Επιλογή Σελίδας
Αρχική 9 Άρθρα 9 Νίκος Καψιάνης, “Λαλούνε μη λησμονηθούν” από τις εκδόσεις Υψικάμινος

Νίκος Καψιάνης, “Λαλούνε μη λησμονηθούν” από τις εκδόσεις Υψικάμινος

από | Μαρ 15, 2026 | Άρθρα, Βιβλιοπαρουσιάσεις, Δρώμενα, Λογοτεχνικά νέα

Κάθε ποιητική συλλογή είναι μια μικρή διαδρομή. Μια διαδρομή μέσα στον χρόνο, στη μνήμη και στην εμπειρία. Ο αναγνώστης που ανοίγει τις σελίδες της συλλογής “Λαλούνε μη λησμονηθούν” του Νίκου Καψιάνη ξεκινά ένα τέτοιο ταξίδι‧ ένα ταξίδι όπου οι λέξεις λειτουργούν ως σημεία προσανατολισμού μέσα στον κόσμο της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η ανθρώπινη εμπειρία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι χαρακτηριστικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Κύπρο κατά την κρίσιμη περίοδο 1950-1959 και η ρεαλιστικά δομημένη αναπαράστασή τους, σαν αυτά να συμβαίνουν ζωντανά απέναντι στον αναγνώστη με στόχο τον προβληματισμό του και την μετάδοση μηνυμάτων που υπερβαίνουν τον συγκεκριμένο χωροχρόνο.

Όπως γράφει και ο ίδιος ο ποιητής στην εισαγωγή του βιβλίου, ακόμα και αν κάποιοι απλοϊκά θεωρούν πως για το λαό ισχύει το ρητό το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, μέσα από τη μελέτη της ιστορίας το παρελθόν μπορεί σε παρόντα χρόνο να διδάξει στωικά και αποστασιοποιημένα για τα όποια λάθη συνέβησαν, ώστε αυτά να μην επαναληφθούν καθώς και να προληφθούν παρόμοιά τους στο μέλλον.

Κεντρικά θέματα της συλλογής είναι η μνήμη, ιστορική και ατομική στο πρόσωπο των αγωνιστών, η βία, οι θυσίες και ο αγώνας για την εθνική ταυτότητα και την επανένωση ενός λαού που χωρίς δική του βούληση βρέθηκε χωρισμένος σε δύο τόπους.

Τα ιστορικά γεγονότα, με τα οποία συνδέονται τα δεκαοκτώ ποιήματα της συλλογής, έχουν αντληθεί από επίσημες και αντικειμενικές πηγές μετά από επίπονη και σχολαστική έρευνα του ποιητή και μνημονεύονται κάτω από κάθε ένα  σε μορφή υποσημείωσης, διευκολύνοντας τον αναγνώστη να κατανοήσει και να εμβαθύνει στο νόημά τους. Αναφέρω κάποια από αυτά :

  • Το ποίημα Πενήντα λέξεις έχει ως ιστορικό υπόβαθρο τον όρκο που δόθηκε στις 7 Μαρτίου 1953, παρουσία και του Αρχιεπίσκοπου Μακάριου στην οικία του καθηγητή Πανεπιστημίου Γεράσιμου Κονιδάρη για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.
  • Το αμέσως επόμενο ποίημα, Η Υπογραφή, αναφέρεται στο δημοψήφισμα που διενεργήθηκε στις 15 Γενάρη 1950 σε όλη την Κύπρο και αποσκοπούσε στην εκδήλωση της θέλησης του ελληνικού λαού για ένωσή του με την Ελλάδα και αναπαριστά τη στιγμή που το δρων υποκείμενο υπογράφει σε μια εκκλησία υπέρ της ένωσης.
  • Το ποίημα Διωγμός αναφέρεται στο σημαντικό ιστορικό γεγονός της απέλασης του Αρχιεπισκόπου Μακάριου Γ΄ από την Κύπρο στις 9 Μάρτη 1956, και περιγράφει τη στιγμή της ανάβασης του Αρχιεπισκόπου στο αεροπλάνο της επιστροφής.  

