Η σειρά
Η Πελαγία μπήκε στο φαρμακείο με ένα άσπρο χάρτινο σακουλάκι ανάμεσα στις παλάμες της, τις άκρες του διπλωμένες.
Η Ελένη τη χαιρέτησε πίσω από τον πάγκο. Εκείνη αποκρίθηκε και περίμενε πίσω από μια γυναίκα με ένα παιδί.
Στο κινητό της γυναίκας ήταν ανοιχτό το μήνυμα του παιδιάτρου. Διάβαζε, ρωτούσε, ξανακοίταζε την οθόνη, ενώ το ελεύθερο χέρι της έμενε πάνω στο παιδί της. Του χάιδευε τα μαλλιά πίσω από το αυτί, κατέβαινε στον σβέρκο και ξαναγύριζε στο κεφάλι.
Η Πελαγία κοιτούσε τα δάχτυλά της.
Στη δική της παλάμη ξαναήρθε η αίσθηση του μετάλλου: μια συνταγή διπλωμένη μαζί με τα κλειδιά του σπιτιού, τόσο σφιχτά κρατημένα που η άκρη ενός κλειδιού είχε αφήσει σημάδι στο δέρμα. Μια άλλη φορά, στο ίδιο φαρμακείο, είχε ζητήσει να περάσει μπροστά.
Δεν θυμόταν ποιος της είχε δώσει τη σειρά του.
Η γυναίκα έκλεισε το κινητό, πήρε το παιδί από το χέρι και έφυγε.
Η Ελένη μάζεψε δυο συσκευασίες από τον πάγκο χωρίς να μιλήσει.
Η Πελαγία πλησίασε.
Ακούμπησε το σακουλάκι ανάμεσά τους.
«Τα έφερα.»
Τα μάτια της Ελένης έμειναν για μια στιγμή πάνω της. Έπειτα άνοιξε τις διπλωμένες άκρες.
Πρώτα βγήκαν τα δυο κουτιά για την πίεση, έπειτα το διουρητικό, τα χάπια για το στομάχι και οι ενέσεις. Καθώς μαζεύονταν στον πάγκο, η Πελαγία τα αναγνώριζε πριν καν δει τις ετικέτες.
Σε δύο από αυτά υπήρχαν τα γράμματα της Ελένης: στο ένα η δοσολογία, στο άλλο μια γραμμή κάτω από τη λέξη «βράδυ». Τ
α βράδια δεν χρειαζόταν φως. Τα χέρια της ήξεραν ποιο καπάκι άνοιγε δύσκολα, ποιο χάπι κοβόταν στη μέση, ποιο κουτί έμενε δίπλα στο ποτήρι με το νερό.
Από τον ύπνο ακόμη ξεχώριζε τον Αντώνη από τον τρόπο που ανάσαινε. Κάποιες φορές έμενε ξαπλωμένη και άλλες, όταν συνειδητοποιούσε πως είχε ξυπνήσει, τα πόδια της βρίσκονταν ήδη μέσα στις παντόφλες.
Τις πρώτες νύχτες το χέρι της πήγαινε μόνο του προς το κομοδίνο, ψηλαφούσε το ξύλο, έβρισκε το ποτήρι και σταματούσε εκεί.
Η Ελένη κρατούσε πια το τελευταίο κουτί. Ήταν κλειστό. Το γύρισε στα χέρια της.
«Αυτό το πήρατε την περασμένη εβδομάδα.»
Η Ελένη το ακούμπησε δίπλα στα υπόλοιπα.
«Όλα;»
«Όλα.»
Η Πελαγία πήρε το άδειο σακουλάκι, το δίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη της.
Βγαίνοντας από το φαρμακείο έστριψε στην πρώτη γωνία δεξιά, όπως έκανε πάντα. Από εκεί γύριζε πιο γρήγορα στο σπίτι. Λίγο πιο κάτω έκοψε το βήμα της. Ύστερα συνέχισε.
Η Βασιλική Ε. Παπουτσάκη ζει στο Ηράκλειο Κρήτης. Ασχολείται με την πεζογραφία, την ποίηση, και τη λαογραφική έρευνα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κρητική παράδοση, τη μνήμη και τον λαϊκό πολιτισμό. Έργα της έχουν τιμηθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν παρουσιαστεί σε συλλογικές εκδόσεις και λογοτεχνικές διοργανώσεις. Το μυθιστόρημά της «Η Καμάρα και άλλα καφενεία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ταξιδευτής και χαρακτηρίζεται από άρτια αφηγηματικότητα, κοινωνικά μηνύματα και ιδέες που θα μπορούσαν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο και τους ανθρώπους πιο πλούσιους. Ευχαριστούμε για τo διήγημα Η Σειρά που επέλεξε για να φιλοξενηθεί στις Λογοδιαδρομές, που επίσης παρά τη μικρή της έκταση, φτάνει πολύ γρήγορα στον στόχο της : την ενσυναίσθηση της πρόσληψης.
