Ο «δομημένος» ρεαλισμός
& η ευθύνη τού δημιουργού
[…] Τρία στάδια «δομημένου» ρεαλισμού και το πρώτο εξ αυτών αποτελεί τη χωροχρονική καταγραφή ενός γεγονότος. Το πλαίσιο αυτό δεν είναι γενικό και αφαιρετικό. Αντίθετα, είναι εξαιρετικά συγκεκριμένο και λεπτομερειακώς καταγεγραμμένο. Είναι το έναυσμα προκειμένου η δομή τού λόγου να αποκτήσει θεμέλια, που θα της επιτρέψουν να αναδειχτεί στο πλέον απαιτητικό επίπεδο τής λεκτικής σχηματοποίησης, η οποία επέρχεται στο δεύτερο επίπεδο. Φυσικά, και στο πρώτο επίπεδο τεχνοτροπίας τού «δομημένου» ρεαλισμού υπάρχει η λεκτική σχηματοποίηση των εικόνων, με τη διαφορά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το δρών υποκείμενο δεν αναπαράγει την εικόνα βιωματικά κι εμπειρικά, αλλά ως αποτέλεσμα μελέτης των στοιχείων τής εποχής και τού διαδραματιζόμενου γεγονότος. Δηλαδή, στο πρώτο αυτό επίπεδο, ο χώρος και ο χρόνος, με το υποκείμενο ενεργό, αποτελούν τα δεδομένα εκείνα τα οποία, αφού δεχτούν επιστημονική τεκμηρίωση αναπαράστασης, συγκροτούν την κεντρική εικόνα και το πλάνο τής πράξης. Η πράξη δεν είναι ουδέτερη. Περιλαμβάνει γεγονότα που έχουν λάβει χώρα στον ιστορικό χρόνο κι έχουν καταγραφεί από πολλαπλές πλευρές (βλ. δημοσιογραφικός λόγος, μελέτες κ.λπ.), μόνο που στην περίπτωσή τους η οπτική τού προσώπου, που κατέγραψε τις στιγμές, ήταν αδύνατο να λάβει αποστάσεις εξέτασης με καθολική επίβλεψη των παραμέτρων αυτού· εξέφραζε απλοϊκά τη στιγμή τού γεγονότος αυτού καθ’ αυτού. Αντίθετα με το παρελθόν, ο δημιουργός τού «δομημένου» ρεαλισμού δεν επιχειρεί να «αναστήσει» τη φθαρμένη εικόνα τού γεγονότος, αλλά να το αντιμετωπίσει μέσα από αλληλοσυγκρουόμενες κατευθύνσεις τεκμηρίωσης του επιστημονικού λόγου, να το καταστήσει επίκαιρο μέσα από την ενεργοποίηση της επιστημονικής έρευνας, προσδίδοντας υπόσταση σε γεγονότα τα οποία επανέρχονται με νέες μορφές από το παρελθόν στο παρόν και ετεροπροσδιορίζουν την αιτία των πραγμάτων, που συμβαίνουν ενώπιόν μας.
Παράδειγμα, όσων αναφέραμε νωρίτερα, είναι το ποίημα της Αφροδίτης Διαμαντοπούλου με τίτλο «Πολκ», το οποίο δημοσιεύτηκε στην ποιητική συλλογή «Βαρδάρης», τού Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος:
Μελανό και πρησμένο πλέει
το πτώμα τού Πολκ στον Θερμαϊκό.
Γλάροι φτερουγίζουν στον αέρα και κρώζουν τριγύρω
τσιμπώντας τη νεκρή σάρκα.
Ο μπάρμπα Σπύρος, πάνω στη βάρκα, φωνάζει,
χειρονομεί
και κουνά τα κουπιά με δύναμη να πλησιάσει τον νεκρό.
Εγώ, παρατηρώ δυο άνδρες,
στην απέναντι στεριά,
φορώντας ρεπούμπλικα,
καπαρντίνες και γυαλισμένα σκαρπίνια,
καθώς κοιτάζονται αντικριστά στα μάτια,
ν’ αποχωρούν.
