Παραμύθι για την ιστορία ενός τόπου
Η ιστορία μιλά για μια Νύμφη. Κανείς δεν ξέρει μέχρι σήμερα ποιο είναι το όνομά της. Όσοι την έβλεπαν την ήθελαν δική τους γιατί ήταν πολύ όμορφη. Όμως κανένας δεν μπορούσε να την έχει γιατί εκείνη ήθελε απλά να ζει ελεύθερη στη φύση.
Όσοι την έβλεπαν τρελαίνονταν από την ομορφιά της. Χάνανε τα λογικά τους. Μέχρι και οι θεοί μαγεύτηκαν από τη χάρη της. Εκείνη όμως δεν το ήθελε αυτό. Κάθε άλλο! Ντρεπόταν πολύ, που η μορφή της τρέλλαινε θνητούς και θεούς. Το μόνο που ήθελε ήταν να ζει ελεύθερη στα όρη, στα δάση, μακριά από ανθρώπους και θεούς που μπορούσαν να την αγαπήσουν. Δεν ήθελε να κάνει κακό σε κανέναν. Προτιμούσε για συντροφιά της τα δέντρα και τα ζώα.
Όταν όμως οι θεοί την αγάπησαν και εκείνη τόλμησε να αγνοήσει την αγάπη τους ήρθε η τιμωρία της.
“Σε γη εξωτική και κρύα
να ζει και να βρει τη δυστυχία,
μακριά από κάθε ζωντανό, να είναι μόνη!
Να τη ζυγώνουν της μοναξιάς οι πόνοι.
Άδεια να ‘ναι η ζωή της
Και να ζήσει μοναχή της.”
Οι Μουσώνες με απόφαση των θεών προσπάθησαν σε μια κρυφή ήπειρο να κρύψουνε τη Νύμφη.
Μήτε δέντρα, μήτε λουλούδια, μήτε ζώα, μήτε άνθρωποι. Μόνο ο παφλασμός των κυμάτων ακουγόταν σε εκείνη την κρυφή Ήπειρο.
Φρουροί αήττητοι της φυλακής της ήτανε ο Άνεμος Βαρδάρης που φρουρούσε το βόρειο τμήμα, ο Λίβας το Νότιο, ο Ήλιος που φρουρούσε την Ανατολή και η αυστηρή Σελήνη που φύλαγε τη Δύση.
Δεν άργησε όμως που η ομορφιά της μέχρι και τους φρουρούς κατάφερε να πλανέψει. Συνέβη κάτι τρομερό! Καυγάς μεγάλος! έκλειψη ηλίου και σύγκρουση ανέμων στο κέντρο εκείνης της έρημης ηπείρου για το ποιος θα κερδίσει την καρδιά της Νύμφης.
Ευκαιρία τότε βρήκε και δραπέτευσε. Χάθηκε από τα μάτια όλων… Θεών, στοιχείων, ανθρώπων…
Σπίτι έψαχνε να βρει. Ένα μέρος όμορφο, όπου θα ρέει πλούσιος ποταμός….
Έναν κάμπο ανάμεσα σε θάλασσα και σε βουνά.
Στον δρόμο της καθώς έψαχνε συνάντησε μια φίλη, την λέγαν Νηνεμία. Εκείνη της είπε:
“Νύμφη μου καλή και ευλογημένη, μα και από τους θεούς καταραμένη. Σε ένα νησί του Αιγαίου θα σε στείλω, εκεί στην Ευρασία. Εκεί να πας. Στο κέντρο του νησιού. Θα ζεις στον Τσικνιά τον ποταμό, κάτω απ’ τα γεφύρια.”
Συνέχισε:
“Έχει βουνά και θάλασσα και λίγη υγρασία για να σου μαλακώνει τα σκληρά σου τα μαλλάκια που σου έπλεξε με τόση έμπνευση η φύση. Εκεί να πας νύμφη μου καλή! Εκεί, που δεν υπάρχει άνθρωπος τριγύρω.
Μόνο πρόσεχε! Καμιά φορά τριγυρνούν εκεί χωρικοί, από τριγύρω τόπους. Μη σε δει κανείς, γιατί θα θέλουν να σε βρουν, αφού σαν να τους έχει κάνει μάγια θα ‘ναι.
Αν από ανθρώπου, στοιχειού ή θεού μάτι απειληθείς και αν η ομορφιά σου απειλήσει κάποιο πλάσμα, κάτω από γεφύρι να κρυφτείς ή πίσω από χοντρό κορμό ευλογημένης και γερασμένης ελιάς καταφύγιο να εύρεις.”