Άλλα ιστορικά γεγονότα που αποτελούν πηγή έμπνευσης για τον ποιητή είναι  :

  • η δολοφονία του δεκαεξάχρονου Ανδρέα Γεωργίου στην διάρκεια πορείας μαθητών στις 27 Σεπτεμβρίου στη Λεμεσό (ποίημα Το Σημάδι),
  •  βασανιστήρια το 1956 και 1957 (Μαύρος μήνας, Η Γόπα),
  •  έφοδοι και αποκλεισμοί στην Κύπρο (Η στοά, Αποκλεισμός),
  • η γυναικεία συνεισφορά στον αγώνα της ΕΟΚΑ, μέσω της μεταφοράς μηνυμάτων από πλεξούδες μαλλιών (Η Κοτσίδα)
  •  η προπαγάνδα των οργανώσεων της Ε.Ο.Κ.Α. (ποίημα Σύρμα),
  • δολιοφθορές (Το καφάσι),
  • απαγχονισμοί αγωνιστών (Δεκαεννιά, Περίπατος Στερνός, Τελευταίος Ασπασμός),
  •  επεισόδια μεταξύ Ε/κ και Τ/κ που κατέληγαν σε βιαιοπραγίες (Η συγκέντρωση).

Η έντονη παρουσία της μνήμης αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της συλλογής του Νίκου Καψιάνη. Η μνήμη δεν λειτουργεί εδώ απλώς ως ανάκληση του παρελθόντος, αλλά ως δυναμική διαδικασία που διαμορφώνει την ταυτότητα του δρώντος υποκειμένου στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το παρελθόν εμφανίζεται μέσα στους στίχους όχι ως στατικό γεγονός, αλλά ως ενεργός παράγοντας που συνομιλεί με το παρόν. Αυτό προκύπτει από το ρήμα «λαλούνε» στον τίτλο της συλλογής.

Παράλληλα, ιδιαίτερη θέση κατέχει και η έννοια του χρόνου. Ο χρόνος εμφανίζεται ως μια υπόγεια δύναμη που μεταμορφώνει τα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα αφήνει πίσω του ίχνη εμπειρίας. Τα ποιήματα της συλλογής επιχειρούν να καταγράψουν αυτά τα ίχνη, μετατρέποντας την εμπειρία του χρόνου σε ποιητική ύλη.

Στο δομημένο ρεαλισμό, που εξ αίματος είναι δεμένος με τον κλασικό ρεαλισμό, δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η πραγματικότητα, μέσα από την οποία «ζωντανεύει» το δρων υποκείμενο και έτσι η λογοτεχνία δεν αποτελεί πεδίο αυτοέκφρασης αλλά και γνώσης. Σκοπός του δημιουργού είναι να αποκαλύψει την τέχνη, να προβληματίσει και να μεταδώσει μηνύματα που, ναι μεν ξεκινάνε από μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά ταυτόχρονα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα τόσο με το παρελθόν όσο και με το μέλλον. 

Στη συλλογή «Λαλούνε μη λησμονηθούν» αυτό αναδεικνύεται από τα ακόλουθα σημεία :