Είναι εμφανή τα σημάδια τού χώρου και τού χρόνου με συμβολική αποτύπωση. Δεν μας ενδιαφέρει η ακριβής τοποθέτηση ενός συμβάντος, αλλά η διάσταση των υλικών μορφών που περικλείουν την εξέλιξή του. Η ίδια η ιστορικότητα είναι αναπόσπαστα δοσμένη στην αξιοποίηση του επιστημονικού τεκμηρίου. Ωστόσο, εκείνο το στοιχείο το οποίο ενδιαφέρει, περισσότερο και από το γεγονός αυτό καθαυτό, είναι η σύνθεση των εικόνων εν κινήσει, παρατηρώντας δηλαδή την οπτική τού αφηγητή-πρωταγωνιστή στην κινηματογραφική του αναπαράσταση. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να υπογραμμίσουμε πως, στον «δομημένο» ρεαλισμό, ο πρωταγωνιστής τής εκάστοτε πράξης δεν είναι η πράξη η ίδια, και τα αποτελέσματά της, αλλά ο ίδιος ο δημιουργός, που καλείται να θεμελιώσει μια νέα θέαση των πραγμάτων, με τον ίδιο στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Είναι, επομένως, το πρώτο επίπεδο αυτοαναφορικό, διατηρώντας τον ιστορικό χρόνο ως πλαίσιο και το χωροχρονικό μοτίβο λεπτομερειών βοηθάει τον δημιουργό να προσδιορίσει την παρουσία του στην κινούμενη εικόνα ως μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας της πράξης που εξελίσσεται.
Από το σημείο αυτό εκκινά η περιπέτεια του δεύτερου επιπέδου τεχνοτροπίας τού «δομημένου» ρεαλισμού, το οποίο και ανταποκρίνεται στον τίτλο αναπτυγμένος ρεαλισμός. Η περίπτωσή του είναι ιδιόμορφη για τον στρατευμένο στις τάξεις τού Φιλολογικού Ομίλου. Είναι το επίπεδο στο οποίο απαιτείται η κατάργηση του χώρου και του χρόνου, ενώ και το δρών υποκείμενο, ο δημιουργός δηλαδή, που ήταν κυρίαρχος εξωτερικός αφηγητής ενός γεγονότος το οποίο κατέγραφε, αλλά δεν βίωνε ως το κέντρο του, τώρα καλείται να αντιστρέψει τους όρους. Πλέον, το ίδιο γεγονός, που στο πρώτο επίπεδο τεχνοτροπίας απλά εντασσόταν σε χωροχρονικό πλαίσιο αναφοράς και μέσα από την επιστημονική τεκμηρίωση προσέδιδε σάρκα και οστά στην αναπαριστώμενη εικόνα, τώρα πια δεν λαμβάνεται υπόψιν. Αντίθετα, στη θέση του, ο δημιουργός τού «δομημένου» ρεαλισμού δευτέρου επιπέδου τεχνοτροπίας, εγκαθιδρύει τη βιωμένη εμπειρία ως πρωτοκαθεδρία της μίας και μοναδικής αλήθειας τής πράξης και των αποτελεσμάτων της· η πράξη δεν πρέπει να επιδέχεται ερμηνείας. Η ερμηνεία από τον αναγνώστη οφείλει να περιορίζεται στη σκέψη αποκλειστικά τού δημιουργού. Εκείνος, είναι υπεύθυνος να την κατευθύνει με τέτοιο τρόπο ώστε το γεγονός, πάντα υπό επιστημονική τεκμηρίωση, μεθοδολογικά, να εξετάζεται στη βάση τής ανάλυσης των διαδραματιζόμενων γεγονότων ως προέκταση της βιωματικής εμπειρίας τού δημιουργού, κι όχι ως μιας επιπόλαιης καταγραφής εξωτερικών αφηγήσεων.
