(Απόσπασμα)
Ο ποιητής είναι ένας μάγος.
Εμφανίζει μπροστά σου ξαφνικά
κομμάτια απ’ την ψυχή σου
που νόμιζες καλά κρυμμένα
[…] Για τη διευκρίνιση της έννοιας του «ποιητικού παρόντος» θα πρέπει να ειπωθεί ότι αυτό προσδιορίζεται με καταληκτικό σημείο –κυριολεκτικά– το παρόν και αφετηρία το συμβατικό όριο του έτους 2000, οπότε και τοποθετείται η αλλαγή σκυτάλης από την τελευταία καταγεγραμμένη στην ιστορία της λογοτεχνίας και, επίσης, συμβατικά διαμορφωμένη γενιά του ’80. Βεβαίως, όπως εύκολα μπορεί κάποιος να αντιληφθεί, τα είκοσι τρία αυτά χρόνια που συνιστούν το πεδίο έρευνας και μελέτης δεν περιλαμβάνουν μονάχα πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές αλλά και άλλους, που ανήκουν στις προηγούμενες γενιές, εξακολουθούν, ωστόσο, να καλλιεργούν την ποίηση με την ίδια ή με αυξομειούμενη ένταση και συχνότητα. Οι παρατηρήσεις, λοιπόν, που μπορεί κάποιος να διατυπώσει χωρίζονται σε τρεις μεγάλες περιοχές και έχουν ως εξής:
α΄
Το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα φέρει ανεξίτηλη τη σφραγίδα μιας, χωρίς προηγούμενο, εμπλοκής πολλών ανθρώπων με την τέχνη του στίχου. Για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη και ευρεία κλίμακα άνθρωποι προερχόμενοι από διαφορετικά κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, επαγγελματικά, πνευματικά περιβάλλοντα επέλεξαν να δοκιμάσουν και να δοκιμαστούν στην ποιητική γραφή ως τρόπο έκφρασης αλλά και ως λύση στο ιδιαίτερα οξύ πρόβλημα της ταυτότητας –της απόκτησης και του προσδιορισμού της ταυτότητας– που η παγκοσμιοποίηση και ο σύγχρονος τρόπος ζωής γέννησε. Αυτή η ποσοτική διεύρυνση, η συμμετοχή, δηλαδή, μεγάλου αριθμού ανθρώπων στο ποιητικό φαινόμενο οδήγησε, όπως ήταν φυσικό, σε μια αντίστοιχη «διεύρυνση» του ποιητικού λόγου, στην εμφάνιση, δηλαδή, τρόπων ποιητικής έκφρασης που ήρθαν για να συμπληρώσουν, να ποικίλλουν ή ακόμα και να ανατρέψουν τους υφιστάμενους. Η διεύρυνση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την στέγαση κάτω από τον όρο «ποιητική γραφή» κειμένων που παραδοσιακά θα ανήκαν ακόμα και σε άλλα λογοτεχνικά ήδη ή κειμένων που αναβιώνουν παραδοσιακές ποιητικές μορφές και φόρμες. Έτσι, σε επίπεδο μορφοποίησης, μπορεί κάποιος να επισημάνει πως, με κέντρο τον ελεύθερο στίχο που αποτελεί την πλέον συνήθη επιλογή, αρκετοί είναι εκείνοι που καλλιεργούν τα παραδοσιακά ποιητικά είδη, ενώ άλλοι πειραματίζονται οδηγώντας τον στίχο στα όριά του ωθώντας τον, κάποιες φορές, στο σημείο να τα ξεπεράσει και να μπει στα εδάφη της πεζογραφίας ή του θεάτρου.
