Ποιος σε θυμάται όταν φεύγεις
Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΣ ΕΜΕΙΝΕ ΜΕΤΕΩΡΗ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ, σαν να είχε βάρος. Ο λουκουμάς που είχε φέρει ο Νικήτας άφηνε μικρούς κόκκους ζάχαρης να πέσουν στο ξύλο, αλλά κανείς δεν άπλωνε το χέρι του. Έξω, η βροχή είχε σταματήσει, μα στο τζάμι έμενε μια λεπτή υγρασία σαν δεύτερη ανάσα.
Ο Σπύρος έγειρε μπροστά και άφησε τις παλάμες του ανοιχτές, σαν να πρόσφερε τις ίδιες του τις λέξεις.
– Μην φοβάσαι, Εύα. Ακόμα κι αν οι άνθρωποι ξεχάσουν, ο Θεός δεν ξεχνά. Στη δική Του μνήμη δεν σβήνει τίποτα. Δεν μετρά μόνο τα παιδιά που γεννήθηκαν ή τα βιβλία που γράφτηκαν αλλά και την αγάπη που δώσαμε, τις φορές που πονέσαμε και δεν μιλήσαμε, τις λέξεις που κρατήσαμε αληθινές. Αυτό είναι η αιωνιότητα: να είσαι παρών στο βλέμμα Του…
Πήρε μια μικρή ανάσα και άφησε το βλέμμα του για λίγο στο κενό.
– Εγώ θυμάμαι την Έλλη. Στον καφέ μου, στη μέρα μου, στους στίχους μου. Κι αν την κρατώ εγώ, ξέρω πως την κρατά πολύ περισσότερο Εκείνος. Αυτή η βεβαιότητα μ’ έκανε να συνεχίσω. Δεν χάθηκε. Δεν χάνεσαι κι εσύ.
Η Εύα τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Τα μάτια της είχαν πάρει εκείνη τη γυαλάδα που δεν ξέρεις αν είναι δάκρυ ή σκέψη… Ο Δάσκαλος, τότε, έγειρε μπροστά, όπως έκανε όταν ήθελε να τον ακούσουμε με προσοχή.
– Ο Πλάτωνας έλεγε πως η ψυχή δεν χάνει ό,τι είναι αληθινό. Δεν ξεχνά τις βαθιές συγκινήσεις ούτε όσα τη διαμόρφωσαν. Η μνήμη της δεν θολώνει όπως η δική μας. Όταν φύγεις, Εύα, όσα αγάπησες και κράτησες μέσα σου θα είναι εκεί. Η ψυχή κρατά το ουσιαστικό.
Ο Πέτρος έσπρωξε την καρέκλα του λίγο πίσω και χαμογέλασε με πίκρα.
-Εγώ δεν θέλω να με θυμάται κανείς. Θέλω να ζήσω, να τελειώσω, να χαθώ. Χωρίς παιδιά, χωρίς βιβλία, χωρίς ίχνος. Να μη με βρίσκει ούτε η Google. Έχουμε βάλει στη ζωή μας τόσα “πρέπει”: να αφήσουμε κληρονομιά, συνέχεια, στίγμα. Εγώ βαρέθηκα.
Το χαμόγελό του έσβησε γρήγορα. Κοίταξε τα ακροδάχτυλά του, όπου είχαν μείνει λίγοι κόκκοι ζάχαρης, και τους τίναξε απότομα σαν να ήθελε να τινάξει μαζί τους κάτι που βάραινε μέσα του. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τότε είπα:
– Δεν ξέρω αν υπάρχει Θεός ή αν η ψυχή θυμάται από πριν. Ξέρω, όμως, ότι οι άνθρωποι θυμούνται τις πράξεις αγάπης. Ένα χέρι, που τους κράτησες, μια λέξη που τους είπες, έναν καφέ που τους πρόσφερες χωρίς να ρωτήσεις.
Η Εύα αγκάλιασε το τετράδιό της με τα δύο χέρια. Δεν μίλησε, αλλά στο βλέμμα της άναψε μια μικρή σπίθα. Δεν ήταν από ανακούφιση, αλλά από αναγνώριση. Κάποιος είχε ακούσει τον φόβο της όπως έπρεπε…
Ο Σπύρος έβγαλε τα χαρτιά του, τα ξεδίπλωσε με την ησυχία εκείνου που ξέρει ότι η στιγμή ζητάει προσοχή.
– Να σας διαβάσω κάτι. Όχι δικό μου.
Κανείς δεν μίλησε. Όλοι περιμέναμε ν’ ακούσουμε.
–Ποιος θα μας θυμάται όταν οι μέρες
θα έχουν λιώσει σαν κερί στο τραπέζι;
Ποιος θα κρατήσει τη φωνή μας
όταν γίνει ελαφρύ ψίχουλο αέρα;
Ποιος θα κοιτάξει μια μέρα το σημείο που σταθήκαμε,
εκεί που γελάσαμε, εκεί που πονέσαμε;
Αν η μνήμη χαθεί, τι μένει από εμάς;
Μας θυμάται το χώμα
που κράτησε το βάρος των βημάτων μας.
Μας θυμάται το νερό, που μας δρόσισε όταν διψάσαμε.
Μας θυμάται ο άνεμος, που σκόρπισε τις λέξεις μας σε στόματα αγνώστων.
Μας θυμάται η πέτρα, όπου καθίσαμε να πάρουμε ανάσα.
Και όταν όλα σωπάσουν, μας θυμάται το φως.
Για τον τρόπο που το δεχτήκαμε,
άλλοτε με μάτια ανοιχτά, άλλοτε με μάτια κλειστά απ’ τον πόνο.
Κι αν δεν μας θυμάται κανείς, δε χανόμαστε.
Γιατί ό,τι ζήσαμε έγινε ανάσα του κόσμου.
Η φωνή του Σπύρου ησύχασε, χωρίς επίλογο. Και κανείς μας δεν μίλησε. Ήταν σαν να είχαν μαζευτεί όλες οι ανάσες μας, όλα τα βλέμματα, όλα τα αγγίγματά μας και να είχανε υψωθεί σ’ ένα είδος αόρατης προσευχής.
Εκείνη τη στιγμή, όλοι καταλάβαμε το ίδιο πράγμα, χωρίς να το πει κανείς: πως ίσως, τελικά, μας θυμάται το φως…
(Απόσπασμα από το βιβλίο Η Καμάρα και άλλα Καφενεία, Ταξιδευτής, σ 70-72)
Η Βασιλική Ε. Παπουτσάκη γεννήθηκε στ’ Ανώγεια και μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου ζει σήμερα. Δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον οικονομικό τομέα, ενώ ασχολείται συστηματικά με τη λογοτεχνία και τη λαογραφία. Διατηρεί προσωπικό ιστότοπο, όπου δημοσιεύει λαογραφικά και λογοτεχνικά κείμενα. Έχει συμμετάσχει σε επιστημονικά συνέδρια, ενώ εισηγήσεις και ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε πρακτικά και συλλογικούς τόμους. Έχει τιμηθεί με λογοτεχνικές διακρίσεις για το έργο της στην ποίηση και το διήγημα, μεταξύ των οποίων το Α΄ Βραβείο Διηγήματος από την Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος. Το μυθιστόρημά της «Η Καμάρα» απέσπασε το Β΄ Βραβείο Μυθιστορήματος από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
