Η παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής αποτελεί πάντοτε μια ιδιαίτερη πρόκληση αλλά και μια ιδιαίτερη τιμή. Η ποίηση, ως λόγος πυκνός και πολυσημικός, δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον κόσμο· προσπαθεί να τον φωτίσει μέσα από τις λέξεις, τις εικόνες και τις σιωπές της.
Κάθε ανάγνωση είναι μια διαδρομή που αποκαλύπτει νέους νοηματικούς ορίζοντες και κάθε αναγνώστης προσλαμβάνει το ποιητικό κείμενο προσθέτοντας πάντα τη δική του διάσταση ανθρώπινης εμπειρίας. Στόχος όμως της κάθε κριτικής προσέγγισης είναι πρώτα από όλα να φέρει τον αναγνώστη κοντά στο ίδιο το έργο και τον δημιουργό του.
Στην περίπτωση της ποιητικής συλλογής του Λουκά Αναγνωστόπουλου «Στο Μεσοστράτι του Κανενός», το εγχείρημα αυτό γίνεται πιο εύκολο, γιατί ο Λουκάς Αναγνωστόπουλος είναι ένας σύγχρονος Έλληνας που τα τελευταία τριάντα χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα και έτσι το έργο του αγγίζει πτυχές που είναι οικείες στον καθένα μας. Εκτός όμως από αυτό, ο Λουκάς είναι ένας βαθιά στοχαζόμενος και στοχαστικός άνθρωπος, ένας άξιος πατέρας και άξιος χειριστής του λόγου, έχοντας εκδώσει δύο ακόμη ποιητικές συλλογές, τις «Σαράντα μικρές περιπλανήσεις» (Άνεμος Εκδοτική, 2020) και «Μετέωρη εποχή» (εκδόσεις Γράφημα, 2022), καθώς και το δοκίμιο «Οι μύθοι του χθες και οι άνθρωποι του σήμερα» (εκδόσεις Γράφημα, 2021). Αρθρογραφεί στον ιστότοπο «Μεταξύ μας», σε εφημερίδες στην Ελλάδα και την Κύπρο καθώς και στο περιοδικό «Λογοτεχνικό Δελτίο». Είναι τακτικό μέλος του «Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών και Συγγραφέων» και του «Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος», μέσα από τον οποίο συναντήθηκαν οι δρόμοι μας και όπως του είπα όταν μου ανατέθηκε η παρουσίαση, αξίζει πολλά παραπάνω από όλα όσα θα ακουστούν σήμερα από όλους μας.
Υπάρχουν ποιητικές συλλογές που μας καλούν να τις διαβάσουμε. Υπάρχουν όμως και εκείνες που μας καλούν να τις περπατήσουμε. Από τον τίτλο «Στο Μεσοστράτι του Κανενός» καταλαβαίνουμε ότι η συλλογή του Λουκά Αναγνωστόπουλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Κάτω όμως από τις απλές αυτές λέξεις, υπάρχει μια ποιητική πυκνότητα που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Το «μεσοστράτι» το συναντάμε και στον τίτλο του ποιήματος του Κώστα Ουράνη “Nel mezzo del’ cammin…”, που εντάσσεται στη συλλογή Αποδημίες και συνομιλεί ανοικτά με τη Θεία Κωμωδία αφού επαναλαμβάνει την αρχή του πρώτου στίχου της “Κόλασης” : “Nel mezzo del cammin di nostra vita” (Στο μεσοστράτι απάνω της ζωής μας). Το ποίημα του Ουράνη αρχίζει ως εξής : Να ‘μαι κ’ εγώ στο μέσο της ζωής μου/μα δάσο σκοτεινό δε βλέπω μπρος μου/κι ούτε το φάντασμα του Βιργιλίου,/ να γίνει παραστάτης κι οδηγός μου. Ο Καζαντζάκης μεταφράζει την αρχή της Κόλασης γράφοντας «Στο μεσοστράτι απάνω της ζωής μας/σε σκοτεινό πλανέθηκα ρουμάνι.Τι ‘ταν ο δρόμος ο σωστός χαμένος….»