Η ίδια ποικιλία που χαρακτηρίζει τη μορφή, εκβάλλει και χαρακτηρίζει το περιεχόμενο, το ύφος και τον τόνο των ποιημάτων. Τα θέματα παραμένουν, βεβαίως, πάντα τα ίδια, αυτά που τροφοδότησαν και εξέθρεψαν την ποίηση για αιώνες. Εκείνο που διαφέρει είναι κάτι άλλο και, μάλιστα, όχι αυτό που θα προσδιόριζε κάποιος ως οπτική ή προσέγγιση πάνω στα θέματα αυτά –τον έρωτα, τον θάνατο, τη φύση, τον πόλεμο, τον άνθρωπο, την κοινωνικοπολιτική συνθήκη. Είναι η ίδια η προσέγγιση στην τέχνη της ποίησης. Εδώ αξίζει να σταθεί κάποιος και να διερευνήσει βαθύτερα και διεξοδικότερα το θέμα. Γιατί αυτό που γίνεται αντιληπτό ως διαφορετική ματιά πάνω στις επιμέρους θεματικές είναι, στην πραγματικότητα, μια διαφορετική ματιά πάνω στην ποιητική τέχνη και τεχνική. Μια διαφορετική ενατένιση του ποιητικού λόγου ως εδάφους μέσα στο οποίο εξυφαίνεται η αναζήτηση και η αναγνώριση του εαυτού που πραγματοποιείται και εκδηλώνεται με την καλλιέργεια της ποιητικής φωνής κατά τέτοιον τρόπο, ώστε αυτή να μπορεί να κερδίζει για λογαριασμό του υποκειμένου της την ατομικότητά του.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φαινόμενο που για πρώτη, ίσως, φορά παρατηρείται να συμβαίνει με τόσο μεγάλη ένταση στην ιστορία της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Η διεκδίκηση της ατομικότητας μέσα και μέσω της ποίησης εκβάλλει σε μια μεγαλύτερη –συγκριτικά με άλλες εποχές– ποιητική παραγωγή που διακρίνεται για τις πολυάριθμες διαχωριστικές εντός του σώματός της γραμμές. Την ίδια, όμως, στιγμή που οι διαφορές, ακόμα και ανάμεσα στους ποιητές εκείνους που φαίνεται να βρίσκονται εγγύτερα μεταξύ τους –όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στο επίπεδο της τεχνοτροπίας με τους νεοφορμαλιστές ποιητές– αναδεικνύονται ολοκάθαρα, την ίδια ακριβώς στιγμή αυτή η διεκδίκηση της ατομικότητας μοιάζει να λειτουργεί εξομοιωτικά, μοιάζει, δηλαδή, να λειαίνει και να απαλύνει τις διαφορές, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που να δημιουργείται η εντύπωση ενός ομοιότροπου και ομοιογενούς πεδίου, τουλάχιστον στον τρόπο με τον οποίο η ποίηση καθίσταται η λύση αυτής της εναγώνιας και διακαούς επιθυμίας ταυτο-ποίησης. Η τελευταία αυτή λέξη, έτσι όπως διατυπώνεται, εν είδει λογοπαιγνίου, προσφέρει με τη μεγαλύτερη δυνατή ευστοχία το στίγμα της ποιητικής συγχρονίας ή, τουλάχιστον, ένα από τα στοιχεία που τη συνθέτουν και τη μορφοποιούν.
Η έννοια της «λύσης» που φαίνεται να αποτελεί σήμερα η ποίηση αντιπαρέρχεται και αντιπαρατίθεται στη βασικότερη ιδιότητά της που είναι, βασικά, να αποτελεί το «πρόβλημα», το διαρκές ζητούμενο, το δοχείο εκείνο στο οποίο ο ποιητής εναποθέτει την αβεβαιότητα και την αμφιβολία του, κάτι, με άλλα λόγια, που πάντα διαφεύγει και ποτέ δεν προσφέρεται ως σταθμός και καταφύγιο. Ακόμα και ο Κ. Γ. Καρυωτάκης που την προσδιόρισε έτσι, αποδέχθηκε τελικά –με την προσθήκη στον περίφημο στίχο κι η ποίησις/ είναι το καταφύγιο που φθονούμε της φράσης «που φθονούμε»- την αδυναμία του ποιητή να την ελέγξει, να την κατακτήσει, να την «κατοικήσει». Το γεγονός, λοιπόν, ότι τα τελευταία χρόνια η ποιητική τέχνη προσφέρεται ως λύση και διέξοδος, ως υπόσχεση διάκρισης και χάραξης του ατομικού περιγράμματος για έναν μεγάλο αριθμό δημιουργών αποδεικνύεται από την αίσθηση που διαμορφώνει ακόμα και ο απλός αναγνώστης ότι «ακούει» μια σειρά από ποιητικούς μονολόγους, δοσμένους στη μορφή ποιητικών συλλογών, καθένας από τους οποίους επιχειρεί να εκφράσει και μια (ποιητική) «άποψη» για λογαριασμό του υποκείμενου της.
