Η ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΙΟΥΛΙΑ
Ο θεός της έδωσε όλη την ευτυχία μαζεμένη και της την πήρε μονομιάς. Λες κι είχε πάρει το μερτικό που της αναλογούσε στα πρώτα 13 χρόνια της ζωής της και τώρα έπρεπε να περάσει στην άλλη πλευρά.
Γεννήθηκε μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι δύο καλοκάγαθων ανθρώπων, που της πρόσφεραν ζεστή και άδολη αγάπη. Ο πατέρας ήταν εξαιρετικός τεχνίτης, δούλευε στα καλλίτερα σπίτια, και η έμφυτη ευγένεια του μαζί με τα άξια χέρια του τον έκαναν αγαπητό στα μεγάλα τζάκια. Καλά περνούσαν. Η φουφού άναβε, το σαμοβάρι κράταγε ζεστό το μυρωδικό τσάι, και το φαγητό αν και λιτό, ποτέ δεν έλειπε, κι ήταν φροντισμένο με πολλή αγάπη από την καλή της μάνα. Χόρταινε αγάπη σε κάθε μπουκιά. Τα απογεύματα της μάθαινε η μάνα εργόχειρο. Χουχούλιαζε δίπλα της και γουργούριζε ακούγοντας τους επαίνους της για τη στρωτή κι ανάλαφρη βελονιά της.
Όλα της τα πήρε ξαφνικά η φωτιά. Ποτέ δεν θα ξεχάσει πόσο ανέμελα κεντούσαν με την φίλη της την Ναντιούσκα εκείνο το μοιραίο σούρουπο, όταν άκουσε τη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας, να την φωνάζει με αγωνία. Τοίχοι και άνθρωποι στάχτη και κάρβουνο. Έμεινε πίσω μόνη της 13 χρονών. Χάρις την φιλευσπλαχνία ενός Αρμένιου πελάτη του πατέρα της βρέθηκε στο μοναστήρι της Ριψιμέ στο Ετσμιτζίν, μακριά από την μικρή της πόλη.
Αυτή η φωτιά πάγωσε την ψυχή της. Ήταν ντροπαλή, είχε την επιφυλακτικότητα ενός παιδιού. Σιωπηλή, παρατηρούσε ότι γινόταν γύρω της, υπάκουη περίμενε να καταλάβει, που θα βγάλει αυτός ο γκρίζος αχαρτογράφητος δρόμος. Οι αυστηρές, στεγνές μοναχές διέκριναν το ταλέντο της στο κέντημα και την πρόκριναν για το ίδρυμα εκπαίδευσης γυναικών του μοναστηριού. Η σιωπή της δεν κατάφερε να αποσιωπήσει την ευστροφία της και την καλή της αγωγή, που πρόδιδαν το βλέμμα και οι κινήσεις της. Θρησκευτικά, Ρωσικά και Εργόχειρο. Στη συνέχεια την έστειλαν στη γυναικεία σχολή της Αλεξαντροπόλ. Οι επιδόσεις της, αξιοπρόσεκτες, την έφεραν στο Γυναικείο Προγυμνάσιο, όπου επάξια απέκτησε το τίτλο της δασκάλας.
Όταν της έλειπαν τα χάδια της μάνας της, και το γελαστό πρόσωπο του πατέρα της, έκλινε τα μάτια και έβλεπε τους τρεις τους στο λιτό και καθαρό καθιστικό γύρω από την μοιραία φουφού. Πόσο γλυκά κι απατηλά τους ζέσταινε! Τι όμορφα ήταν τότε, που ακόμα, δεν ήξερε ότι ήταν η πύρινη ειμαρμένη της. Μόλις όμως τώρα το σκεφτόταν, η καρδιά της χτυπούσε ξαφνικά δυνατά, της κοβόταν η ανάσα και την έλουζε κρύος ιδρώτας. Τα μόνα συναισθήματα που μπορούσαν να δονήσουν την ψυχή της ήταν του φόβου και του δέους. Άνοιγε διάπλατα τα μάτια της για να μην βλέπει άλλο.
