Διήγημα α΄ επιπέδου τεχνοτροπίας δομημένου ρεαλισμού
Μέσα Γενάρη του 1942, πρωινό Πέμπτης. Το κρύο τσουχτερό. Το χιόνι σκέπασε τα πάντα. Ακόμα κι αυτό, το κέντρο της Αθήνας. Ο δρόμος της Αιόλου, σε όλο το μάκρος, δεξιά κι αριστερά, μέσα από την τζαμαρία του καφεκοπτείου, είναι άδειος. Ο φόβος των Γερμανών στρατιωτών, που ξεφυτρώνουν ξαφνικά από τα στενά, δεν αφήνουν τους κατοίκους τής πόλης ούτε καν να βγουν σε αναζήτηση τροφής. Ήρθε κι ο χιονιάς τώρα, να συμπληρώσει το κακό. Με τέτοιον καιρό είναι δύσκολη η πρόσβαση ακόμα και σ’ αυτόν τον κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας. Τα πεζοδρόμια, δεξιά κι αριστερά επί της Αιόλου, πάγωσαν από την τόσο χαμηλή θερμοκρασία. Οι μαγαζάτορες, δυστυχώς, δεν μπορούν να κάνουν και πολλά, για να διευκολύνουν την κατάσταση, παρόλο που βοηθάν όλοι, σπάζοντας το παγωμένο χιόνι με τσάπες και φτυάρια. Τόσα χρόνια μεταξύ τους έχουν αναπτυχθεί στενές σχέσεις, ακόμα και οικογενειακές. Από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος και η πείνα έγινε ο μεγαλύτερος εφιάλτης όλων, αυτοί συνδέθηκαν πιότερο. Κάθε Πέμπτη, μεταξύ έντεκα και δώδεκα, πριν το μεσημέρι, συναντιούνται οι έξι καταστηματάρχες, φίλοι πια, στο πίσω δωμάτιο του καφεκοπτείου και ανταλλάσσουν προϊόντα μεταξύ τους. Ό,τι διαθέτει και πουλάει ο καθένας στο μαγαζί του ή ό, τι άλλο βρίσκει στη μαύρη αγορά ή ακόμα και ό,τι συλλέγει από χόρτα και βότανα που έχουν ξεμείνει στη φύση. Πώς να την αντιμετωπίσει κανείς άλλωστε την πείνα; Αν γυρίσει κανείς στις γειτονιές τις Αθήνας θα δει σκηνές πραγματικά τραγικές. Ανθρώπους ανάμεσα σε σκουπίδια να τρώνε τα αποφάγια των κατακτητών, σκελετωμένα παιδιά να κοιτάζουν το κάθε περαστικό μ’ εκείνα τα γουρλωμένα μάτια που εξέχουν από τα ζυγωματικά, καθώς τα οστά διακρίνονται κάτω από την χλωμή επιδερμίδα., νεκρά σώματα ανδρών και γυναικών, που τα μαζεύουν οι γερμανοί στρατιώτες από τους δρόμους, ρίχνοντάς τα στα καμιόνια τους σαν τσουβάλια. Άσε δε που όλα τα οικόσιτα ζώα εξαφανίστηκαν. Οι γάτες και οι σκύλοι, που άλλοτε κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους περαστικούς, τώρα έχουν γίνει εκλεκτή τροφή.