Δύο είναι οι ενδείξεις εκείνες που συνηγορούν υπέρ αυτής της παρατήρησης· και οι δύο προερχόμενες από τη γενική εντύπωση μιας μεγαλύτερης ευκολίας στην άρθρωση του ποιητικού λόγου. Η πρώτη έχει να κάνει με τη συχνότητα επανεμφάνισης ενός ποιητή μέσα από διαδοχικές ποιητικές συλλογές καθώς υπάρχουν, πράγματι, πολλές περιπτώσεις δημιουργών που επανέρχονται μέσα σε διάστημα μικρότερο των τριών ή τεσσάρων χρόνων στο κοινό για να παρουσιάσουν τη νέα τους ποιητική παραγωγή. Αυτό δεν είναι απαραίτητα ούτε πάντα συνώνυμο μιας μεγαλύτερης άνεσης και ευκολίας στην συγγραφή ποιημάτων, οπωσδήποτε, όμως, έρχεται σε σχετική ή απόλυτη αντίθεση με αυτό που αποτελούσε παραδοσιακά μια πάγια και παγιωμένη ποιητική εντολή η οποία συμπυκνώνονταν στις λέξεις «αναμονή», «ωρίμανση», «αφαίρεση», «οικονομία», «απόσταξη». Στενά συνυφασμένη με την ένδειξη αυτή είναι μια δεύτερη που έχει να κάνει με τον αριθμό των ποιημάτων που περιέχουν πολλές ποιητικές συλλογές οι οποίες φτάνουν στο σημείο να προσεγγίσουν –στον αριθμό των σελίδων τους– ακόμα και πεζογραφικά έργα. Κι αυτό με τη σημείωση ότι δεν πρόκειται για ποιητικές συνθέσεις αφηγηματικού τύπου οι οποίες, εξ ορισμού και εκ φύσεως, εκτείνονται σε μεγάλη έκταση και οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δε φαίνεται να συγκεντρώνουν και να έλκουν το ενδιαφέρον και την προτίμηση των σύγχρονων δημιουργών, τουλάχιστον σε βαθμό που να μπορεί να μιλήσει κάποιος για ιδιαίτερη ρεύμα ή τάση μέσα στο ευρύτερο ποιητικό γίγνεσθαι.
Όλες οι παραπάνω παρατηρήσεις, ακόμα κι αν δεν αρκούν για να δημιουργήσουν έναν κανόνα, επισημαίνουν μια διάθεση και μια ροπή από την οποία δε λείπουν, ωστόσο, οι εξαιρέσεις και, μάλιστα, αξιοσημείωτες. Πρόκειται για την ποίηση εκείνη που έρχεται για να επικυρώσει ότι το βασικό κριτήριο για την αξιολόγηση και, κατ’ επέκταση, την καταξίωσή της είναι, βασικά, ο τρόπος με τον οποίο αυτή συστήνει μια νέα γλώσσα, μια νέα ποιητική γλώσσα. Και ο καταλληλότερος για να το επιβεβαιώσει αυτό είναι ο ίδιος ο ποιητής ο οποίος, αντικρίζοντας το ποίημα του, θα πρέπει να φτάσει στο σημείο ακόμα και να ξαφνιαστεί από την ίδια του τη φωνή, να μην αναγνωρίσει σε αυτό τον συνήθη εαυτό του αλλά την υπέρβαση και την προέκτασή του. Να αντιληφθεί βαθύτερα την κορύφωση, την εξακτίνωση της ποιητικής του σκέψης και έκφρασης.
β΄
Στενά συνδεδεμένα με το ζήτημα της ποιητικής ταυτότητας και «ταυτο-ποίησης», είναι τα ζητήματα που έχουν προκύψει από την έκθεση και την εκτύλιξη του ποιητικού φαινομένου, σε μεγάλο σχετικά βαθμό, στο διαδίκτυο. Από την διεξαγωγή ενός μεγάλου μέρους της ποιητικής κίνησης και επικοινωνίας μέσα σε ηλεκτρονικές σελίδες, προσωπικές ή μη. Ενδεικτικό της έκτασης και των διαστάσεων που προσέλαβε η πρακτική αυτή είναι το γεγονός ότι ένας από τους πρώτους και, ίσως, πιο αυθόρμητους χαρακτηρισμούς της νέας ποιητικής γενιάς ήταν «Γενιά της διαδικτυακής μοναξιάς». Η φράση δηλώνει την απόσυρση και τον εγκλεισμό, όχι, όμως, όπως παραδοσιακά συνέβαινε με πολλούς ποιητές που αποτραβιούνταν στο περιθώριο, σε έναν ιδιωτικό χώρο για να μπορούν εκεί να στήσουν το ποιητικό τους εργαστήρι. Αντίθετα, η απομάκρυνση αυτή πραγματοποιήθηκε, εν μέρει, λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής και διευκολύνθηκε ή ενισχύθηκε από την ύπαρξη του διαδικτύου ως υποκατάστατου της πραγματικής επικοινωνίας που επέτρεψε το άνοιγμα πολλών ποιητών στον δημόσιο χώρο. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, αυτή η υποκατάσταση προχώρησε ακόμα περισσότερο. Πλέον, ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής πράξης και πρακτικής διεξάγεται μέσα στις διάφορες ιστοσελίδες. Δεν είναι μόνο οι προσωπικοί λογαριασμοί στις υπάρχουσες εφαρμογές, τα ιστολόγια και οι ατομικές ιστοσελίδες ποιητών, είναι και ο μεγάλος αριθμός διαδικτυακών περιοδικών και ιστότοπων για την ποίηση που παρουσιάζουν και φέρνουν σε επαφή το αναγνωστικό κοινό είτε με πρωτογενή ποίηση είτε με τον δοκιμιακό και κριτικό λόγο που αναπτύχθηκε πάνω σε αυτή.
