Στη Σκιά του Οδηγού
Τον παρατηρούσα εδώ και ώρα να προχωρά μπροστά απ’ όλους, με βήμα σταθερό, σχεδόν αταλάντευτο, και βλέμμα καρφωμένο στο σκοτάδι. Έδινε την εντύπωση ότι γνώριζε από πριν τον δρόμο που χάραζε, αλλά και το τέρμα που μας περίμενε. Αυτή η σιγουριά του ήταν πιο τρομακτική κι από την ίδια τη νύχτα. Νιώθαμε ότι οι στάχτες κι ο καπνός είχαν αφήσει τα ίχνη πάνω μας. Είχαμε απομακρυνθεί πολύ από τον αφανισμό και την καμένη γη, κι όμως στα ρουθούνια μας είχαμε ακόμη την μυρωδιά της. Χωρίς τον οδηγό δεν θα είχαμε στον ήλιο μοίρα. Ήταν σχεδόν η μόνη μας επιλογή. Ο ήχος από τα παπούτσια του αντηχούσε κοφτός, μεταλλικός πάνω στα χαλίκια και στα ξερά φύλλα, εντελώς αλλιώτικος από τον ορυμαγδό που αφήσαμε πίσω μας. Σε όλη τη πορεία δεν σταμάτησε πουθενά. Μου έδωσε την αίσθηση ότι γεννήθηκε περπατώντας. Κάθε βήμα του ακουγόταν σαν σύνθλιψη, σαν διαβεβαίωση ότι το παρελθόν μας έσβησε.
Εμείς, πίσω του, σκυφτοί και αμίλητοι, προχωρούσαμε βαριά. Τα λίγα υπάρχοντα που κουβαλούσαμε είχαν γίνει πέτρες δεμένες στους ώμους μας. Κάποιες φορές αλλάζαμε μεταξύ μας τα φορτία, νομίζοντας ότι αυτή η αντικατάσταση θα μας ανακούφιζε. Μάταια. Είχαμε όλοι μικρά βάρη που η ταλαιπωρία τα είχε κάνει ασήκωτα. Τα βλέφαρά μας χαμηλωμένα, όχι από ταπείνωση αλλά από φόβο. Νομίζαμε πως έτσι θα κρύβαμε την ταραχή μας. Και η σιωπή μας απόλυτη και μυστηριακή. Μια γυναίκα παραπάτησε κι έβγαλε μια πνιχτή κραυγή που μας φάνηκε ότι έσκισε τον ορίζοντα. Είχε γίνει η σιωπή τόσο παγερή που η κραυγή της μας αναστάτωσε. Κοιτάξαμε τον οδηγό. Οι σκέψεις μας, σαν μαύρο νερό, μας έπνιγαν. Ο ιδρώτας κατρακυλούσε στον λαιμό και στο στήθος, κι αντί να μας λυτρώνει, έμοιαζε να θέλει να ξεπλύνει τα ίχνη της ίδιας μας της ύπαρξης. Αυτός, γύρισε το κεφάλι, είδε ότι κάποιοι βοήθησαν τη γυναίκα και συνέχισε την πορεία αμίλητος.
Περπατούσαμε για ώρες σε μονοπάτια δύσβατα, με πέτρες, λακκούβες κι αγκάθια. Τα ρούχα μας είχαν γεμίσει τρύπες και τα πόδια μας έτρεμαν, δεν είχαν πια αντοχές. Είδα τον άνδρα μπροστά μου να βγάζει από την τσέπη του ένα μαντήλι διπλωμένο. Το ξετύλιξε και δάγκωσε ένα παξιμάδι. Ο άλλος πιο πέρα, άνοιξε το παγούρι του να πιει δυο σταγόνες νερό και να φιλήσει το φυλαχτό που είχε κρεμασμένο στο λαιμό του. Κι ο διπλανός μου, συνέχεια να ξεφυσάει με δυσφορία. Ήθελα να του μιλήσω, να μάθω τι τον βασάνιζε, αλλά ο οδηγός ήταν σαφής: η πορεία θα γινόταν στο σκοτάδι και στη σιωπή. Προσπάθησα να τον σκουντήσω, να του δώσω ένα βλέμμα παρηγοριάς κι αισιοδοξίας, αλλά με απέφευγε βυθισμένος στα δικά του.