Το «μεσοστράτι» λοιπόν είναι ένα σύνθετο ουσιαστικό που σημαίνει το μέσο του δρόμου ή την ενδιάμεση στάση μιας διαδρομής, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Στη συλλογή του Λουκά Αναγνωστόπουλου θεωρώ ότι παραπέμπει στον ενδιάμεσο τόπο, στο πέρασμα, στη ζώνη όπου διασταυρώνονται οι πορείες των ανθρώπων. Είναι ο δρόμος ανάμεσα στους δρόμους · ο τόπος της συνάντησης, της μνήμης, της αναμονής, της προσμονής, της απώλειας και της επιστροφής.
Το δεύτερο μέρος του τίτλου, το «Κανενός», μπορεί επίσης να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Ο Οδυσσέας αποκαλεί τον εαυτό του «Κανέναν» (Οὖτις) στη Οδύσσεια, ραψωδία ι (ένατη ραψωδία), κατά το επεισόδιο με τον Κύκλωπα Πολύφημο, που όταν τον ρωτά το όνομά του εκείνος απαντά : «Οὖτις ἐμοί γ᾽ ὄνομα» («Το όνομά μου είναι Κανένας.»), επιλογή που αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της πολυμήχανης ευφυΐας του Οδυσσέα όταν οι άλλοι Κύκλωπες, νομίζοντας ότι δεν του επιτίθεται κανείς, τον αφήνουν αβοήθητο.
Όμως, το Κανενός δεν ανήκει σε έναν άνθρωπο χωρίς ταυτότητα · όπως δεν ήταν και ο Οδυσσέας άλλωστε. Μπορεί να διαβαστεί με καθολικότητα, ως προσδιοριστικό στοιχείο αναφοράς του κάθε ανώνυμου ανθρώπου ‧ μπορεί επίσης να διαβαστεί και ως προσδιοριστικό στοιχείο της υπαρξιακής αγωνίας, μοναξιάς και αναζήτησης του σύγχρονου ανθρώπου που ως Οδυσσέας – Κανένας στέκεται στη μέση της διαδρομής της ζωής του και αναρωτιέται, ανακαλύπτει, ερευνά, ονειρεύεται ή σωπαίνει. Είναι, ίσως, ο καθένας μας όταν στέκεται απέναντι στον χρόνο, στη μνήμη, τις μικρές καθημερινές δοκιμασίες της ζωής και τον ίδιο του τον εαυτό.
Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο ποιητής στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής «Κανένας» :
“Είμαι ο Κανένας του σήμερα,
Ίσως ο Καθένας του χθες και του αύριο,
Το βάρος της ματαίωσης
Φορτίο στην πλάτη μου».
Ο δημιουργός της συλλογής «Στο Μεσοστράτι του Κανενός» δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με την υπερβολή ούτε να καταφύγει στον ερμητισμό. Επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της απλότητας. Παρατηρεί τον κόσμο με βλέμμα καθαρό, αναγνωρίζει την ομορφιά μέσα στο συνηθισμένο και μετατρέπει τις κοινές εμπειρίες σε ποιητικά γεγονότα. Αυτός άλλωστε είναι και ο στόχος του κλασικού ρεαλισμού ως συνειδητής αισθητικής επιλογής : η ανάδειξη της αλήθειας της ανθρώπινης εμπειρίας χωρίς εξιδανίκευση και χωρίς απογύμνωση από την ποιητικότητα και την τεχνική αρτιότητα ‧ αλλά και η συναισθηματική και αφηγηματική δύναμη που προκαλείται από τη σύνδεση του καθημερινού με το διαχρονικό και την επαφή του αναγνώστη με πανανθρώπινες αξίες και διαχρονικά ερωτήματα.
Οι βασικοί θεματικοί άξονες
Η συλλογή αποτελείται από τριάντα επτά (37) ποιήματα και έχει τρεις βασικούς θεματικούς άξονες.