Πρόκειται για μια πραγματική επανάσταση που έρχεται για να επαναπροσδιορίσει ή, καλύτερα, να επαναχαράξει τους όρους και τα όρια της ποιητικής ζωής, να τους δώσει νέο περιεχόμενο και νόημα. Το διαδίκτυο προσφέρει πια τη δυνατότητα στους νέους αλλά και στους παλαιότερους ποιητές να παρουσιάσουν το έργο τους και μάλιστα με ιδιαίτερη ευκολία και χωρίς έξοδα, στους αναγνώστες να κοινοποιήσουν και να μοιραστούν τις εντυπώσεις τους ή ακόμα και να ασκήσουν κριτική σε ένα ποίημα ή μια συλλογή. Η πνευματική κίνηση όμως δεν σταματά εδώ. Πολλά είναι τα περιοδικά εκείνα που κυκλοφορούν διαδικτυακά και προσφέρονται για δωρεάν ανάγνωση στους φίλους του ποιητικού λόγου, αλλά και στους ίδιους τους ποιητές ως βήμα για να ακουστούν ή ως πνευματικό πεδίο για να περιηγηθούν. Πολλά είναι, επίσης, τα βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή που έρχονται για να συμπληρώσουν την εικόνα του ποιητικού παρόντος που, σε ένα μεγάλο μέρος του, τοποθετείται και εξελίσσεται μέσα στις ηλεκτρονικές σελίδες του διαδικτύου.
Στην πραγματικότητα, αν θελήσει κανείς να υπεισέλθει και να εξετάσει βαθύτερα το φαινόμενο και τις συνιστώσες του, θα μπορούσε να διαπιστώσει ότι ο ποιητικός λόγος εξακολουθεί να καλλιεργείται όπως καλλιεργούνταν πάντα. Απλούστατα, αυτό που υπό άλλες συνθήκες ή σε άλλες εποχές θα έμενε ανέκδοτο, κρυμμένο στο συρτάρι ή θα γινόταν γνωστό σε έναν περιορισμένο κύκλο οικείων του ποιητή, τώρα εξέρχεται σε κοινή θέα και καθίσταται κτήμα ενός μεγάλου αριθμού χρηστών, ακόμα και ξένων ή άγνωστων στον δημιουργό. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί κανείς να βρεθεί αντιμέτωπος με ποιήματα –πέρα από αυτά που έχουν ενσωματωθεί στον λεγόμενο κανόνα– που αποτελούν, ενδεχομένως, ποιητικές δοκιμές ή αποδεικνύονται τέτοιες μετά από την ανάγνωση και τη μελέτη τους. Το πρόβλημα, βεβαίως, αυτό φέρει κατάσαρκα και τη λύση του. Γιατί η συνύπαρξη ποιημάτων που έχουν αποδείξει την αντοχή και την επενέργειά τους, με ποιήματα που αποτελούν δημιουργίες του παρόντος ή του άμεσου παρελθόντος λειτουργεί αυτόματα σαν φίλτρο προκειμένου να επικυρωθεί η αξία των πρώτων και να ελεγχθεί η αξία των δεύτερων. Σε κάθε περίπτωση, οι ποικίλες όψεις του φαινομένου μένει να διερευνηθούν για να διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, ο βαθμός στον οποίο ο διαδικτυακός χαρακτήρας που προσέλαβε η ποίηση αφορά, εν τέλει, την ίδια την τέχνη ή τους δημιουργούς της. Να δώσει απάντηση στο ερώτημα σχετικά με το αν και κατά πόσο η ποίηση στο διαδίκτυο αφορά το σώμα της ποίησης ή το πρόσωπο του υποκειμένου της.