Στο μοναστήρι που την μάζεψε βρήκε τελικά μια άλλου είδους αγάπη. Όχι τρυφερή, όχι ζεστή και αστραφτερή. Αυστηρή, σιωπηλή γεμάτη κανόνες. Αγάπη που υπαινισσόταν την ύπαρξη της ανάμεσα σε αυτήν και εκείνες τις στεγνές, αυστηρές καλόγριες, στα πεταχτά αχνά χαμόγελα, στα φευγαλέα βλέμματα αποδοχής που αντάλλασσαν που και που. Όταν τις αποχαιρέτησε την ένιωσε στο σφιχτό αγκάλιασμα που της έκαναν για πρώτη φορά. Ναι ήταν κι αυτή ενός είδους αγάπη. Την έκανε καλύτερο άνθρωπο, της έδωσε όπλα για να ζήσει, την έκανε πιο έξυπνη. Αν δεν είναι αυτό αγάπη, τότε τι είναι?
Στα πρώτα σπίτια που δούλεψε γνώρισε καλά την σκληρότητα, την ατιμία ως στάση ζωής, από ανθρώπους που η ζωή τους είχε φερθεί γενναιόδωρα, βελούδινα. Πόσο πολύ ξαφνιάστηκε, σάστισε, απόρησε, θύμωσε, οργίστηκε, αγανάκτησε. Ανήμπορη να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Κάθε φορά που το τόλμησε η ήττα της ήταν συντριπτική.
Τον τρόπο να τα βγάζει πέρα με αυτούς ξέχασαν να της το μάθουν οι μοναχές. Αντίθετα, της δίδαξαν ότι με Υπομονή, Εγκαρτέρηση, Πίστη, Προσευχή ο Πανάγαθος θα την ακούσει. Τα χρόνια περνούσαν.
Βρέθηκε σε αυτό το σπίτι με την σύσταση του τελευταίου της εργοδότη, που αφού τις έδωσε λίγα ρούβλια, από αυτά που της χρωστούσε, την ξαπόστειλε χωρίς ντροπή, χωρίς τύψεις στο σπίτι ενός συνεργάτη του.
Την υποδέχτηκε στο ευρύχωρο στρογγυλό ψηλοτάβανο χολ η κυρία Αγλαΐα, η νέα όμορφη μητέρα των παιδιών. «Χαίρω πολύ δεσποινίς Ιουλία, περάστε», της είπε και της έδειξε με το χέρι την βελούδινη κόκκινη πολυθρόνα. Πόσο της χάϊδεψε τα αυτιά αυτό το «περάστε»! Και πέρασε. «Θα σε ακούσει ο Πανάγαθος», σκέφτηκε τα λόγια της αδελφής. Μετά από μία βδομάδα γνώρισε και τον κύριο Ιβάν. Σοβαρός, μετρημένος αλλά κλειστός σαν στρείδι. Καλύτερα, σκέφτηκε. Τα πάρε – δώσε μαζί του μόνο αμηχανία της προκαλούσαν.
Οι μέρες περνούσαν μακρόσυρτα και ήρεμα. Τα παιδιά ήταν καλότροπα και μετά από τις πρώτες δύο-τρεις βδομάδες της αφέθηκαν. Πέρασαν κιόλας δύο μήνες. Φαίνονταν όλα να πηγαίνουν καλά. Μόνο που δεν είχε πάρει ούτε ένα ρούβλι από τον μισθό της, αλλά ντρεπόταν τόσο πολύ να το ζητήσει. Ώσπου της ζήτησε ο κύριος Ιβάν να πάει στο γραφείο του για την πληρωμή της. Κι εκεί αρχίσαν τα παζάρια. Μονομιάς τα 40 Ρούβλια, για κάθε μήνα, που είχαν συμφωνήσει έγιναν 30, μετά κι αυτά λιγόστευαν κάθε φορά που τολμούσε να ψελλίσει ένα επιχείρημα ενάντια στα απίθανα πράγματα που ξεστόμιζε αυτός, που τελικά όπως φάνηκε πως ήταν ένας από αυτούς και τίποτα περισσότερο.