Σε αυτό το επίπεδο, το υποκείμενο υποχρεούται να υιοθετήσει βιωματικά την εμπειρία των διαδραματιζόμενων γεγονότων και να καλύψει μία χρονική απόσταση που πρακτικά μοιάζει αδύνατο. Επομένως, θέτει εκ των προτέρων το ερώτημα «πώς θα γεφυρωθεί το χάσμα τού χρόνου;». Στην απόπειρα αυτή, τού στρατευμένου στον «δομημένο» ρεαλισμό ποιητή/πεζογράφου, αναγνωρίζεται μόνο μία προοπτική, αυτή τού συμβολιστικού «βάθους». Με άλλα λόγια, ο δημιουργός, συμπυκνώνει χώρο και χρόνο, αναδεικνύοντας, χωρίς λόγια, χωρίς λεκτικά σχήματα, παρά μόνο με παράπλευρες εικόνες, την κεντρική θέση του μέσα στο γεγονός. Είναι επιβεβλημένη η προσέγγιση του εκάστοτε θέματος μέσα από την άρνηση του εξωτερικού πλαισίου και η συγκρότηση μιας νέας οπτικής στη βάση τής καθιέρωσης των αντικειμενικών κριτηρίων επεξήγησης. Όλα περιστρέφονται πια γύρω από την έννοια του «βάθους». Η εικόνα, που αποτυπώνεται, δεν πρέπει σε καμία των περιπτώσεων να υπερβαίνει τα σύμβολα του χώρου και του χρόνου, που νοηματοδοτούν το γεγονός. Δηλαδή, δεν είναι το γεγονός αυτό καθαυτό που θα αποκτήσει προτεραιότητα στη σκέψη τού δημιουργού, αλλά, αντίστροφα, είναι τα σύμβολα που το αναγνωρίζουν και το αναδεικνύουν ως εικόνες και όχι ως λεκτικά συμπλέγματα που το ορίζουν. Επομένως, τα περιθώρια επιλογών είναι εξαιρετικά περιορισμένα, καθώς υποτάσσονται ολοένα περισσότερο με την αντικειμενική «αλήθεια» τής επιστημονική γνώσης, δοσμένα υπό τη σκιά συμβολιστικών εικόνων. Για να ολοκληρωθεί η απομάγευση των προθέσεων που εντοπίζονται στο πρώτο επίπεδο του «δομημένου» ρεαλισμού, απαιτείται, επιπλέον, η εκλεκτική επιλογή των λέξεων. Πλέον, οι λέξεις δεν αποτελούν συνθέσεις μίας σκέψης υπό τη μορφή εικόνων, αλλά ταυτίζονται ως ζωντανοί οργανισμοί εν κινήσει με τις εικόνες, δίνουν ώθηση στην αναπαράσταση και κατεύθυνση στην προσπάθεια χαλιναγώγησης των αισθητικών ερεισμάτων τού πρώτου επιπέδου τεχνοτροπίας. Όταν αναφερόμαστε σε λέξεις και λεκτικά σχήματα στον «δομημένο» ρεαλισμό, αναφερόμαστε αποκλειστικά στα σύνορα της σκέψης και των εικόνων, που η θεματική αναφορά προσφέρει στο προσκήνιο των ερευνών. Για να υπερβούμε τους καθημερινούς περιορισμούς τού λεξιλογίου και να αντιληφθούμε το εύρος των δυνατοτήτων του, καλούμαστε να εξετάσουμε την έννοια «βάθος» στην αισθητική των ίδιων των λέξεων. Καλούμαστε, επομένως, να δημιουργήσουμε μία νέα τάξη λεκτικών συνόλων, τα οποία σύνολα, μολονότι μορφικά έχουν την ίδια χρήση με την καθημερινή εμπειρία, ωστόσο, αξιοποιούνται με διαφορετική εφαρμογή. Στόχος, η μονοδιάστατη ερμηνεία των λέξεων και, κατ’ επέκταση, η μονοδιάστατη ερμηνεία των προβαλλόμενων εικόνων.
Συνοπτικά, λοιπόν, στο δεύτερο επίπεδο τεχνοτροπίας τού «δομημένου» ρεαλισμού, σε αυτό τού ανεπτυγμένου ρεαλισμού, ο χώρος, ο χρόνος και το εξωτερικό δρών υποκείμενο καταργούνται και στη θέση τους εμφανίζονται οι συμβολιστικές αναπαραστάσεις εικόνων, υπό την επίβλεψη ενός αυστηρά πειθαρχημένου λεξιλογίου, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μην επιδέχεται ερμηνείας πέραν της μίας, που κατευθύνει μαεστρικά ο στρατευμένος δημιουργός τού «δομημένου» ρεαλισμού.