Ο πρώτος είναι ο χρόνος, ως μια υπόγεια δύναμη που μεταμορφώνει τα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα αφήνει πίσω του ίχνη εμπειρίας. Τον βλέπουμε στα ποιήματα Αδιάφορος, Βαστίλη, Βράχοι, Βροχή, Θερινή Ισημερία, Ιεριχώ, Ινδιάνος, Καθρέπτης, Κανένας, Κάστρα στην άμμο.
Οδυνηρά φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας όπως η ανεργία, τα ναρκωτικά, η επαιτεία, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, συμπλέκονται με τον διαχρονικό ατομισμό και την κοινωνική απραξία στο ποίημα η Αναζήτηση : «στα στενά που περπατάς/χωράφια σπαρμένα με βελόνες, συνηθίζεις κι ας λες όχι ‧ ψέματα, δε συνηθίζεις, προσπερνάς» και καταλήγουν στην αφοπλιστική επίγνωση «Πολλά είδα και τίποτα δεν έκανα ‧ / περιμένοντας μια ζωή τους άλλους, που δεν εμφανίστηκαν ποτέ» στο ποίημα Αδιάφορος.
Στο ποίημα Βράχοι, που ο ποιητής αφιερώνει στον πατέρα του, τα παιδιά που κάποτε παίζανε ανέμελα στην ακτή γίνονται βράχοι που στέκουν μόνοι, αδάμαστοι και απόμακροι να τους χτυπάνε τα κύματα, παραπέμποντας στο οδυνηρό ταξίδι της ενηλικίωσης.
Στο ποίημα Ιεριχώ, που συμβολίζει αυτά που ο καθένας χτίζει προσωπικά και προσπαθεί εναγώνια να διατηρήσει και να επαυξήσει μέσα στο χρόνο, ο ποιητής διαπιστώνει : “Και ένα απομεσήμερο του Ιούλη/ να γκρεμίζονται με πάταγο τα χτισμένα /όχι από θεϊκές σάλπιγγες και ορδές εχθρών, /μα με τον ήχο των τζιτζικιών…. κάθεσαι στη σκιά του πεύκου/και αναρωτιέσαι γιατί άργησε τόσο η πτώση”. Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στο ποίημα Βαστίλη, όπου το μίσος του παρελθόντος για τις φυλακές του νου γκρεμίζει στο σήμερα τα τείχη για μια ματιά σε έναν ορίζοντα χωρίς σίδερα, ακόμα κι αν είναι η τελευταία.
Ο δεύτερος θεματικός άξονας της συλλογής είναι η καθημερινότητα και η σύγχρονη αστική πραγματικότητα. Τον διακρίνουμε με γνήσιο ρεαλισμό στο ποίημα Είσαι άνθρωπος, όπου ο ποιητής γράφει : « Σ΄ έχουν πείσει ότι είσαι/το ΑΦΜ, οι λογαριασμοί, ο μισθός/τα εισιτήρια των διαδρομών σου, /οι αποδείξεις των σούπερ μάρκετ/ ένας αριθμός στους πολλούς…../σ΄έχουν πείσει ότι είσαι η τσέπη σου».
Το αστικό τοπίο περιβάλλει συμβολιστικά και στο ποίημα Επόμενη στάση : “η αστική ζωή μας σε αναμονή, του λεωφορείου, του τρένου, ενός θαύματος;/ποιος ξέρει;” και τα νοήματα πυκνώνουν περισσότερο στο ποίημα Η Ομόνοιά μου που ο ποιητής αφιερώνει σε μια συνοδοιπόρο στις βόλτες του, τη Τζουλιάνα : «Ομόνοια, ώρα απογευματινή,/περιστέρια στα καλώδια της ΔΕΗ, παρτιτούρα αστικής μουσικής, φάλτσα και βιαστική,/σαν το τρέξιμο των πεζών, των αυτοκινήτων, του χρόνου, σε μια πλατεία που χαμογελά πικρά/στης Παρασκευής την ανακούφιση». Αστική εικονοποιία έχουμε και στα ποιήματα Μέρες καύσωνα και Σταγόνες τ΄Αυγούστου που ψάχνουν καταφύγιο «στις σχισμές ραγισμένων πεζοδρομίων, σε υποψίες παρτεριών και λακκούβες».
