Η ποιητική συλλογή του Γιάννη Τόμπρου με τίτλο «Είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες» διακρίνεται σε δύο επίπεδα θεματικής που φέρουν τους τίτλους: Της περισυλλογής και Αστικές στιγμές. Ήδη από τους τίτλους των εν λόγω ενοτήτων διαπιστώνουμε ότι επρόκειτο για συνθέσεις του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου, διακριτές ως προς τις συνθέσεις τους, ομοιογενείς ως προς το κοινωνικό τους υπόβαθρο. Το τελευταίο είναι η κοινή συνισταμένη των δύο αυτών πεδίων αναφοράς του ποιητικού λόγου, καθώς ο δημιουργός επενδύει στον εγκιβωτισμό του ενός πεδίου στο περιεχόμενο του άλλου, όχι ως ετεροπροσδιορισμοί που διατηρούν μία διαφορετική παρουσία στην ομοιομορφία των κοινωνικών αντιστοιχειών, αλλά ως ενσωματωμένες πια ολότητες που αφομοιώνονται στο συλλογικό σώμα των αιτημάτων.
Στην πρώτη ενότητα, λοιπόν, με τίτλο Της περισυλλογής, το ατομικό βίωμα μετατρέπει τις πτυχές της εμπειρίας και της μνήμης σε συνθετικά στοιχεία μίας αφήγησης που δεν επιδέχεται παρερμηνείας, αλλά που διεκδικεί διαρκώς κι αδιαλείπτως την αυτονομία του λόγου μέσα στον συσχετισμό των κοινωνικών παραγόντων που επηρεάζουν, ως εξωτερικοί παράγοντες, το περιεχόμενο της εκάστοτε ενέργειας, όπως αυτή μορφοποιείται στο σκεπτικό του δημιουργού, προτού αποκτήσει υλική υπόσταση. Βλέπουμε δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο οι συναισθηματικές απολήξεις των πεπραγμένων δεν επιτρέπουν το δρων υποκείμενο να παραγνωρίσει τις αιτίες που προκαταβάλουν τα αποτελέσματα των επιδιωκόμενων σκοπών. Άθλια τύχη/αυτούς αγαπώ ξανά/τους ξεχασμένους (…) Χιλιάδες φορές/την αγωνία θέλω/να σταματήσω, γράφει και αμέσως διαπιστώνουμε ότι το πεδίο αντιπαράθεσης για τον ποιητή δεν εντοπίζεται στο κοινωνικό σώμα ως αφηρημένη λεκτική διάταξη, αλλά αποκτά ατομικότητα στα πρόσωπα που συναποτελούν τον περίγυρο των επιλογών του. Με άλλα λόγια, ο ποιητής εμπλουτίζει την παρουσία του στον δημόσιο χώρο μέσα από την εξατομίκευση των επιλογών του, οι οποίες δεν κατευθύνονται στην ικανοποίηση προσωπικών παθών, αλλά στην ενδοβολή αυτών μέσα από τα μάτια τρίτων προσώπων, των αποσυνάγωγων της κάθε μέρας, όπως η ίδια αυτή προσδίδει ταυτότητα στις πρακτικές των ανθρώπων και μέσα από τις οποίες πρακτικές ο ποιητής αντιλαμβάνεται την ομοιότητα προθέσεων και επιθυμιών στην κοινότητα των δικών του προσδοκιών. Καθώς έγερνα/εφήμερος στοχασμός/στυφός, με βρήκε. Σε ίσκιο βαθύ/ειρηνεύω μες στον νου/κρύβοντας μνήμες, συνεχίζει αμέσως και ταυτοποιεί πια τα όρια της προσωπικής του εξωστρέφειας. Δεν είναι η κλίμακα των επιθυμιών που ορίζει την απόσταση που οφείλει να διανύσει, μέχρι το σημείο ικανοποίησης των συναισθημάτων του, αλλά, αντίθετα, αναζητά στην εσωστρέφεια και την ενδοσκόπηση την αφετηρία των σκέψεων εκείνων που θα του επιτρέψουν να αναλογιστεί το βάρος και την ευθύνη στο επίπεδο των αναγκών των εκάστοτε άλλων, που κάθε φορά καλείται να ανταποκριθεί ως μέγιστη ικανοποίηση της δικής του παρουσίας στη νομιμοποίηση της κοινωνικής δυναμικής ως συλλογικού σώματος που εμπνέεται από την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Ο δημόσιος χώρος, στον οποίο απευθύνεται ο ποιητής, είναι