Επιλογή Σελίδας
Αρχική 9 Κείμενα 9 Πεζά 9 Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Φασματοσκόπιο ερωτικού λόγου

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Φασματοσκόπιο ερωτικού λόγου

από | Μάι 12, 2026 | Πεζά, Κείμενα, Ποιήματα

48

Κάποτε οι απουσίες σταλάζουν μέσα μας διαβρωτικά όπως το πένθιμο φως του φθινοπώρου μέσα στην ψυχή της μέρας˙ κι άλλοτε οι αμφιβολίες μάς κατατρώγουν όπως ο σκόρος τα παλιωμένα ξύλα˙ αλλά έρχεται ώρα που ξεκαθαρίζουν τα πράγματα, γίνονται φανερές οι προθέσεις και τότε ζεσταίνεται η ψυχή από τη θέρμη της αγάπης˙ ζεσταίνεται η ψυχή απ’ την αγάπη όπως ο ήλιος ανταποδίδει τη θέρμη του στα έμψυχα και στα άψυχα που προσδοκούν κάθε πρωί την ανατολή του˙ γιατί όποιος αγαπάει κι αγαπιέται αρνιέται να ντυθεί το θάνατο αλλά υπερασπίζεται μονάχα την ομορφιά που έχει η γύμνια του έρωτα˙ κι όταν αγαπάμε έχουμε την ικανότητα και γινόμαστε μέσα στο δάσος δέντρο, μέσα στο περιβόλι λεμονιά, μες στο λιβάδι χορταράκι, βότσαλο στην ακρογιαλιά, και γέλιο στα χείλη των ανθρώπων που συναντάμε στο δρόμο˙ «έλα να πάμε περίπατο στην εξοχή» ζήτησε ο ποιητής από την όμορφη ποδηλάτισσα που είναι πια από χθες χωρίς ποδήλατο. «ξέμαθα να περπατώ, έλα να πετάξουμε» του αποκρίθηκε και τότε, πιάνοντάς τον από το χέρι σηκώθηκαν με τα φτερά του έρωτα ψηλά στο στερέωμα… ώρα αργότερα βρέθηκαν πάνω από το διχοτομημένο ακόμα Βερολίνο και το ποίημα έγινε ξάφνου ασπρόμαυρο… εκείνη ήταν η Μάριον κι εκείνος ο Ντάμιελ… κάτω στην άσφαλτο ο ποιητής ήταν ταυτόχρονα ο ίδιος και Βιμ Βέντερς που τους κινηματογραφούσε ενώ πετούσαν.

66

Πάμε με την αγάπη, γιατί μπορεί για πολύν καιρό στη διαδρομή της ζωής να σκοντάφτουμε στην ίδια πέτρα, στα ίδια αδιέξοδα, κι αρκεί να ‘ρθει η αγάπη για να μας δείξει πώς να την παρακάμψουμε˙ πάμε με την αγάπη, κι όπως θα βαδίζουμε στις δημοσιές της νύχτας, θ˙ ακούσουμε να ηχούν μελωδικά κι ευωδιαστά οι φόρμιγγες του νυχτολούλουδου˙ πάμε με την αγάπη, γιατί εκεί που περπατάει ο έρωτας ανθίζουν κι οι ξερολιθιές κι η ερημιά του τοπίου εξημερώνεται˙ πάμε με την αγάπη κι όπως θα περπατάμε θα μας στεφανώνουν άνθη λυγαριάς και ντροπαλής λεβάντας κι ο αγέρας θα φέρνει την αντήχηση κάθε ερωτικού σκιρτήματος που θα συντελείται στις καρδούλες όλων των ζώων της πανίδας ένα γύρω μας˙ πάμε με την αγάπη, γιατί όλα τα βιολετιά στον ουρανό, καθώς ο ήλιος δύει, δεν είναι άλλο από την αντανάκλαση της συστολής που αποτυπώνεται στις μαλακές παρειές της νεαρής όμορφης ποδηλάτισσας, κάθε φορά που ο ποιητής την καλοδέχεται μέσα στα ποιήματα˙ πάμε με την αγάπη, και κάθε στιγμή με την αγάπη ας βαδίζουμε, γιατί η αγάπη είναι το νόμισμα που θα δεχτεί ο αρχαίος ψυχοπόρος όταν έρθει η ώρα να διαπλεύσουμε την Άχερουσία… η αγάπη είναι το διαπιστευτήριο και για την άλλη ζωή και μόνο αυτή είναι ικανή να μας κάνει να πιστέψουμε ότι υπάρχει άλλη ζωή, αφού ο έρωτας δεν μπορεί να τελειώνει με το φυσικό τέλος της φθαρτότητάς μας… ο έρωτας είναι υπόθεση αιώνιας συγκατάνευσης, συνεπώς ναι, υπάρχει κι άλλη ζωή για να μην πάψουμε ποτέ ν’ αγαπάμε και ν’ αγαπιόμαστε.