γ΄
Η διάνοιξη του ποιητικού πεδίου και η ευρύτητα την οποία αυτό έχει αποκτήσει καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολο κάθε εγχείρημα προσδιορισμού μιας κοινής, ενοποιητικής γραμμής που θα διαπερνά τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ποιητικών έργων και θα δίνει το ιδιαίτερο στίγμα και τη φυσιογνωμία της περιόδου. Μια λύση, λοιπόν, θα ήταν να αποδοθεί σε αυτήν ένας χαρακτηρισμός που να αποτυπώνει αυτήν ακριβώς την ιδιαίτερη συνθήκη και εξέλιξη. Η φράση «Γενιά της ποιητικής πανσπερμίας» θα μπορούσε, πράγματι, μένοντας στην επιφάνεια του ζητουμένου, να αποδώσει τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη ποίηση γράφεται και παρουσιάζεται στο αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για έναν όρο που δεν περιγράφει μόνο την άνθιση του ποιητικού φαινομένου αλλά και την πολυπλοκότητά του, την εξακτίνωσή του σε ποικίλες πλευρές και κατευθύνσεις, σε τόπους, αν όχι πρωτόγνωρους, οπωσδήποτε, όμως, πρώτη φορά τόσο καλά χαρτογραφημένους και φωτισμένους. Θα πρέπει, βέβαια, εδώ και πάλι να διευκρινισθεί ότι τα θέματα και οι αφορμές παραμένουν, σε γενικές γραμμές τα ίδια, όπως πάντοτε ήταν. Εκείνο που διαφοροποιείται είναι ο «φωτισμός», είναι το κέντρο βάρους το οποίο πλέον έχει μεταφερθεί στις σύγχρονες αναζητήσεις και τους προβληματισμούς, τους σχετικούς με τις ανθρώπινες σχέσεις, με τον τρόπο και τις συνθήκες της σύγχρονης ζωής, με τη μόνωση και τη μοναξιά, με τον έρωτα όπως αυτός εξακολουθεί να τροφοδοτεί το ανθρώπινο αίσθημα και, κατ’ επέκταση, την ανθρώπινη δημιουργικότητα, με την κοινωνικοπολιτική συνθήκη που αποτελεί πάντα ένα σημείο αναφοράς και διαρκούς επαναφοράς για την αναμέτρηση μαζί της, με τα ζητήματα φύλου που έχουν δυναμικά εισβάλει και τροφοδοτήσει τις ποιητικές καταθέσεις, με το γυναικείο ζήτημα που τόσο έντονα έχει ανακύψει στο κοινωνικό και το πνευματικό πεδίο, ακόμα και με την παγκοσμιοποίηση που έχει μεταβάλλει σημαντικά τους όρους και τα όρια αντίληψης του κόσμου και, βέβαια, με την ίδια την τέχνη της ποίησης, την πρόκληση που αυτή συνιστά και την ανταπόκριση στο κάλεσμά της. Μία από αυτές τις περιοχές, η κοινωνικοπολιτική συνθήκη, όπως διαμορφώθηκε υπό το βάρος μιας οικονομικής συνθήκης που κάθε άλλο παρά ευχάριστη και υποφερτή ήταν, οδήγησε στη δημιουργία του όρου «γενιά» ή «ποίηση της κρίσης». Η φράση εκκινεί και αποτυπώνει την ταραχή που προκάλεσε στην ελληνική κοινωνία η οικονομική δυσπραγία, η οποία φάνηκε να περνά στην ποίηση προσλαμβάνοντας διάφορες αποχρώσεις και προοπτικές.
Η πολλαπλότητα των θεματικών επιλογών και κατευθύνσεων, ωστόσο, είναι η μία όψη του νομίσματος, αυτή που έχει να κάνει με το περιεχόμενο και το μήνυμα, με την πρώτη, αδιαμόρφωτη ύλη που διαθέτει κάθε ποιητής, αλλά και κάθε καλλιτέχνης και, σε τελευταία ανάλυση, κάθε άνθρωπος. Η άλλη όψη συνίσταται σε αυτό που ορίζεται ως ποιητική, ως τρόπος με τον οποίο η πρώτη αυτή ύλη διοχετεύεται σε ένα σχήμα το οποίο, πέρα από τους επιμέρους στόχους, προορίζεται για να αποτελέσει ένα κέντρισμα σε κάθε πτυχή της ύπαρξης του αναγνώστη, οδηγώντας τον ουσιαστικά σε μια στιγμή κατά την οποία σκέφτεται, στοχάζεται, αισθάνεται, βιώνει, αντιδρά και μεταβαίνει σε ένα πεδίο όπου έχει αφήσει τα κομμάτια του να ενοποιηθούν σε ένα ενιαίο, αξεχώριστο σύνολο. Στο επίπεδο, λοιπόν, της ποιητικής μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι η ίδια πολλαπλότητα που σφραγίζει τα ποιητικά ενδιαφέροντα σφραγίζει και τον τρόπο κάθε ποιητή, την ιδιαίτερη προσέγγιση που επιφυλάσσει στον στίχο και στην μέθοδο της επεξεργασίας του. Και εδώ μπορεί κάποιος να επισημάνει την εξαιρετική ποικιλία των τεχνοτροπιών, τη μεγάλη και ευρεία γκάμα των μορφικών επιλογών. Μπορεί, επίσης, να διαπιστώσει τις πολυάριθμες αποχρώσεις στη διάθεση και τον τόνο που επίσης κυμαίνονται από την άκρα εξωστρέφεια στην άκρα ενδοστρέφεια, από φωνές χαμηλών και φωνές υψηλότερων τόνων, από την υποδόρια ειρωνεία μέχρι την απογυμνωμένη έκφραση, από τον λεπτό λυρισμό μέχρι τον απόλυτο ρεαλισμό, από τον πεσιμισμό μέχρι την κατάφαση και την αισιοδοξία. Μια πανσπερμία διαθέσεων και δυναμικών.