  • Στο ποίημα Πενήντα λέξεις, τα «δακρυσμένα βλέφαρα» του δρώντος υποκειμένου την ώρα που επαναλαμβάνει το κείμενο του όρκου, δηλώνουν την έντονη συγκινησιακή φόρτιση και ταυτόχρονα το ιστορικό βάρος της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής
  • Στο ποίημα Διωγμός, το λύγισμα των γονάτων και το βλέμμα του Αρχιεπίσκοπου Μακάριου την ώρα που ανεβαίνει τη σκάλα του αεροπλάνου της απέλασης σηματοδοτεί τις συνέπειες της αποχώρησής του από την Κύπρο («λυγίζοντας κάτω απ΄ το ράσο τα γόνατα/σκαλοπάτια τροχοφέρουσας σκάλας/στρέφοντας δεξιά και αριστερά το βλέμμα»),  
  • Στο ποίημα Το Σάλιο, η λέξη «Ένωση» που αναγκάζεται να σβήσει υπό την απειλή όπλου από τον πίνακα του σχολείου ο μαθητής και είναι η ίδια λέξη που φωνάζουν ελληνοκύπριοι στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, Η συγκέντρωση, νοηματοδοτεί τον κεντρικό θεματικό άξονα της συλλογής και ταυτόχρονα την εθνική συνείδηση.
  •  Στο ποίημα Η στοά, η επιθυμία του συλληφθέντος από τους Βρετανούς ελληνοκύπριου για κοινό θάνατο με τον αγωνιστή που κρύβεται στο καταφύγιο, και στο ποίημα Στερνός Περίπατος οι τελευταίες ώρες των αγωνιστών πριν από τον απαγχονισμό τους και η λέξη «αθάνατοι», δείχνουν καθαρά και το στόχο του ποιητή, να μην ξεχαστούν αυτοί που βασανίστηκαν.
  • Στο ποίημα Σημάδι, ο  δεκαεξάχρονος που δολοφονείται στη μέση του δρόμου συνοικίας της Λεμεσού κρατώντας ένα ξύλινο καφάσι, ενώ οι υπόλοιποι γλιτώνουν, δείχνει την τραγικότητα του τυχαίου και την φρικαλεότητα της ιστορικής στιγμής.
  • Στο ποίημα Η Κοτσίδα, ο διάλογος των γυναικών που μεταφέρουν συνωμοτικά μηνύματα νοηματοδοτεί την αξία του αγώνα για ένα κοινό έθνος. Διαβάζω τους στίχους : «Ωραία μαλλιά» της λέει σε σπαστά ελληνικά./Θέλουν και τούτα αγώνα», απαντά η άλλη».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρήση των εικόνων. Ο ποιητής, περιγράφοντας ρεαλιστικά αφενός το εξωτερικό περιβάλλον όπου διαδραματίζονται τα ιστορικά γεγονότα (κλειστοί χώροι όπως το σχολείο, το αρχοντικό του όρκου των δώδεκα, αίθουσα θεάτρου, η εκκλησία του δημοψηφίσματος και ανοιχτοί χώροι όπως το αεροδρόμιο, η ύπαιθρος όπου οδεύουν προς εκτέλεση οι συλληφθέντες και η πλατεία της συγκέντρωσης) και αφετέρου το δρων υποκείμενο, σε όλες του τις σωματικές εκδηλώσεις, καταφέρνει να αποκτήσουν μέσα από την ποιητική επεξεργασία μια συμβολική διάσταση και το πραγματικό μετατρέπεται σε φορέα βαθύτερου στοχασμού.

Κάποια παραδείγματα :

  • ο τρόπος που περιγράφεται η αγωνία για την έκβαση της δολοφονίας του Άγγλου Κυβερνήτη στο ποίημα Παρά δέκα («Νιώθοντας σταγόνες ιδρώτα να κυλούν στο μέτωπο,/κοιτάζω τους ωρολόγιους δείχτες/να δείχνουν δέκα λεπτά νωρίτερα/από την προγραμματισμένη λήξη της παράστασης»),
  • η περιγραφή της εικόνας του βασανιζόμενου αγωνιστή και του σωματικού πόνου που βιώνει στο ποίημα Η γόπα (Φτύνω αίμα απ΄τα χείλη/ εκπνέοντας την ανάσα με βογγητά/ ενώ κρέμομαι ώρες τώρα, απ΄το κλωνάρι γυμνός/με τις πατούσες λίγες σπιθαμές απ΄το δάπεδο») και επιτείνεται από την τοποθέτηση της γόπας του τσιγάρου ανάμεσα στα δάχτυλα της πατούσας και την κυνική προτροπή του ένστολου για τοποθέτησή της και στα γεννητικά όργανα. 
  • Στο ποίημα Το Σάλιο, ο τρόπος που ο ποιητής περιγράφει, μέσα από το στόμα του δρώντος υποκειμένου – παρατηρητή,  τον εξαναγκασμό του μαθητή από Άγγλους στρατιώτες να σβήσει συνθήματα με τη γλώσσα του :  «…ο άλλος με σηκωμένη την παλάμη/ γραπώνει το σβέρκο, σπρώχνοντας τη μούρη/ πάνω στη σκούρα επιφάνεια, /σβήνοντας σε αυτή γράμματα από τη λέξη «Ένωση».
  •  Στις Πενήντα λέξεις ο ποιητής περιγράφει τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο σαν να τον βλέπουμε ζωντανά μπροστά μας να διαβάζει τον όρκο της ένωσης, μεταδίδοντας τόσο τη σοβαρότητα της στιγμής, όσο και την ιστορική αξία της :