112

Γιατί η νύχτα θέλει ν’ αγαπιέται˙ γιατί οι έρωτες όταν τελειώνουν επιζούν στα σκοτάδια της μνήμης˙ γιατί μονάχα μέσα στα δάκρυα πνίγετ’ ο καημός της αγάπης˙ γιατί κάτω από τη γη κανένας δεν μπορεί να πάρει την αίσθηση απ’ όλ’ αυτά που άγγιξε, κι ένιωσε και γεύτηκε, εν όσω ζούσε˙ γιατί ο καιρός αλλάζει έξω και μέσα μας απαράλλαχτα˙ και γιατί μονάχα σωματικός χωρισμός υπάρχει, η ψυχή θυμάται παντοτινά˙ και γιατί εντέλει η μοναξιά έχει θάμπος και θάμβος˙ γιατί το φεγγάρι κρυφοκοιτάζει αν στα όνειρά μας νοιαζόμαστε τις γυναίκες που αγαπάμε˙ και γιατί ό,τι ζήσαμε μένει στη μνήμη έστω και σαν δέντρο φυλλοβόλο, μένει πάντα εκεί στη θέση που ρίζωσε προσμένοντας ν’ ανθίσει ξανά ως επιθυμία˙ και γιατί είναι μεγάλη τύχη να διαπλεύσεις την Άχερουσία τραγουδώντας μέσα στη βάρκα του περαματάρη˙ και τέλος γιατί πώς ν’ ακούσεις Rory Gallagher με τέτοια λιακάδα και ζέστη…πώς να τον ακούσεις αν δεν πέφτουν κεραυνοί και αν το μπουρίνι δεν σαρώνει τις τέντες του καλοκαιριού;

121

Γιατί, σαν έρθει εκείνη η ώρα, μονάχα αν έχουμε αγαπήσει αληθινά, μπορεί, ίσως, να πείσουμε τον αρχαίο ψυχοπομπό ν’ αφήσει την ψυχή μας να γυρίσει αναπόταμα στον νοητό και μόνο κόσμο˙ και γιατί, ποιόν Παράδεισο να προσδοκούμε στην ανυπαρξία, όταν δεν τιμήσαμε την αθωότητα της ύπαρξης; κι ακόμη γιατί, οι άνθρωποι θα εξακολουθήσουν ν’ αγαπιούνται κι η ίδια η αγάπη θα παραμένει ένα μυστήριο, μια ανερμήνευτη έκφραση των όντων, ένα νεύμα ικεσίας, ίσως, του ανήμπορου ανθρώπου προς το πεπερασμένο της ύπαρξης˙ και, τέλος, γιατί, η θάλασσα παραμένει η καταγωγική μας μήτρα κι οι άνθρωποι θα ζούνε και θ˙ αγαπάνε και θα χαίρονται την ομορφιά με τον αρμονικό ρυθμό που κινείται το κύμα στην αμμουδιά, θα φτάνουν στη στεριά της ευτυχίας και θ˙ απομακρύνονται, πάλι και πάλι, ατελεύτητα, έτσι όπως ακριβώς από πάντα και για πάντα απέναντι από την Άλόννησο θα βρίσκεται η Σκόπελος και θα τείνουν κάτω από το νερό τις άκρες τους να αγγιχτούν και να σμίξουν.