Μια πιο απομακρυσμένη και πανοραμική ματιά, ωστόσο, πάνω στην ποιητική παραγωγή της τελευταίας εικοσιπενταετίας δημιουργεί την υποψία και την υπόθεση ότι αυτή φάνηκε πρόθυμη να εγκαταλείψει τον υψηλό τόνο, την μεγαλόφωνη έκφραση, την κραυγαλέα ποιητική εκφορά του λόγου και να υπαχθεί στη λογική της προσγείωσης σε έναν ποιητικό τόπο που επιδιώκει και θέλει να είναι, βασικά, οικείος και χωρίς προσκόμματα στην προσπέλασή του. Αυτό μπορεί κάποιος να το διαπιστώσει –εν μέρει ή εν όλω– ακόμα και στα ποιήματα εκείνα που σφραγίζονται από την ένταση και τη δύναμη του λυρισμού. Ακόμα και σε αυτά αχνοφαίνεται κάποιες φορές η βούληση του δημιουργού να αρθρώσει έναν λόγο που θα γίνει απολαυστικός και κατανοητός μαζί. Μπορεί άραγε να κάνει κάποιος λόγο για μια νέα, ανανεωμένη εκδοχή αυτού που θα ορίζονταν ως «ποιητική οικείωση»; Μπορεί να μιλήσει με σχετική ή απόλυτη βεβαιότητα για ένα είδος «κατάβασης» και «ανοίγματος» της ποίησης στην υποδοχή ενός μέσου αναγνώστη; Ενός αποδέκτη, ακόμα και αμύητου στον κόσμο και τα μυστικά του ποιητικού λόγου;
Η αλήθεια είναι πως η σύγχρονη ποίηση φαίνεται πως έχει εγκαταλείψει την ερμητικότητα ή, τουλάχιστον, έχει απομακρυνθεί αρκετά από αυτήν. Φαίνεται πως επιδιώκει την επικοινωνία με τον αναγνώστη ακόμα κι όταν επιλέγει τους πιο δύσκολους και ανοίκειους εκφραστικούς δρόμους. Φαίνεται πως έχει εισέλθει στη φάση της «εξοικείωσης», του διαλόγου, των ανταλλαγών, των αλληλομεταθέσεων. Ένα ανοιχτό ποιητικό πεδίο, λοιπόν, που σφραγίζεται από τη μετακύλυση του βάρους στην ειλικρινή, πηγαία εξομολογητική διάθεση και τάση, στην υιοθέτηση ενός τόνου που, ακόμα και στις πιο ακραία διαφορετικές εκδοχές και εκφάνσεις του, προσιδιάζει στον μονόλογο όχι με τη θεατρική-δραματική έννοια του όρου, όσο με την έννοια της προσωπικής κατάθεσης, της αναμέτρησης με τις διεκδικήσεις και την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου και καλλιτέχνη, αγωνία που προκύπτει και από τους νέους και πρωτοφανείς όρους με τους οποίους δομείται πια ο κόσμος και η ανθρώπινη κοινωνία. Αυτό το κλίμα και η ατμόσφαιρα, αυτή η ροπή προς την ειλικρινή εξομολόγηση, από κοινού με κάποιες πεσιμιστικές τάσεις στην ποίηση κάποιων από τους ποιητές της γενιάς, οι οποίες ερμηνεύτηκαν σε συσχετισμό με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και την αποτυχία της Αριστεράς να ικανοποιήσει τις προσδοκίες εκείνων που πίστεψαν σε αυτή και στον ηγετικό της ρόλο, οδήγησαν στην διαμόρφωση του όρου «Γενιά της αριστερής μελαγχολίας», ο οποίος φιλοδόξησε να εναγκαλιστεί τις ποικίλες εκφάνσεις του ποιητικού παρόντος και να τις θέσει υπό τη σκέπη της μελαγχολικής διάθεσης που τροφοδοτήθηκε από την πολιτική πραγματικότητα και τις ιστορικές εξελίξεις αρχής γενομένης από την πτώση του τείχους και κορύφωση τα χρόνια του Σύριζα –την άνοδο και την πτώση του– στην Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα.