εκ των προτέρων περιβεβλημένος με μια αποκομμένη ψευδαίσθηση περί πραγματικότητας. Δηλαδή, το συλλογικό σώμα συμπεριφέρεται ως μία άμορφη κοινωνική πρακτική, δίχως αντιστοιχία σε έναν σκοπό, με τα μέλη που το συναποτελούν να ετεροκατευθύνονται ασύστολα χωρίς προορισμό. Αυτό διαπιστώνει ο ποιητής και με τη λιτότητα του λόγου επιλέγει την αυτοθυσία σε ένα σχήμα που φέρει ως προμετωπίδα την άρνηση του εαυτού προς όφελος της κινητοποίησης των ξεχασμένων από καιρό πια προσδιορισμών της ανθρώπινης υπόστασης. Αλληλεγγύη-συμπόρευση-ενσυναίσθηση, είναι τα τρία συνθετικά μία ατομικής αυτο-άρνησης του δημιουργού και αυτά μεταφέρει στον δημόσιο λόγο. Μέσα στη ζωή/ν’ αρμενίζεις ταπεινός/μα να θυμάσαι. Ό,τι στερείσαι/να μην είναι ομορφιά/μ’ άδικος πόνος, γράφει, υπογραμμίζοντας ότι η θυσία εαυτού προς όφελος του ανθρώπου της διπλανής πόρτας δεν είναι άσκοπη, αλλά η ουσιαστική αξία της ανθρώπινης υπόστασης. Γεμίζει κάθε πτυχή της παρουσίας του ατόμου ως προσωπικότητας όταν μοιράζεται την αγάπη, τη δύναμη της προσφοράς, το μέγεθος της καλοσύνης δεν έχει τερματισμό, παρά μόνο αφετηρίες. Αντίθετα, η αποξένωση, στην οποία έχει εισέλθει ο τωρινός άνθρωπος της καταναλωτικής κοινωνίας και της αλλοτρίωσης των διαπροσωπικών σχέσεων στον βωμό ενός συστήματος τεχνητών αξιών, βασισμένων στην εκμετάλλευση, τη βία και την εξαθλίωση, οδηγεί με ακρίβεια στη συγκρότηση ενός ψευδαισθητικού κανόνα επιβίωσης με όχημα τις στιγμές που πρέπει κανείς να αφομοιώνει και να αναπαραγάγει καθόλη τη διάρκεια του βίου του, προκειμένου να αποκτήσει την επιβεβαίωση της αποδοχής ως γνώμονα ύπαρξης της ατομικότητάς του. Ο ποιητής, από την άλλη πλευρά, διατρανώνει την αντίθεσή του στην πορεία αυτή της αποδόμησης, και στρέφει το ενδιαφέρον του στη δημιουργία ενός νέου αφηγήματος, μέσα από το οποίο νέο αφήγημα επιδιώκει την αντιστροφή των όρων επικοινωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, μεταξύ των ανθρώπινων υποστάσεων, εκκινώντας από την προσφορά και τον έρωτα ως συνδετικούς κρίκους μίας νέας αποκάλυψης, στην οποία, ωστόσο, δε θα είναι ο ίδιος σε ρόλο θεατή, αλλά θα πρωταγωνιστεί στη διαμόρφωση της ίδιας της ζωής. Δέχομαι ξανά/εισφορές ευθυμίας/κενές δακρύων/Αναρωτιέμαι/πώς ριζώνουν στη σάρκα/χρόνος κι ενοχή, έτσι στιγματίζει τη βιωμένη πραγματικότητα ως τεθλασμένη μνήμη που αδυνατεί να ταυτιστεί με το περιεχόμενο λόγων και έργων, σκάβοντας όσο γίνεται βαθύτερα στον εαυτό του, προκειμένου να εντοπίσει το αντίδοτο στη μαζική τύφλωση που κυριαρχεί ως πρόταγμα. Επιστρέφει, λοιπόν, στη σιωπή ως την τελευταία γραμμή άμυνας, προτού επενδύσει εκ νέου στην αντιπαραβολή των αισθητικών αξιών έναντι των κοινωνικών πεπραγμένων, που καθιστούν τη μήτρα των ανθρωπίνων σχέσεων σε νεκρό γράμμα. Εκείνος, διαβλέπει στην ίδια αυτή μήτρα τη νέα δυνατότητα όπως αναγεννηθεί το άτομο μέσα από τα συντρίμμια ενός αξιακού συστήματος που έχει μετατρέψει τον άνθρωπο σε τεχνητό εξάρτημα των συνδιαλλαγών της σκοπιμότητας. Σε αυτό το περιεχόμενο επιθυμεί όπως προσδώσει μία διαφορετική προοπτική, ικανή να αντιμετωπίσει τον άνθρωπο ως την απάντηση στο ερώτημα, και όχι το ίδιο το ερώτημα, όπως κι αν αυτό διατυπώνεται.