122

Γιατί ποιος μπορεί να στηριχτεί στη ψευδαίσθηση της αλλαγής των ημερών, των εβδομάδων, των μηνών, των εποχών, των ετών; Ο Χρόνος, αυτός ο μέγας εξουσιαστής, απλά μετατοπίζει την τελική του παγίδα, τοποθετώντας την όλο και πιο σιμά στο σκοτάδι της αιωνιότητας˙ και γιατί, όσο κι αν η παγίδα του Χρόνου μάς προσμένει, η διαδρομή ως το τέλος είναι η μόνη μας κατίσχυση έναντι της ανυπαρξίας, η ανεπανάληπτη πορεία της νίκης του φθαρτού στο ανύπαρκτο… είναι ο θρίαμβος της θνητότητας στο ανυπόστατο˙ κι ακόμη γιατί κάθε φορά που εκφράζουμε ό,τι νιώθουμε στον αγαπημένο άλλο αφήνουμε ένθεα ίχνη στο χιόνι της ματαιότητας, οδόσημα για όλους όσους ακολουθούν προκειμένου να μην πιαστούν εκ νεότητος στην παγίδα του Χρόνου˙ και, τέλος, γιατί, αρκεί να αντικρίσουμε μιαν ανθισμένη κερασιά, αρκεί να πεταχτεί ένα τρυγόνι μέσ’ από το θάμνο, αρκεί να οσφρανθούμε τη φωτολουσμένη αυγή καθώς διπλώνεται η ξεφτισμένη σκοτεινή κουρτίνα της νύχτας, αρκεί ένας ήχος καινούριου φύτρου που ξεπροβάλλει μέσ’ από το νοτισμένο χώμα του χειμώνα, για ν’ αναγεννηθεί η απόφασή μας να αντιταχθούμε στην παντοδυναμία του Χρόνου.

123

 Γιατί και το πέταγμα των πουλιών μπορεί να διαβαστεί ως μία χάραξη αγάπης με ιερογλυφικά στον αέρα˙ κι ακόμη γιατί δεν ξέρουμε πάντα αν εμείς τις πολιορκούμε ή αν οι λέξεις πολιορκούν εμάς˙ και γιατί μια μελαγχολική νύχτα του Γενάρη, καθώς περπατάμε στον έρημο δρόμο, φανερώνεται μπροστά μας το ποίημα, έκθετη δέσμη φωτός μέσα στο αδυσώπητο σκότος˙ και, τέλος, γιατί, εκεί που στέκεις απελπισμένος στη μέση του πουθενά της ύπαρξης, ξάφνου περνάει μπρος σου το ποίημα κι ανεβαίνεις στο υπεραστικό που κάνει τέρμα στην έκφραση˙ γιατί και το κορμί μας ένα όχημα είναι που μεταφέρει το μύθο μας και κάποτε βγαίνει από το δρόμο κι ανατρέπεται, κι άλλοτε σταματάει κι˙ επιβιβάζει κι άλλων το μύθο και κάποτε γίνεται κόκαλα σ’ ένα αποθετήριο μύθων˙ και καμιά φορά το κορμί μας γίνεται τραίνο πολλών μύθων και τρέχει και τρέχει στην πεδιάδα της ευτυχίας… και κάποτε εκτροχιάζεται από ευαισθησία κι εξακοντίζεται στο βάθος της αυταπάτης˙ κι άλλοτε ο μύθος των άλλων διαλέγει να περάσει από τη διαδρομή που φτάνει στα όνειρά μας και τότε τα κορμιά φλογίζονται και είναι ανάγκη να κοιτάξουμε το θερμοστάτη με την πρώτη ευκαιρία˙ και, τέλος, κάποτε το φθαρτό μας κορμί δεν είναι άλλο από ένα πατίνι με φθαρμένα ρουλεμάν στο οποίο κυλάει ο μύθος μας στην κατωφέρεια της προσδοκίας μήπως αντικρίσουμε για πρώτη φορά το πρόσωπό της˙ και, τέλος, γιατί τα μεγάλα της μάτια κατοπτεύουν την ειλικρίνεια των αισθημάτων κι όταν κλείνουν τα βλέφαρά της εκεί επωάζεται η ευτυχία των ημερών μας˙ κι ακόμη γιατί όταν περνά τον αντίχειρα από τα ακροδάχτυλά της στα χείλη της πλάθονται λέξεις μελωδικές κι η αγκαλιά της νανουρίζει ολόκληρη την ποιητική της αγάπης˙ και γιατί η ευγένειά της, μ’ ένα της μονάχα πέρασμα, έχει τη δυνατότητα να εξαγνίζει τα κρίματα και να κάνει πάναγνη την αγένεια και το σαρκασμό της αγοράς˙ γιατί κι η μυγδαλιά ένα κακόσχημο ξερόδεντρο παραμένει για μήνες πολλούς, μα όταν ντύνεται τα φύλλα της ομορφαίνει κι όταν ανθοφορεί…α! όταν ανθοφορεί… εγγράφονται μπαλάντες στις ψυχές των διαβατών.