Ο τρίτος θεματικός άξονας της συλλογής είναι η εσωτερική αναζήτηση, η υπαρξιακή αγωνία και προσμονή. Εκφράζεται πολύ καθαρά στο ποίημα Αναζήτηση, Τρίτη στροφή : «Ενοχής και σιωπής γωνία, στέκεσαι περιμένοντας/δεν ξέρεις ακριβώς τι ‧ μα διάολε, κάτι πρέπει να περιμένεις» και λίγο πιο κάτω, στην τέταρτη : «Προσμονής και ονείρου γωνία/μόλις την πέρασες/και βαδίζεις μπροστά/δε μπορεί, κάπου χάθηκες». Εικόνες φυλακής και υπαρξιακής αγωνίας έχουμε και στο ποίημα η Φωνή : «Η φωνή μέσα σου/συνεχίζει να γδέρνει με τα νύχια της/το κελί που έφτιαξες/για να μην την ακούς».
Ο άξονας της προσμονής κυριαρχεί στο ποίημα Ανάσα τ΄Απρίλη, ενώ στο ποίημα Προσδοκία, αναδύεται η καλοσύνη σαν ζητούμενο ζωής και η ομορφιά της φύσης : “Κρατιέμαι από την ομορφιά/όπως ο κουρασμένος ναυαγός/από μια τόσο δα σανίδα/σε τρικυμισμένη θάλασσα/….Ψάχνω την καλοσύνη – όπως ο χαμένος περιηγητής το μονοπάτι που οδηγεί στο ξέφωτο”.
Δεν μπορούμε να παραλείψουμε την αναφορά στο εξαιρετικό ποίημα που ο Λουκάς αφιερώνει στο γιο του Γιώργο, όπου εκφράζει με αριστοτεχνικό τρόπο την αγωνία του κάθε γονιού για το μέλλον του κόσμου που μεγαλώνει τα παιδιά του στους στίχους : “ Ψέματα. Τίποτα δεν πάει καλά./… Πατέρας όλων ο πόλεμος,/ Κρόνος που τρώει τα τέκνα του,/ γενιά με τη γενιά, αθεράπευτα βουλιμικός.” και την Κούνια, όπου ντύνει με μια νότα αισιοδοξίας παρμένη από τη φύση, τη Σελήνη και τον Ουρανό, τον αγώνα να μην αφήσει πίσω του έναν κόσμο γεμάτο ερείπια.
Δύο ακόμα ποιήματα που ξεχωρίζουν για την αισθητική και το νόημά τους είναι το ποίημα Οδυσσέας και Ώρα Θριάμβου. Στον Οδυσσέα παρουσιάζεται μια πρωτότυπη αντιστροφή του μύθου με τον Οδυσσέα να μη φεύγει για την Τροία αλλά να μένει για πάντα στην Ιθάκη, και ο ποιητής αναρωτιέται : «Ακόμα δεν έχω καταλάβει/αν έμεινε στον ξερόβραχο/από θάρρος ή δειλία. Θα με ρωτήσω, όταν φτάσει η ώρα.» Στην Ώρα Θριάμβου ο ποιητής γράφει : «Ξέρεις πως αυτοί που φιλούν τα χέρια/είναι οι πρώτοι που πουλούν/τα καρφιά της σταύρωσής σου. /Κι όμως τους χαμογελάς…. Έτσι ήταν πάντα. Έτσι θα είναι πάντα. Πλησιάζεις την Ιερουσαλήμ σου. Η ώρα έφτασε.».