Όρθια στα δυο πόδια, με τεντωμένη την σπονδυλική στήλη, πίσω από ορθογώνια τζαμαρία τού καφεκοπτείου, εδώ και μισή ώρα, κοιτώ την λευκή από χιόνι οδό. Φορώντας το ασπρόμαυρο, μάλλινο ημίπαλτο, που φτάνει απ’ τον λαιμό έως τα γόνατα, σφίγγω τους βραχίονες περιμετρικά τής μέσης, και πατώντας μια στο ένα πέλμα και μια στο άλλο κινώ το σώμα επιτόπια, να ζεσταθώ. Ανεβάζω τους βραχίονες, με τα δάχτυλα, πιάνω τις άκρες του πλεκτού κασκόλ, το γυρίζω δύο φορές γύρω από το λαιμό, τα φέρνω μπροστά στο στόμα κι ενώνοντας τις χούφτες ανοίγω τα χείλη και φυσώ τα χνώτα ανάμεσά τους. Κάνω στροφή ενενήντα μοιρών και με ένα βήμα στο πλάι, στα δεξιά βλέπω τις πλαστικές λεκάνες με το τριμμένο ρεβίθι, ίσαμε ένα κιλό, στην δεύτερη το κριθάρι και στην τρίτη το λούπινο. Στρέφω το λαιμό με το κεφάλι και τον κορμό αριστερά, κάνω δύο βήματα παραδίπλα και μετράω τέσσερα τετράγωνα κασόνια με αγριόχορτα, τσουκνίδες, κουκιά και χαρούπια. Λυγίζω τον ζερβό αγκώνα, και ευθυγραμμίζοντας τον άξονα στο ύψος των κιβωτίων, με τ΄ ακροδάχτυλα πιάνω ένα χαρούπι, το πιάνω σφιχτά στην παλάμη, το κατευθύνω, λυγίζοντας τους αγκώνες, στα δόντια, στο ανοιγμένο στόμα, κόβω ένα κομμάτι και το μασώ ανοιγοκλείνοντας τις γνάθους. Επαναλαμβάνω άλλες τρεις φορές και, κάθε που καταπίνω μια μπουκιά, κλείνω, για δυο δευτερόλεπτα τα μάτια. Κατεβάζω το χέρι, κρατώντας το μισό χαρούπι ανάμεσα στον αντίχειρα και στο δείχτη και το σπρώχνω στην εξωτερική τσέπη τού παλτού. Γλύφοντας τα χείλη μου, ανασηκώνω, κάμπτοντας το δεξί πόδι, και καθώς το πατώ στο μάρμαρο νιώθω το πέλμα να γλιστράει. Λυγίζω τον αυχένα και παρατηρώ το παπούτσι. Είναι μούσκεμα, η σόλα του έχει ξεκολλήσει από το δέρμα και τα δυο μικρά δάχτυλα τού ποδιού βγαίνουν προς τα έξω. Με την παλάμη τού αριστερού χεριού πιάνομαι στο κασόνι με το χαρούπι.
«Πρόσεχε, καλή μου», ακούω τη φωνή τού άνδρα μου και τον βλέπω, ούτε ένα μέτρο απόσταση, να με κοιτάει τραβώντας, με το δεξί, προς εμένα, χέρι την καφετιά πικέ κουρτίνα, που κρέμεται από το ξύλινο κουρτινόξυλο, πάνω από την πόρτα τής αποθήκης, σκύβοντας την κεφαλή από πίσω. Σπρώχνοντάς την πιο δεξιά, πατώντας μια στο ένα και μια στο άλλο πέλμα, κάνει δυο βήμα εμπρός, προς το μέρος μου, φορώντας, από το λαιμό, πάνω από το γκρι μάλλινο σακάκι, με τα ξεθωριασμένα μανίκια, την καμπαρντινέ, λαδί ποδιά με την μεγάλη τσέπη ραμμένη στο κέντρο. Παρατηρώ να προεξέχει από μέσα ένα κομμάτι χαρτί. Διακρίνω, στο εσωτερικό, ένα δέμα σε σφαιρικό σχήμα. Ανασηκώνει τους δυο άξονες και, κρατώντας τους τεντωμένους, τους τείνει μπροστά μου. Μετακινώ τον αριστερό, ανασηκώνω τον δεξί βραχίονα, τους ευθυγραμμίζω και πιάνω με τα δάχτυλα τους καρπούς του, ενώ ταυτόχρονα με δυο διασκελισμούς φτάνω μπροστά και με μια στροφή σαράντα πέντε μοιρών, με την πλάτη προς τα πίσω, στέκομαι δίπλα στον ξύλινο, από καπλαμά, πάγκο τού καφεκοπτείου.