124

Γιατί… μακάριοι όσοι ποθούν να ξυπνήσουν από το όνειρό της πραγματικότητας˙ και, γιατί αρκεί να έρθει στον ύπνο μας η ενθύμησή της για ν’ αποκτήσει τ’ όνειρο σάρκα και χρώμα κι ευωδιά˙ κι ακόμη γιατί καμιά φορά ό,τι ποθήσαμε κι ό,τι πολύ αγαπήσαμε καταρρέει κι απομένει ένα ρημαγμένο σπίτι που μονάχα λίγα ακροκέραμα στη φρίζα της πεσμένης σκεπής του υποσημειώνουν το πρώτιστο κάλλος˙ κι ακόμη γιατί κάποτε η ματιά μας γίνεται η μόνη πειστική μας έκφραση, η μόνη εύγλωττη άρθρωση της σιωπής μας˙ και γιατί υπάρχουν κι άλλοι που η μοναξιά δεν αφήνει σπιθαμή χώρο για να περάσει τίποτε άλλο εντός τους˙ γιατί πόσοι και πόσοι, αυτή την ώρα, δεν κατοικούν ολομόναχοι εντός τους˙ και, τέλος, γιατί, καθώς ξυπνούνε τα νερά και ξεπαγώνουν, έρχονται οι χρυσοχόοι του αέρα, οι μέλισσες, και γονιμοποιούν την άνοιξη, λούζοντας την ψυχή μας μέντα αθανασίας˙ γιατί και η βαρυχειμωνιά κρύβει μιαν καλοκαιρινή ηδυπάθεια, όταν η ανάμνηση φτερουγίζει στη μνήμη του σώματος λευκόφτερη˙ κι ακόμη, γιατί, όταν αγκαλιάζονται κι αγαπιούνται οι άνθρωποι υγροποιούνε χρόνο από τα παγόβουνα του θανάτου˙ κι άλλωστε δίχως να προϋπάρξει η παγωνιά της μοναξιάς πώς θα σταλάξει η αγάπη από τις άκρες των κρυστάλλων της αφοσίωσης στην ψυχή μας; και, τέλος, γιατί, εκεί που στέκεις απελπισμένος στη μέση του πουθενά της ύπαρξης, έρχεται να σου παρασταθεί η μνήμη της αγαπημένης σου˙ και γιατί μια μελαγχολική νύχτα του Γενάρη, καθώς περπατάμε στον έρημο δρόμο, φανερώνεται μπροστά μας το ποίημα, έκθετη δέσμη φωτός μέσα στο αδυσώπητο σκότος˙ γιατί και το πέταγμα των πουλιών μπορεί να διαβαστεί ως μία χάραξη αγάπης με ιερογλυφικά στον αέρα.

(Φασματοσκόπιο ερωτικού λόγου, Τηλέγραφος, 2024)

Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης γεννήθηκε το 1951 στη Δεσφίνα Φωκίδος. Εργάστηκε στη χημική βιομηχανία. Εξέδωσε εννέα ποιητικά βιβλία, ένα βιβλίο πρόζας, καθώς και ένα βιβλίο ιστορικής έρευνας για τη Σφαγή στο Δίστομο το 1944, για το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Χρονικού – Μαρτυρίας το 2011. Η ποιητική συλλογή του Πλησμονή οστών βρέθηκε στη Βραχεία Λίστα του Κρατικού Βραβείου Ποίησης 2019. Στη σειρά του Ιδρύματος Σινόπουλου «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης», εξέδωσε έναν τόμο για την ποίηση του Τίτου Πατρίκιου. Επιμελήθηκε, από το 2014, πέντε Ανθολογίες ελληνικών ποιημάτων. Μετείχε στη σύνταξη της έντυπης εφημερίδας Book Press. Μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά και αλβανικά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον (Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας 2014). Μετείχε στην Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Παιδικής Λογοτεχνίας. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Τελευταίο του βιβλίο «Εκ Φύσεως….» (θράκα, 2025).

error: Content is protected !!