Η γλώσσα της συλλογής είναι λιτή αλλά πυκνή και ουσιαστική μέσα στην απλότητά της. Οι εικόνες γεννιούνται από την πραγματικότητα και προσδίδουν μουσικότητα χωρίς επιτήδευση. Προσεκτικά τοποθετημένες επαναλήψεις όπως στον Καθρέπτη (Κουρασμένος συνεχίζω την περπατησιά…. Ματωμένος συνεχίζω την περπατησιά…. Μαχόμενος συνεχίζω την περπατησιά …. αποφασισμένος συνεχίζω την περπατησιά), στον Αδιάφορο το ρήμα είδα στην αρχή κάθε στροφής (είδα τους φίλους μου άνεργοι να μένουν/είδα κούτες και κορμιά σε πεζοδρόμια/είδα παιδιά με πλαστικά ποτήρια/είδα τις στάχτες μας) και στην Αναζήτηση (Ενοχής και σιωπής γωνία/Προσμονής και ονείρου γωνία) δίνουν ρυθμικότητα και ταυτόχρονα υπογραμμίζουν τον ποιητικό στόχο με τον άνθρωπο στο επίκεντρο.
Η οικονομία της έκφρασης λειτουργεί ως βασικό αισθητικό μέσο, καθώς κάθε λέξη φαίνεται να επιλέγεται με ιδιαίτερη προσοχή. Η λιτότητα της έκφρασης, τόσο στην εικονοποιία όσο και στην απόδοση νοημάτων και συμβολισμών, επιτρέπει στον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία πρόσληψης του έργου προσδίδοντας ταυτόχρονα ένα υψηλού επιπέδου αισθητικό υπόβαθρο.
Αξίζει να δοθεί προσοχή και στις μυθολογικές αναφορές του Οδυσσέα και της Αντιγόνης. Ο Οδυσσέας στο ποίημα Κανένας και το πνεύμα της Αντιγόνης, που βλέπουμε στο σημείο που ο ποιητής αφιερώνει τη συλλογή στη μητέρα του, λειτουργούν ως δύο συμπληρωματικά αρχέτυπα γιατί η Αντιγόνη συμβολίζει την ηθική ακεραιότητα και την πίστη στο χρέος, για χάρη του οποίου αντιστέκεται, ενώ ο Οδυσσέας συμβολίζει την διαρκή περιπλάνηση και αναζήτηση της προσωπικής ταυτότητας. Έτσι αποκαλύπτεται ο βαθύς διακειμενικός και ηθικός άξονας πάνω στον οποίο οικοδομείται η ποιητική της συλλογής.
Στο τέλος κάθε ποιητικής διαδρομής δεν ανακαλύπτουμε έναν άγνωστο τόπο · ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας. Ίσως αυτό να είναι τελικά το “Μεσοστράτι του Κανενός” : ο δρόμος όπου όλοι περνάμε και όπου, μέσα από την ποίηση, κανείς δεν μένει πραγματικά μόνος. Άλλωστε η ποίηση δε μας δίνει πάντα απαντήσεις, μας προσφέρει όμως έναν τρόπο να κοιτάξουμε τον κόσμο με περισσότερη προσοχή και ευαισθησία.
Η ποιητική συλλογή του Λουκά Αναγνωστόπουλου είναι μια τέτοια πρόσκληση : να σταθούμε για λίγο στις λέξεις, τις εικόνες και τις σιωπές που διαμορφώνουν την εμπειρία μας. Κι ας αναλογιστούμε ο καθένας, όπως ο Κανένας, αναζητώντας όχι μόνο τον ποιητή, αλλά και τον άνθρωπο που καθρεφτίζεται τους στίχους, αυτά τα λόγια του Λουκά :
“Να σκύψω είναι το σωστό,
Ν΄ακουμπήσω το φορτίο,
Ίσα να πάρω μια ανάσα.
Βλέπω τον ουρανό. Λίγο ακόμα όρθιος”.
Αλεξάνδρα Μάνου
Πτυχιούχος Νομικής Σχολής (ΕΚΠΑ)
Σπουδάστρια Κλασικής Φιλολογίας (ΕΚΠΑ)
ΠΜΣ Δημιουργικής Γραφής ΕΑΠ