Η συγκεκριμένη πρόταση ανανέωσε το ενδιαφέρον για την ποίηση γύρω και μετά 2000, για την ταυτότητα και την ιδιαιτερότητά της, συνδυάζοντας και αναπαράγοντας, ουσιαστικά, μια λίγο πολύ επανεμφανιζόμενη διαχρονικά στην ποίηση απόχρωση του λόγου, τη μελαγχολία, με την επίσης επαναλαμβανόμενη στη διαχρονία σύνδεση της ποιητικής παραγωγής με την πολιτική συγκυρία και στιγμή. Πρόκειται για μια υπόθεση εργασίας η αξία και η ισχύς της οποίας –όπως συμβαίνει, άλλωστε, και με κάθε πρόταση εργασίας– εξαρτάται όχι μόνο από την ελαστικότητά της αλλά και από το περιθώριο που η ίδια επιτρέπει και δίνει στην αμφισβήτηση και την ενδεχόμενη ανατροπή της. Εξαρτάται, με άλλα λόγια, από το εάν και σε ποιο βαθμό υπάρχουν και αναγνωρίζονται εντός της στοιχεία ή σημεία που τη θέτουν υπό αμφιβολία και κρίση, υπό διερώτηση και προβληματισμό.
Η ποίηση στο μέλλον
Κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει πώς θα εξελιχθεί η ελληνική ποίηση στο μέλλον. Μπορεί, ωστόσο, να προβλέψει ότι οι νέες συνθήκες ζωής, επηρεασμένες από την ψηφιακή επανάσταση, θα αναδιαμορφώσουν τόσο την έκφραση όσο και τις θεματικές. Δύσκολα μπορεί, όμως, κάποιος να δεχτεί ότι θα αλώσουν και θα αλλοιώσουν τον πυρήνα της ποίησης, την ιδιότητά της να αποτελεί ένα μεικτό πεδίο όπου συναιρούνται και συνυφαίνονται η προσωπική αλήθεια και η προσωπική αισθητική με το βλέμμα στραμμένο πάντα στη γενική, καθολική αλήθεια και αντίληψη του ωραίου. Ίσως, μάλιστα, η ποίηση να καταστεί ένας από τους λίγους, τους ελάχιστους δρόμους που θα έχουν απομείνει για να φτάσει κανείς στην ουσία της ύπαρξης και να κατακτήσει το νόημά της που είναι, ακριβώς, η ομορφιά της αλήθειας και, ταυτόχρονα, η αλήθεια της ομορφιάς. Ίσως, τελικά, η ποίηση να πρέπει να διατηρήσει τον ρόλο του ανθρώπινου καταφυγίου, το σχήμα του δοχείου μέσα στο οποίο θα φυλάσσονται και από το οποίο θα αντλούν οι δημιουργοί προκειμένου να οδηγήσουν και να οδηγηθούν με το ίδιο πάντα «όχημα» σε νέους δρόμους, νέες συλλήψεις, νέους ποιητικούς τρόπους και τόπους γραφής.
Βέβαιο είναι, επίσης, ότι η σύγχρονη ποιητική συνθήκη, έτσι όπως σφραγίζεται από το άνοιγμα και τη διεύρυνσή της, από τη δοκιμή και τη δοκιμασία των δημιουργών σε κείμενα που στεγάζονται κάτω από τον όρο «ποίημα», από τη θεώρηση και την πρόσληψη ως «ποιημάτων» συνθέσεων που μπορεί να είναι ακόμα και αντιποιητικές, που αντιβαίνουν και καταστρατηγούν την ποιητικότητα ως βασική αρχή και αναγνωρίσιμο στίγμα του ποιήματος, θα επέμβει καθοριστικά στην επόμενη ποιητική εποχή ή ποιητική γενιά. Γιατί θα δείξει ποια ή ποιες από όλες αυτές τις κατευθύνσεις όχι απλά θα αντέξουν, αλλά θα μπορέσουν να μετεξελιχθούν, να κυοφορήσουν το καινούργιο. Στο σημείο αυτό είναι που υπεισέρχεται η κριτική για να λειτουργήσει βοηθητικά όχι τόσο διερεύνηση και την ανίχνευση του ποιητικού παρόντος, όσο –και αυτό είναι το βασικότερο– στον προσανατολισμό του αναγνωστικού και μελετητικού ενδιαφέροντος στα στοιχεία εκείνα που πιστοποιούν την εξάρτηση της συγχρονίας από την παράδοση και τη δυναμική της να αποτελέσει η ίδια παράδοση που θα τροφοδοτήσει το μέλλον.
