Όλο τὸ καλοκαίρι τοῦ ἔγραφε τὸ ἴδιο γράμμα.
Γνώριζε καλὰ πὼς ἡ γλώσσα της θὰ τοῦ ἦταν πιὰ ἄγνωστη
καὶ πὼς δὲν ὑπάρχει μετάφραση στοὺς κοσμικοὺς τόνους ποὺ
παράγουν οἱ χορδὲς τοῦ πόνου, παρ’ ὅλα αὐτὰ τοῦ ἔγραφε.
Η ἀπουσία ἀπ’ τὴν παρουσία χωρίζεται ἀπὸ μιὰ λεπτὴ μεμβράνη, τοῦ ἔγραφε. Τὸ ἄλογο ἀπ’ τὴ ζέμπρα. Ἡ λιβελούλα ἀπ’ τὴ νιφάδα. Οἱ φωτεινοὶ πλανῆτες ἀπὸ τὶς μαῦρες τρύπες. Κι ἐσὺ πλέεις ἀνάμεσα.
Μιὰ νύχτα ἔπεσαν μετεωρίτες. Άνοιγαν τρύπες στὸ σῶμα της.
Οἱ δεινόσαυροι εἶχαν κουλουριαστεῖ σὲ ἕνα ὄμικρον καὶ κυλοῦσαν μακριά.
Οταν δὲν εἶσαι, εἶσαι περισσότερο, τοῦ ἔγραφε. Ποτὲ δὲν ἀγαπᾶμε πιὸ ἀπόλυτα, ἀπ’ ὅσο ἀγαπᾶμε χωρίς.
Καὶ γιὰ μία καὶ μοναδικὴ φορὰ μέσα σ’ ὁλόκληρο τὸ καλοκαίρι
ποὺ ἔγραφε καὶ ξαναέγραφε τὸ ἴδιο γράμμα, αὐτὸς τὴν ἄκουσε.
(από τη συλλογή ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΣΑΓΙΕΡΕΣ, εκδόσεις Κίχλη 2026)