ΛΥΚΟΦΩΣ
«Ἂσε με νά τόν δῶ,
νά μάθω καλά τήν κάθε στιγμή
νά απομνημονεύσω τώρα πού μπορῶ καί διαβάζω ἀκόμα
τήν κάθε λεπτομέρεια ‧
εἶναι ἡ τελευταία φορά πού δύει
μέσα στό βλέμμα σου,
ἓνας ἣλιος τόσος δά πνίγεται στήν κόρη τῶν ματιῶν σου –
αὐτή ἡ νύχτα που ἒρχεται, τό ξέρουμε ἣδη πολύ καλά,
εἶναι τό πεπρωμένο,
δέν θά ἒχει τέλος πιά τό σκοτάδι
πορφύρα πού ἀπλώνεται τώρα στόν οὐρανό,
δές, εἶναι ἒνα κομμάτι τῆς ψυχῆς μας,
τά σύννεφα, το πλούσιο ανάκλιντρο,
τό περιβόλι τῆς σοφίας,
ὅλα τά ἄλλα πού περισσεύουν ὡρίμασαν κιόλας
σέ ἀρχαιότητα».
Ἡ φοιτήτρια τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολής τοῦ Πανεπιστημίου
Ἰωαννίνων
ἒκλεισε τόν ὑπολογιστή της ‧
εἶχε ἀργήσει
ἒπρεπε ὁπωσδήποτε νά κατέβει
γιά λίγο ἒστω
στήν προσωπική της κόλαση.
(Από τη συλλογή Βλέπω, εκδόσεις ΎΨΙΛΟΝ/Βιβλία 2013)