Η νύμφη έτσι και έκανε. Πήγε σε έναν τόπο μαγικό, όμορφο. Στο κέντρο του νησιού, της Μακάριας νήσου, το τοπίο ήταν υγρό και η φύση γενναιόδωρη. Ζούσε αρμονικά ανάμεσα στα ζώα. Άνθρωπο δεν είχε δει και δεν κινδύνευε κάνεις από την ομορφιά της.
Μέχρι που κάποιο βράδυ ένας κυνηγός ήρθε για κυνήγι. Εκείνη τον είδε μα δεν κρύφτηκε, ούτε κάτω από γεφύρι, ούτε πίσω από κορμό ελιάς. Με μια ματιά αγάπησε εκείνον τον κυνηγό και τον πλησίασε. Τον πλησίασε… Τον πλησίασε … Εκείνος όμως τρόμαξε από την ομορφιά της. Δεν είχε δει πιο όμορφη.
Για πόσο καιρό ζούσανε μαζί και αγαπήθηκαν πολύ. Το είχαν μυστικό και κανένας δεν ήξερε πως εκείνος ο κυνηγός αγάπησε μια νύμφη. Τη μέρα τριγυρνούσε στο χωριό, και το βράδυ έβρισκε στον ποταμό Τσικνιά το όμορφο κορίτσι.
Όμως μια μέρα καυχήθηκε για την επιλογή του. Μαρτύρησε τη μυστική αγάπη σε όλο το χωριό. Και επειδή δεν πίστεψαν τον κυνηγό για όσα λέει, τον ακολούθησαν μέχρι της νύμφης τα λημέρια.
Εκείνος την παγίδεψε. Νόμισε η αφελής πως βρέθηκαν οι δυο τους, όμως πίσω από τους ελαιώνες και κάτω από τα πέτρινα γεφύρια κρύβονταν οι περίεργοι χωριάτες.
Την είδαν και μαγεύτηκαν και θέλησαν όλοι να την αγγίξουν. Εκείνη έτρεξε για να γλιτώσει και να εξαφανιστεί…
Από τότε οι χωριάτες συνέχεια κατέβαιναν στης νύμφης τα λημέρια, να την βρουν! Μα δεν ξανά φάνηκε εκείνη από τότε. Ποτέ ξανά!
Ο κυνηγός δεν άντεξε και από τις τύψεις έφυγε με ένα καΐκι και χάθηκε στη θάλασσα. Κανένας δεν τον είδε. Ενώ οι χωριάτες από τα διπλανά χωριά δεν μπορούσαν να σταματήσουν να τη ψάχνουν.
Έτσι αποφάσισαν να στήσουν καραούλι. Καλύβια έχτισαν τριγύρω από το ποτάμι και κάθε βράδυ και πρωί, κάθε απόγευμα και μεσημέρι ψάχνανε σε ολόκληρο τον κάμπο. Μάταια όμως. Πάει η νύμφη. Πόσες γενιές προσπάθησαν. Κανένας δεν την είδε.
Κάπως έτσι οι επόμενες γενιές ολόκληρο χωριό έστησαν στης νύμφης τα λημέρια, μήπως μπορέσουν και την βρουν. Το χωριό το ονόμασαν προς τιμήν της «Καλλονή», που σημαίνει όμορφη.
Μέχρι και τώρα κάποιοι αλλοπαρμένοι ψάχνουν μήπως τη βρουν. Ακόμα και αν τα χρόνια πέρασαν, ακόμα και που οι ελαιώνες έγιναν σπίτια και τα γεφύρια δεν στέριωσαν και γίναν γειτονιές, υπάρχουν κάποιοι που ψάχνουν μήπως και τη νύμφη Καλλονή μπορέσουν να τη βρουν και την καρδιά της να κερδίσουν.
Ο Παναγιώτης Χρυσίδης γεννήθηκε το 1998 και κατάγεται από τη Λέσβο. Ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως δάσκαλος Θεατρικής Αγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Ασχολείται με τη σκηνοθεσία, τη δραματουργία, τη διασκευή θεατρικών κειμένων, τη συγγραφή παραμυθιών, καθώς και με τη σύνθεση μουσικής και στίχων. Έχει επίσης εμπειρία ως εκπαιδευτής ενηλίκων. Κεντρικό πεδίο ενδιαφέροντός του είναι η γραφή, ως μέσο σκέψης, αυτοπαρατήρησης και επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες. Το παραμύθι είναι διαθέσιμο και στο Youtube.