«Νικόλα, τι κατάφερες να εξασφαλίσεις σήμερα; Μήπως λίγο καλαμποκάλευρο, να μαγειρέψω μπαζίνα για τα παιδιά;»
«Όχι, όχι να πάρει η ευχή! Αναβλήθηκε η συνάντηση της Πέμπτης. Ο κυρ Σταμάτης, ο παντοπώλης μας ειδοποίησε όλους να κλείσουμε τα μαγαζιά για σήμερα, γιατί τα πράγματα είναι επικίνδυνα. Βλέπεις, δεν μπορούσα να σε ειδοποιήσω να μην έρθεις. Και να, που χάλασαν και τα παπούτσια σου. Παραλίγο να πέσεις. Κάθισε στην καρέκλα, να φορέσεις τις πλαστικές γαλότσες, που είναι κάτω από τον πάγκο. Τις έχω, να τις φορώ, όταν βγαίνω με τον κυρ Παντελή, τον μανάβη, να μαζέψουμε αγριόχορτα» είπε, καθώς, αφήνοντας το αριστερό χέρι τραβάει πίσω μου την καρέκλα, που βρισκόταν στο τετράγωνο κενό χώρο στην πίσω πλευρά τού πάγκου. Κρατώντας τον ακόμα με την παλάμη, από τον δεξί καρπό, κάμπτω γόνατα, μέση και κάθομαι στην ψάθινη καρέκλα. Σπρώχνοντας με τα δάχτυλα των ποδιών, εναλλάξ, μια το ένα και μια το άλλο παπούτσι από τις φτέρνες τα βγάζω. Τον βλέπω, κινώντας το δεξί πόδι κάτω από το πάγκο να σπρώχνει με το παπούτσι τις γαλότσες μπροστά στα πόδια μου. Σκύβοντας εμπρός, πιάνω με τα χέρια τη μια και μετά την άλλη μπότα και τις φορώ στα πόδια μου, ενώ παράλληλα σχολιάζω και τον ρωτώ
«Τι κρίμα! Από αυτές τις συναντήσεις εξασφαλίζουμε ένα ζουμερό χυλό για τα παιδιά. Τώρα πάει. Τι να πω στα καημένα, που τον περιμένουν πώς και πώς. Σκέψου, κάθε Πέμπτη μου θυμίζουν μην τυχόν αργήσω. Να έρθω να σε αντικαταστήσω. Στις 11 μου λένε συνεχώς. Όμως πες μου γιατί, τι κακό έγινε πάλι. Όταν ερχόμουν, είδα το παντοπωλείο τού κυρ Σταμάτη με τα ρολά κατεβασμένα κι αναρωτήθηκα»
«Δίκιο έχεις, Μαρίνα. Ήρθε, πρωί πρωί, ν’ ανοίξει το παντοπωλείο, όπως πάντα, αλλά περνώντας από τη συμβολή Αιόλου και Σοφοκλέους, είδε μπροστά στο Μέγαρο Μελά παρκαρισμένα δυο γερμανικά φορτηγά, φορτωμένα με πατάτες και φρατζόλες ψωμί. Οι Γερμανοί στρατιώτες με τα αυτόματα στα χέρια είχαν αποβιβαστεί και κοιτούσαν την καρότσα τού φορτηγού, δείχνοντας και φωνάζοντας δυνατά. Ο κυρ Σταμάτης κατάλαβε, και τον επιβεβαίωσε ένας άλλος περαστικός, που ήξερε, όπως φαίνεται, λίγα γερμανικά ότι νεαροί είχαν κλέψει κάποια δίχτυα με πατάτες και καρβέλια ψωμί. Είδε δυο Γερμανούς στρατιώτες να εισέρχονται στο κτίριο τού ταχυδρομείου. Η εκρηκτική αντίδραση των στρατιωτών τού μύρισε μπαρούτι. Γι’ αυτό, τρέχοντας από μαγαζί σε μαγαζί, μας παρότρυνε, έναν έναν, να τα κλείσουμε για σήμερα και να μην συναντηθούμε, όπως κάθε Πέμπτη. Επειδή δεν μπορούσα να σε ειδοποιήσω περίμενα να έρθεις, για να φύγουμε μαζί»
«Ναι, Νικόλα μου, και γρήγορα μάλιστα.. Έτσι που μου τα λες οι γερμανοί θα θέλουν να πάρουν αντίποινα κι αλίμονό μας, αν ξεπεταχτεί κανείς από τα στενά και μπει στο μαγαζί. Σάμπως κι οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν τέτοια και να βάζουν σε κίνδυνο τη ζωή τους. Αλλά η πεινά είναι κακός σύμβουλος. Σε οδηγεί να κάνεις και τα χειρότερα εγκλήματα και τα πιο αηδιαστικά πράγματα κάποιες φορές. Την προηγούμενη Πέμπτη, εκεί στην Ευριπίδου είδα έναν άνδρα, στην ηλικία μας περίπου, να ψάχνει στα σκουπίδια, ενώ το αγοράκι του δίπλα έτρωγε σαπισμένες φλούδες πορτοκάλι. Τέλος πάντων» είπα, καθώς στηρίζοντας τα πόδια μου στις γαλότσες, λύγισα τη μέση, σκύβοντας μπροστά, και ορθώθηκα.