Από την άλλη πλευρά, στη δεύτερη ενότητα με τίτλο Αστικές στιγμές ο ποιητής επενδύει σε αυτό το νέο αφήγημα. Στο τελευταίο ενυπάρχει ο διακριτός χώρος του δημόσιου πεδίου αντιστοιχίας, ως ο εξωτερικός πυρήνας της ανθρώπινης παρουσίας, εντός της οποίας κάθε μορφή πράξης ανταποκρίνεται στο βαθύτερο αίτημα της επικοινωνίας, της συναισθηματικής συνδήλωσης, της ψυχικής ενέργειας που μεταφέρεται από το ένα πρόσωπο στο άλλο, δίχως προϋποθέσεις και υποχρεωτικά διαπιστευτήρια. Αυτό το ανόθευτο των ανθρώπων επιζητά στον περιβάλλοντα χώρο ο ποιητής. Κοιταζόμαστε/μεγαλώνουν τα μάτια/ηγεμονικά, γράφει και αμέσως διακατεχόμαστε από την εικόνα της πρώιμης γνωριμίας. Τόσα και τόσα πρόσωπα καθημερινά περνούν δίπλα μας δίχως να γνωρίζουμε ο ένας τον άλλον, κι όμως, ο ποιητής επιμένει: αυτά τα βλέμματα καθορίζουν τη στάθμη της ποιότητας των ανθρώπων, αυτή η άγνωστη πτυχή της καθημερινότητας που προσδίδει μία διακριτή οντοποίηση του λόγου, όταν αυτός μοιράζεται και διανέμεται μεταξύ τρίτων. Σε λίγο νύχτα/και είναι η μια σιωπή/πάνω στην άλλη/ (…) Στριφογυρίζω/στης σιωπής το μέτρημα/αργοκοιμιέμαι, υπογραμμίζει και αυτό το είδος της κενότητας που χαρακτηρίζει το τέλος της ημερήσιας περιπέτειας, θυμίζει εκ νέου το αδιέξοδο το οποίο καλείται να καταπολεμήσει πρώτα εντός του, στον ψυχισμό του, ο δημιουργός, προτού αυτός ο αγώνας μετατραπεί σε υλικό υπόστρωμα για την αποτίναξη των αιτιών που εκμηδενίζουν την ανθρώπινη συνθήκη.
