέσα σου», ψιθύρισε.
Και ύστερα γέλασε. Ένα μικρό, ειρωνικό γέλιο, από αυτά που δεν ξέρεις αν είναι από θλίψη ή καθαρή επίγνωση.
Έσβησε το ραδιόφωνο, άναψε το μάτι και έβαλε λίγο λάδι στο ταψί.
Απ’ έξω, τα σπουργίτια είχαν φύγει.
Οι γάτες περίμεναν στη σκιά, ο σκύλος κοιμόταν.
Και για μια στιγμή, σκέφτηκα πως ίσως όλοι τους, ακόμη κι εκείνη, να περίμεναν απλώς
κάποιον να τους ταΐσει.
Ο Αλέξανδρος Αντωνίου γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία από επιλογή αλλά δεν ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και πάλι από επιλογή. Σπουδάζει Δημιουργική Γραφή στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΕΑΠ και έχει τελειοποιήσει την τέχνη του tsundoku. Τον χειμώνα εντοπίζεται στις πρώτες σειρές καλών θεατρικών παραστάσεων, το καλοκαίρι στα πρώτα τραπέζια καλών ταβερνών της πατρίδας του της Λέσβου.