«Να φεύγουμε κι εμείς Μαρίνα. Μη βρούμε και το μπελά μας στα καλά καθούμενα», είπε ο άνδρας μου και βάζοντας τις δυο παλάμες στην κεντρική τσέπη τής ποδιάς βγάζει ένα χάρτινο πουγκί δεμένο με σχοινάκι.
«Είχα κρύψει την αποθήκη λίγο καλαμποκάλευρο, για ώρα ανάγκης. Να κάνεις κουρκούτι για τα παιδιά» συμπλήρωσε και, αφού σήκωσε, έτεινε τους άξονες ευθεία, ακουμπώντας το πουγκί πάνω στον πάγκο.
«Ευτυχώς, Νικόλα, ευτυχώς» απάντησα και τη στιγμή που άπλωσα τον βραχίονα και με την παλάμη έπιασα το στρόγγυλο χαρτί με το καλαμποκάλευρο, ακούω το τρίξιμο των τζαμιών και κοιτάζοντας αντίκρυ βλέπω ένα παλικάρι, ίσαμε 17 ετών, να εισέρχεται στο καφεκοπτείο, αφήνοντας από την παλάμη τού αριστερού χεριού, τη σιδερένια βέργα τής πόρτας, που έκλεισε κι η τζαμαρία ταλαντώθηκε μπρος πίσω. Είχε στο κεφάλι μια καρό τραγιάσκα και φορούσε ένα υφασμάτινο γκρι σακάκι, χωρίς κουμπιά, κι από μέσα ένα γαλάζιο πουκάμισο, με μαύρους λεκέδες, ξεκούμπωτο.
«Σας παρακαλώ, αφήστε να μείνω μέσα εδώ στο μαγαζί σας, κρύψτε με, κρύψτε με, θα με σκοτώσουν» είπε και, καθώς κοίταζε μια εμένα και μια το Νικόλα, σηκώνει τον δεξί βραχίονα, λυγίζει τον αγκώνα βάζει το άκρο κάτω από το σακάκι και βγάζει μισό καρβέλι ψωμί.
«Ορίστε! Κρατήστε το για εσάς και τα παιδιά σας, αν έχετε. Μόνο, σώστε με.», συμπληρώνει, ενώ παρακολουθώ τον άνδρα μου, στρέφοντας την πλάτη στο αγόρι, να κάνει δυο βήματα ευθεία, και με τ’ ακροδάχτυλά να τραβά την κουρτίνα, που κάλυπτε την πόρτα τής αποθήκης, και να του κάνει νεύμα, κινώντας το πρόσωπο προς στα αριστερά. Το παλικάρι προχωρά ευθεία κι απλώνοντας το χέρι του δεξιά αφήνει στον πάγκο το καρβέλι. Με δυο διασκελισμούς, φτάνει μπροστά στην πόρτα, αρπάζει το πόμολο, το στρέφει μια δεξιά μια αριστερά, ανοίγει την πόρτα και εισέρχεται στην αποθήκη. Πίσω του, ο Νικόλας αφήνει την κουρτίνα να πέσει, στρέφοντας το βλέμμα του στη μισοφαγωμένη φρατζόλα.
Η Μαρία Καραθανάση γεννήθηκε στις Σέρρες και μεγάλωσε στο βιβλιοπωλείο που διατηρούσαν οι γονείς της στην πόλη, για σαράντα περίπου χρόνια. Σπούδασε στο τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Φιλοσοφίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων. Σήμερα διδάσκει στο 5ο ΓΕ.Λ. Σερρών, είναι Γ. Γ. στην ΕΛΜΕ Σερρών, Αντιπρόεδρος στο Κ.Π. ΟΑΣΙΣ και τακτικό μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδας. Συμμετέχει ενεργά στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης και ασχολείται με τη λογοτεχνία. Διδάσκει δημιουργική γραφή στους μαθητές της. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Συμμετείχε σε συλλογικούς τόμους ποίησης «Βαρδάρης», «Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου», «Σιδηρά βελόνη στην ουρήθρα», «Μάνα, κι αν έρθουν οι φίλοι μου», ενώ διηγήματά της περιλαμβάνονται στις συλλογές διηγημάτων «Κάποτε στην Ελλάδα» και «Πατησίων και Βερανζέρου γωνία». Το «Κόκκινο νήμα» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.
(Πηγή: “Εκδόσεις Υψικάμινος”, 2024)