Σε αυτή τη συνθήκη, ο θάνατος μοιάζει ως το φυσικοποιημένο τέλος μίας προδιαγεγραμμένης πορείας με τεχνητά δοσμένα ορόσημα. Ωστόσο, ο ποιητής αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί ότι το τέλος, σε οποιαδήποτε μορφή, μπορεί να αποτελεί και αυτό αποτέλεσμα τεχνητής κατασκευής για την εξυπηρέτηση συμφερόντων. Διεκδικεί τη φυσική δομή του τέλους, ενός τέλους που θα το ορίζει ο ίδιος, όχι μόνο στη μορφή, αλλά και στο περιεχόμενο. Αποφασίζει δηλαδή να αντιστρέψει συνολικά τους όρους του δημόσιου λόγου, μαζί με την αντιστροφή των ίδιων όρων που διαχέονται στον ιδιωτικό χώρο, έτσι ώστε να αποφασίζει ο ίδιος για το σχήμα εκείνο που θα ορίσει τον θάνατο της κάθε πράξης, με τον ίδιο σε ρόλο οδηγητή των κατευθυντήριων αρχών. Με άλλα λόγια, ο ποιητής, μπροστά στο συλλογικό αδιέξοδο, όπως αυτό εμφανίζεται καθημερινά ενώπιόν του, μέσα από τις ατομικές ήττες των προσώπων που τον περιβάλλουν, αναζητά εναλλακτική λύση στην αλλαγή των όρων νοηματοδότησης της ζωής. Ξεκινά, λοιπόν, από το τέλος για να επιστρέψει στην αρχική βάση των δεδομένων, αναποδογυρίζοντας το σύνολο των συντελεστών της ζωής, όπως αυτή κατασκευάζεται αποξενωμένη από τη φύση του ανθρώπου και των πραγμάτων. Ο ποιητής ζητά να λέγεται ο έρωτας, ο πόνος, η αγάπη, η αλληλεγγύη, η προσφορά, η εμπειρία, η μνήμη, με το πραγματικό τους περιεχόμενο στο όνομα της αλήθειας. Θα αναρωτηθούμε, ωστόσο, ποιάς αλήθειας; Σε αυτό το σημείο απαντά με τρόπο διεισδυτικό στην ιστορία, ότι αλήθεια είναι αυτό που ορίζει τον άνθρωπο χωρίς περιττά φτιασίδια, χωρίς προσωπεία και μάσκες. Και σε αυτό το σημείο, επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη όπως η φιλία, η πρώτη δηλαδή γνωριμία της ανθρώπινης επικοινωνίας, ως αναγκαιότητα στην κοινωνικοποίηση των ανθρώπων, να επαναπροσδιορίσει την παρουσία της όχι ως συνεκτικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων, αλλά ως καθοριστικό χαρακτηριστικό στον προσδιορισμό του όρου άνθρωπος. Την πόρτ’ ανοίγω/στο πληκτικό μου δώμα/κουρνιάζ’ ο ύπνος, σημειώνει και η έννοια του κενού ως γνώρισμα εφάμιλλο της αποξένωσης, αποκτά πια νέα διάσταση μπροστά στην προοπτική αντιστροφής όρων και ορισμών. Βαθιά στην καρδιά/μια φλέβα μου λυγίζει/από λαχτάρα, και αυτή η αποστροφή του λόγου είναι που καθιστά την προσδοκία της φιλίας ως το πρώτο βήμα της αυτογνωσίας, σε μία προσπάθεια αναμετάδοσης των συναισθημάτων που κείτονται νεκρικά σε ένα δυστοπικό παρόν, πόσο μάλλον μέλλον.
Διαπιστώνει κανείς ότι το κενό που διαμορφώνεται μεταξύ του εγώ και του εμείς, μολονότι εγκολπώνεται την ήττα σε όλες τις διαστάσεις της, αναζητά τη δυνατότητα διαφυγής, όχι όμως ως ήττα, αλλά ως επιδίωξη για την αλλαγή των όρων αναγνώρισης της ανθρώπινης ουσίας στο κοινωνικό στερέωμα της πολιτισμικής πολλαπλότητας. Ο Γιάννης Τόμπρος στρέφει το ενδιαφέρον του στην ενδοσκόπηση, σε μία ψυχαναλυτική διαδικασία στην οποία επιζητεί τη μεταστοιχείωση ενός πλέγματος σχέσεων σε νέου τύπου γνωρίσματα, ικανά να απαγκιστρώσουν το συναισθηματικό κενό από το τέλμα που το έχουν εξωθήσει οι συλλογικές πρακτικές, ώστε να φτιάξουμε από την αρχή, με νέα υλικά, τον άνθρωπο και ό,τι περιστρέφεται γύρω απ’ την παρουσία του. Μία ποίηση βαθιά υπαρξιακή, που, όμως, δεν ξεχνά ότι για να υπάρξει οφείλει να κινητοποιήσει την αφετηρία της φύσης ως αρχή και τέλος μίας ολάκερης πορείας αυτογνωσίας, καθώς και τη ρομαντική υφή συναισθημάτων και προσώπων, που αποτελούν προέκτασή της.
Αντώνης Ε. Χαριστός