Η έννοια της παράδοσης θα πρέπει να θεωρηθεί εδώ με τη διευρυμένη της σημασία, την αποδεσμευμένη από την λογική των προγόνων και των επιγόνων. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για τις εξαρτήσεις και τις καταβολές των ποιητών σε άλλους ποιητές. Πρόκειται πολύ περισσότερο για την ανεύρεση και την επισήμανση των στοιχείων εκείνων που κάνουν ένα ποίημα ανθεκτικό, «μόνιμο». Και τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να αναζητούνται ούτε στη σχέση με την ιστορική συγκυρία και στιγμή –το ποίημα, άλλωστε, πρέπει να φέρει την απόχρωση και όχι το χρώμα της εποχής –, ούτε στις διάφορες θεματικές ή μορφολογικές καινοτομίες –παρόλο που αυτές μπορεί να εντοπιστούν σε μία σύνθεση που έχει μέσα της τον σπόρο της επιβίωσης– ούτε στους κάθε είδους εντυπωσιασμούς ή καινοτομίες που ηχούν και φαίνονται απλώς και μόνο σαν πυροτεχνήματα. Αντίθετα πρέπει να αναζητηθούν στην ιδιαιτερότητα της φωνής του ποιητή, στον τόνο και στη χαρακτηριστική μόνο σε εκείνον θερμοκρασία και φόρτιση, στη γλώσσα του που συστήνει πάντα μια νέα γλώσσα, μια νέα λαλιά (αυτή η δεύτερη έχει μέσα της πέρα από τον λόγο και το στοιχείο της μουσικής) αλλά και στα στοιχεία εκείνα που έρχονται για να πιστοποιήσουν ότι ένα ανθεκτικό ποίημα είναι, ουσιαστικά, μια «επανάληψη» όλων εκείνων των ποιημάτων που ξέφυγαν από την εποχή τους για να αποτελέσουν κτήμα κάθε εποχής.
Η κριτική, εν προκειμένω, έχει σπουδαία και δύσκολη δουλειά να κάνει από τη στιγμή που πρέπει να πάρει το ρίσκο να αξιολογήσει τη συγχρονία και να συνδράμει στην προετοιμασία της επόμενης φάσης που θα διαδεχθεί την τωρινή. Δεν είναι τυχαίο –θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο– το γεγονός ότι ταυτόχρονα ή, μάλλον, λόγω ακριβώς της ποιητικής υπερπαραγωγής που σημειώθηκε, σημειώθηκε και μια ανάλογη άνθιση του κριτικού λόγου. Άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο συστηματικά πολλοί είναι εκείνοι που επιχειρούν κριτικές, μελετητικές, ερμηνευτικές προσεγγίσεις σε επιμέρους έργα, ενώ αξιοσημείωτες είναι οι προσπάθειες να χαραχθεί ένα πλαίσιο, να προσδιοριστεί ένα σημείο αναφοράς, μια πρόταση εργασίας, όπως είδαμε, πάνω στη ποιητική παραγωγή της τελευταίας περιόδου της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Η άνθιση του κριτικού λόγου –και αυτό είναι κάτι που πρέπει να επισημανθεί με ιδιαίτερη έμφαση– δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί μόνο ως απόρροια της αντίστοιχης άνθισης του ποιητικού λόγου αλλά και ως αποτέλεσμα της ανάγκης των ποιητών να διαβαστούν και να παρουσιαστούν στο ευρύ κοινό κατά τρόπο ερμηνευτικό και αξιολογικό. Η κριτική, δηλαδή, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας υπήρξε όχι απλά ένας δρόμος παράλληλος με την ποίηση αλλά –στην κυριολεξία– μια διασταυρούμενη οδός, ένας τρόπος τροφοδοσίας της και πυροδότησής της. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία και σημασία. Γιατί σηματοδοτεί μια γεφύρωση ανάμεσα σε δύο κειμενικούς τρόπους παραδοσιακά απομακρυσμένους μεταξύ τους. Γιατί, επίσης, προτείνει και προκρίνει την ενασχόληση των ίδιων των ποιητών με την κριτική γραφή –κάτι που ενέχει, βέβαια, κινδύνους, έχει, όμως, και πολλαπλές ωφέλειες. Γιατί, ενώ από τη μία χάνεται η δυνατότητα αποστασιοποίησης, τόσο χρήσιμη για την άρθρωση ενός θεωρητικού-κριτικού λόγου, από την άλλη, ο ποιητής δοκιμάζει και δοκιμάζεται στην ανατομία της τέχνης του, στην περίσκεψη και τον στοχασμό πάνω στις μεθόδους και τα εργαλεία γραφής του, πάνω στη διαμόρφωση ή τον προσδιορισμό των λεγόμενων «μυστικών» του στίχου.
Η συζήτηση που μπορεί να ανοίξει με αφορμή τον προβληματισμό αυτό είναι, επίσης, μεγάλη και, παρόλο που βέβαιη και μόνη οδός δεν υπάρχει, δεν θα ήταν άστοχο να υποστηρίξει κάποιος ότι ενδεχόμενη εμπλοκή και των ποιητών με τον κριτικό λόγο μπορεί να μεταλλάξει κάπως το πεδίο, ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να δώσει νέα ώθηση, νέο περιεχόμενο και νόημα στην ποιητική δημιουργία. Τουλάχιστον, να κάνει τον δημιουργό να ανακαλύψει και να αντιληφθεί, ουσιαστικά, πόσο δύσκολη, πόσο επίπονη, πόσο απαιτητική και υψηλή είναι η τέχνη της ποίησης.