Κι ύστερα, ξαφνικά, ένας διαπεραστικός ήχος έσκισε την ήσυχη νύχτα. Απόκοσμος, ανατριχιαστικός. Ήταν ανθρώπου, ζώου ή από κέρατο ζώου; Εκείνος σταμάτησε απότομα. Έμεινε ακίνητος, σαν άγαλμα, με το κεφάλι γυρισμένο ελαφρά, για λεπτά που φάνηκαν αιώνες. Ο διπλανός μου, ανήσυχος, γύριζε το κεφάλι του πέρα δώθε προσπαθώντας να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι. Κρατήσαμε την αναπνοή μας.
«Τι ήταν; Κλάμα ή γέλιο ή ουρλιαχτό;» ψιθυρίσαμε.
Η αβεβαιότητα μας τύλιξε σαν πυκνή ομίχλη. Κοιταχτήκαμε και η αμφιβολία φαινόταν σε όλα τα βλέμματα. Όμως, περιμέναμε σιωπηλοί να δούμε τι θα κάνει ο οδηγός.
Εκείνος ύψωσε το χέρι, μια σιωπηλή προσταγή. Καταλάβαμε. Χωρίς λέξη, άλλαξε κατεύθυνση. Ο διπλανός μου, όμως συνέχισε την ίδια πορεία. Γύρισα και του έπιασα το χέρι, του έδειξα τον οδηγό και την πορεία μας, μα εκείνος με κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Προσπάθησα να τον σύρω προς το μέρος μου μα εκείνος τράβηξε το χέρι του κι έφυγε. Τον άφησα πίσω μου· δεν υπήρχε χρόνος. Συνέχισα με τους άλλους. Άραγε μήπως είχε δίκιο; Ο ήχος άρχισε να ξεμακραίνει, ώσπου βούλιαξε στη σκοτεινιά σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
Μας κοίταξε τότε. Στα μάτια του διέκρινα μια λάμψη. Δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι βαθύτερο, που δεν ήξερες αν έπρεπε να σε γονατίσει ή να σε σηκώσει όρθιο. Ίσως πόνος, ίσως ελπίδα. Ίσως και τα δύο, δεμένα μαζί σαν αδέρφια που αρνούνται να χωριστούν. Διάβασε την αγωνία στα πρόσωπά μας, κι έσπασε τη σιωπή με μια φωνή απαλή, που έμοιαζε με ψίθυρο κι όμως αντηχούσε παντού:
«Τα χείλη μας διψούν. Και μόνο στη μεγάλη θάλασσα θα βρούμε τη λύτρωση, ή τον χαμό.»
Σαν απάντηση στον λόγο του, μακριά, στο τέρμα του ορίζοντα, φάνηκαν τα πρώτα φώτα. Μικρά, αμυδρά, μα έμοιαζαν να μας καλούν, ξεσκεπάζοντας το παραμορφωμένο πρόσωπο της νύχτας. Ήταν πρόκληση.
Κι εκείνος, με την ίδια αμείλικτη βεβαιότητα, σήκωσε το χέρι και, δείχνοντας την πορεία μας, οδηγούσε πια πέρα από τα γνωστά, προς το νερό.
Η Άζη Γουζίου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πτυχιούχος πιάνου του Ωδείου Αθηνών. Επαγγελματικά ασχολήθηκε για λίγα χρόνια με τη δικηγορία, αλλά κυρίως με τη διδασκαλία πιάνου. Ασχολείται με τη συγγραφή διηγημάτων και θεατρικών έργων. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.
Έχει τιμηθεί με το Α΄ Βραβείο Διηγήματος «Ανδρέας Καρκαβίτσας» το 2022.
Συμμετέχει σε συλλογικές έντυπες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων:
- «Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2023» (εκδόσεις Πνοές Λόγου & Τέχνης)
- «Πορτρέτα Σύγχρονων Λογοτεχνών» (Τόμος 3ος, εκδόσεις Πνοές Λόγου & Τέχνης)
- «Ιστορίες με γάτες… για γάτες – Γατονανοδιηγήματα» (εκδόσεις ΟΤΑΝ, 2025)