  «…Απέναντι μεσήλικας, με μαύρου χρώματος γενειάδα, ρασοφόρος

  βαστά στη ζερβή χούφτα χάρτινη σελίδα,

  προς την οποία έχει στραμμένους τους οφθαλμούς,

 έχοντας τον άλλο αγκώνα λυγισμένο,

με την παλάμη ν΄αγγίζει το σημείο της καρδιάς

Ανοιγοκλείνοντας τα χείλη διαβάζει

πενήντα ακριβώς λέξεις».  

Η γλώσσα του ποιητή στη συλλογή χαρακτηρίζεται από λιτότητα, περιγραφικότητα και η οικονομία της έκφρασης λειτουργεί εδώ ως βασικό αισθητικό μέσο, καθώς κάθε λέξη φαίνεται να επιλέγεται με ιδιαίτερη προσοχή. Η λιτότητα της έκφρασης επιτρέπει στον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία κατανόησης και άντλησης νοημάτων, αφού το μόνο που δίνεται από τον ποιητή είναι η εικόνα που περιγράφεται. 

Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι η χρήση φράσεων, ενίοτε ξενόγλωσσων, οι οποίες βάσει ιστορικών πηγών εκφωνούνταν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο : «Dark Month» στο ποίημα Μαύρος μήνας, όπως ονομάτιζαν οι Βρετανοί τους μήνες που είχαν σοβαρές απώλειες, «Ντιζερί τεστισλερντέ», τουρκική φράση που αναφέρεται στα ανδρικά γεννητικά όργανα στο ποίημα η γόπα, «Στον διάβολο παλιοβαρελλότοι», όπως χαρακτήριζαν οι αγωνιστές τους αντιφρονούντες, οι «παθητική κατά τόρηδων αντίσταση», προσωνύμιο για τους συντηρητικούς Άγγλους. Παράλληλα, αντλούνται ολόκληρες φράσεις από το χώρο της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης («ότε κατήλθες προς τον θάνατον», «Δεύτε τελευταίον Ασπασμόν»), συνδέοντας την ιστορική μνήμη και με τη θρησκεία.       

Σε μια συνολική αποτίμηση, θα λέγαμε ότι με μια γραφή ρεαλιστική, ο Νίκος Καψιάνης αποτυπώνει τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης εμπειρίας και αναδεικνύει τη δύναμη της ποιητικής γλώσσας να μεταμορφώνει το πραγματικό σε στοχασμό.

Ταυτόχρονα, δημιουργεί έναν ανοιχτό χώρο ερμηνείας όπου ο αναγνώστης καλείται να συμπληρώσει τόσο το μήνυμα των ιστορικών γεγονότων, όσο και τον ρόλο που αυτά μπορούν να διαδραματίσουν στο μέλλον και να προβληματιστεί τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Και αυτό γιατί η βία, η ωμότητα και η σκληρότητα στην οποία μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος μέσα στο πολιτικό και εθνικό γίγνεσθαι δυστυχώς δεν αποτελεί χαρακτηριστικό μόνο της ιστορικής περιόδου την οποία αναφέρεται η συλλογή, αλλά διαχρονικό, με διαφορετικές κάθε φορά εκδηλώσεις και συνέπειες.

Από αυτή την άποψη, το «Λαλούνε μη λησμονηθούν» αποτελεί σημαντική ποιητική κατάθεση και ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί με προσοχή, επιτρέποντας στις εικόνες και στις σιωπές του να λειτουργήσουν μέσα μας.

Ίσως, αν το καλοσκεφτούμε, οι εννέα Κύπριοι αγωνιστές που απαγχονίστηκαν από τους Βρετανούς και στη μνήμη των οποίων αφιερώνει ο Νίκος Καψιάνης τη συλλογή του, να βρίσκονται κάπου ανάμεσά μας και το μόνο που έχουμε να περιμένουμε είναι να τους μιλήσουμε με τον ίδιο τρόπο που μίλησε μαζί τους και εκείνος μέσα από την γραφή του.

Αλεξάνδρα Μάνου

error: Content is protected !!