Το βιβλίο του Κώστα Λίχνου προκαλεί αναγνωστικό ενδιαφέρον αρχικά από τον τίτλο του, που είναι ένας καθαρά ιατρικός όρος που οι περισσότεροι τον έχουν συνδέσει με ατυχήματα και όχι με τη λογοτεχνία. Όταν ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι είναι μία διήγηση για τρεις γυναίκες από έναν άντρα συγγραφέα, το ενδιαφέρον επιτείνεται και μετατίθεται στο πώς ένας άντρας συγγραφέας θα μπορούσε να σκιαγραφήσει σκέψεις και διαλόγους γυναικών και σε ποιο βαθμό τα καταφέρνει. Διαβάζοντας, το εγχείρημα γίνεται πιο απολαυστικό, αφού, σε αντίθεση με το κλασικό διήγημα πρωτεύοντα ρόλο δεν έχουν τα γεγονότα και η πλοκή, αλλά οι χαρακτήρες των τριών γυναικών και ο τρόπος που ξεδιπλώνονται μέσα από τη ροή της ιστορίας.
Τρεις φίλες, οργανώνουν μια ιδιότυπη μάζωξη, στην οποία ο συγγραφέας είναι με το δικό του τρόπο παρών, για να βιώσουν την Αμείλικτη Παρατήρηση, την Ανηλεή Κριτική και την Αμέριστη Στήριξη και τις εσωτερικές συγκρούσεις και ευεργεσίες που οι ψυχικές αυτές διαδικασίες συνεπάγονται τόσο για τις ίδιες όσο και για τις μεταξύ τους σχέσεις. Μετά από έντονες αντιπαραθέσεις και αλήθειες που κάποιες φορές πονάνε και καταλήγουν σε αδιέξοδα και «ξεκατίνιασμα» κατά το κοινώς λεγόμενο, διαπιστώνουν ότι «αυτό που διακυβεύεται, σήμερα, είναι η ποιότητα της σύνδεσής μας με τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους» και ότι, δυστυχώς, «όσο μεγαλώνουμε, όσο περνάει ο καιρός, τα πράγματα ολοένα και δυσκολεύουν» γιατί πρέπει να κολυμπάμε σε πιο βαθιά και αδιαφανή νερά αλλά δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ο κύκλος της αυτοπροστασίας, η θεραπευτική κάψουλα της φιλολόγου, της φωτογράφου και της ψυχολόγου θα μπορούσε να γίνει «συνταγή» για το διάστρεμμα που ο συγγραφέας τόσο πρωτότυπα πλάθει και τοποθετεί στο χώρο μιας καφετέριας την οποία περιγράφει με καθαρά ρεαλιστικό τρόπο : ανούσιες συζητήσεις, «άμορφο μέρος», προσχηματικές ευγένειες στη σχέση υπαλλήλου – πελάτη, επώδυνη αποσύνδεση από τους εαυτούς η συμμόρφωση με τα δέοντα πρότυπα. «Θα ήταν ανυπόφορα βαρετός τούτος ο κόσμος, ο καθόλα αποτυχημένος, δίχως αποτυχημένες εξαιρέσεις ή εξαιρετικές αποτυχίες συμμόρφωσης», λέει η ψυχολόγος Μάρθα και μετά αναπτύσσει θεωρίες για το πόσο μοιάζουν και οι τρεις και για τη διαχείριση μιας ζωής που αδυνατούν να φέρουν στα μέτρα τους στην οποία προτείνει ως φάρμακο την κριτική, η οποία όμως για να είναι αποτελεσματική αποδεικνύεται εξαιρετικά επώδυνη στη συνέχεια.
Στα τρία μέρη της νουβέλας, τα οποία επιγράφει με το δικό του συμβολισμό, ο συγγραφέας αποτυπώνει με αμεσότητα και ρεαλισμό ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη γυναίκα και όλες τις πλευρές της εργασιακής και κοινωνικής πραγματικότητας στην οποία ζει, δίνοντας έναυσμα για προβληματισμό πάνω στους ρόλους και τον προσανατολισμό της. Η αφηγηματική ικανότητα του Κώστα Λίχνου οδηγεί αβίαστα στην ταύτιση της κάθε αναγνώστριας με μία από τις ηρωίδες του και την ταύτιση του κάθε αναγνώστη με το ότι χρειάζονται πολλά διαστρέμματα για να παραδεχτεί κανείς τις αλήθειες του με καθαρή κρίση και να βελτιώσει τη σύνδεσή του με τους άλλους ανθρώπους. Και αυτό κάνει το Διάστρεμμα ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί τόσο ως εξαιρετικό αφήγημα αλλά και ως εφαλτήριο περισυλλογής για την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων και την πορεία του καθενός μέσα στο χρόνο και τα βιώματά του.