Ένιωσε ένα κύμα φωτιάς να ανεβαίνει από τα νύχια των ποδιών της ως την κορυφή της, της φωτιάς που την παγώνει. Απελπισία, οργή και χάος κατέλαβαν το μυαλό της. Ντροπή, που στο τέλος υποχώρησε και δέχτηκε τα λίγα Ρούβλια που είχε πρόθεση να της δώσει, χωρείς να υψώσει ανάστημα.
Μόλις όμως κατέβασε το κεφάλι, και δέχτηκε τα 11 ρούβλια που της έδωσε, τότε τον άκουσε έκπληκτη να κριτικάρει τη δειλία της, να της λέει, ότι και βέβαια θα της δώσει 80 Ρούβλια, όπως είχαν συμφωνήσει. Ήθελε, λέει, να την νουθετήσει, να της δώσει ένα μάθημα ζωής. Ποιος; Αυτός που γεννήθηκε και μεγάλωσε στα πούπουλα. Αυτήν που δεν είχε στον ήλιο μοίρα.
Ξαφνικά πετάχτηκε στα μάτια της η ψεύτρα η φουφού και της έβγαζε περιπαιχτικά τη γλώσσα. Τα πάντα γίναν κόκκινα. Φάρσα; Η λέξη ούρλιαζε στο μυαλό της. Ένιωσε μπροστά του γυμνή. Ποιος ήταν αυτός που είχε το δικαίωμα να ξεγυμνώσει τόσο βίαια την ψυχή της; Με το δικαίωμα της καλής του δήθεν πρόθεσης; Δεν υπάρχουνε καλές προθέσεις. Ένιωσε πως η ψυχή της, η ίδια της η ύπαρξη, έγινε παιχνίδι στα χέρια ενός άγνωστου ανθρώπου. Δεν μπορούσε να σηκώσει τέτοια ταπείνωση, τέτοιο βάρος. Παίξε με τα λεφτά μου, αλλά με την ψυχή μου όχι, ήθελε να ουρλιάξει. Για μερικά δευτερόλεπτα κοίταξε το βάζο και σκεφτόταν πόση ανακούφιση θα ένιωθε, αν του έσπαγε με αυτό το θρασύ του κεφάλι. Με όλη την δύναμη που είχε συγκρατήθηκε και βρήκε μια κάποια ανακούφιση, όταν τον είδε να γουρλώνει τα μάτια, πετώντας στα μούτρα του τον φάκελο με τα 80 Ρούβλια του.
Η Μαρία Παπαθεοδώρου ήταν πτυχιούχος του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης «Διδασκαλία Γερμανικής Γλώσσας ως ξένη» του ΕΑΠ, όπου είχε ξεκινήσει και το δεύτερο μεταπτυχιακό της στη Δημιουργική Γραφή το ακαδημαϊκό έτος 2023-2024. Εξαίρετη και έμπειρη εκπαιδευτικός, εργάσθηκε ως καθηγήτρια στο 9ο Γυμνάσιο Νίκαιας, την Ιωνίδειο Σχολή και το Πρότυπο Ζάννειο Λύκειο Πειραιά και παράλληλα δημιούργησε μια υπέροχη οικογένεια και πορεία με τον άνθρωπο που γνώρισε από πολύ νεαρή ηλικία και τα δύο τους αγόρια. Ήταν ένας άνθρωπος με πολύ φως στην ψυχή, το πνεύμα και τη μορφή, που σίγουρα θα είχε διανύσει μια υπέροχη διαδρομή στον κόσμο της γραφής και η απουσία του αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Το διήγημα που δημοσιεύουμε για να φωτίσει, όπως εκείνη, τον κυβερνοχώρο, σε ένα άχρονο παρόν, γράφτηκε από τη Μαρία το φθινόπωρο του 2023 στην θεματική ενότητα της Θεωρίας της Λογοτεχνίας με Σύμβουλο – Καθηγητή τον κ. Σπ. Κιοσσέ και αποδεικνύει ότι όποια διαδρομή και αν ακολουθούμε, η γραφή αφήνει πάντα το σημάδι της στον κόσμο και αυτό είναι η μεγαλύτερη δυναμική της.