Τέλος, στο τρίτο και τελευταίο επίπεδο της τεχνοτροπίας, υπό την ονομασία ολοκληρωμένος ρεαλισμός, ο ποιητής/πεζογράφος τού «δομημένου» ρεαλισμού αυτοκαταργείται. Πλέον, ο στόχος είναι η οπτική ως βιωμένη εμπειρία να μετατεθεί στον άγνωστο τρίτο θεατή, αυτόν που βρίσκεται ταυτόχρονα τόσο στην οπτική τού πρωταγωνιστή, όσο και σε αυτήν τού εκάστοτε τρίτου προσώπου. Το ποιά οπτική θα υιοθετήσει και θα υπηρετήσει, ο αναγνώστης, παραμένει άγνωστη υπόθεση, ακριβώς επειδή το διαδραματιζόμενο γεγονός δεν επιδέχεται -πια- επιστημονική έρευνα και τεκμηρίωση. Αυτές έχουν προηγηθεί στα πρώτα δύο επίπεδα τεχνοτροπίας. Τώρα, καλούμαστε να ισορροπήσουμε ανάμεσα σε τρία επάλληλα πλαίσια θέασης των πραγμάτων. Από τη μία πλευρά, το δρών υποκείμενο δύναται να είναι οποιοσδήποτε συμμετέχει στην ιστορία, οποιοσδήποτε βρίσκεται άμεσα στο σημείο μιας πράξης ή την παρατηρεί εξ αποστάσεως, αλλά πάντα στον ίδιο χωροχρονικό τόπο αναφοράς. Από την άλλη πλευρά, το αυστηρά πειθαρχημένο λεξιλόγιο των πρώτων δύο επιπέδων παγιώνεται, αλλά δεν εξομοιώνεται με την αναπαράσταση της πραγματικότητας. Αντίθετα, απελευθερώνει τον περιορισμό, που βιώνει ο δημιουργός από την αρχή τής πορείας, εντός τού «δομημένου» ρεαλισμού και εξαναγκάζει τις εικόνες να ταυτοποιηθούν άνευ συστηματικής αναγνώρισης των ετεροκατευθυνόμενων διαδρομών, που η σκέψη λαμβάνει κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ενός ποιήματος ή ενός διηγήματος της αυτής τεχνοτροπίας. Είναι, δηλαδή, μια πορεία διαψεύσεων και αρνήσεων, ακριβώς επειδή –πια– περνάμε στο στάδιο της ψυχαναλυτικής ανασύνθεσης.
Το τρίτο, λοιπόν, επίπεδο του «δομημένου» ρεαλισμού, αυτό του ολοκληρωμένου ρεαλισμού, βασίζεται στην ψυχανάλυση και τη συναισθηματική εκτόνωση του δημιουργού. Μόνο που στην περίπτωσή μας, αυτού του είδους η έκφραση, δεν συνεπάγεται αφαιρετικότητα και γενικολογία, αλλά συγκροτημένη δομή τού λόγου ως προέκταση των εσωτερικευμένων εμπειριών, ερμηνειών και αναφορών. Με άλλα λόγια, το στρατευμένο υποκείμενο του «δομημένου» ρεαλισμού καλείται, τώρα, να κατασκευάσει τον ίδιο πραγματικό κόσμο τού παρελθόντος και τού παρόντος σε μία ενότητα με τον ίδιο όχι πρωταγωνιστή ή εξωτερικό θεατή, αλλά κριτή. Κρίνει -πλέον- το υποκείμενο και εξάγει συμπεράσματα τα οποία δεν δύναται να τα αντιληφθεί από τη συσσώρευση της επιστημονικής γνώσης στα πρώτα δύο επίπεδα τεχνοτροπίας, αλλά μόνο στο τρίτο επίπεδο, σε αυτό, δηλαδή, που καταλαγιάζει η συνείδηση στο ίδιο το διαδραματιζόμενο γεγονός και το εξετάζει ως επέκταση των ορίων τού λόγου και τού ιστορικού γίγνεσθαι. Στο τρίτο και τελευταίο αυτό επίπεδο, ο στρατευμένος δημιουργός τού «δομημένου» ρεαλισμού έχει κατασκευάσει μια νέα αλήθεια, την ατομική, και συνάμα καθολικά συλλογική, αλήθεια και αυτήν προβάλει στο έργο του, όχι, πλέον, ως καθοδηγητής τού αναγνώστη, αλλά ως απλός εργάτης τής γνώσης ανάμεσα σε άλλους.
[Aναδημοσίευση από τα Δοκίμια Μελών 14 Μαΐου 2023 Δοκίμια Μελών]
O Αντώνης Ε. Χαριστός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1988. Είναι φιλόλογος και δημοσιογράφος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Είναι ο ιδρυτής τού Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, του οποίου διατελεί πρόεδρος, ενώ, παράλληλα, έχει εισηγηθεί, επεξεργαστεί και διαμορφώσει τους όρους τής τεχνοτροπίας τού «δομημένου ρεαλισμού» στη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας, μία ποιητική συλλογή, ένα θεατρικό έργο, καθώς και μία επιστημονική μελέτη λογοτεχνίας με επίκεντρο τον Άγγελο Τερζάκη. Είναι μέλος τής Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά. Ως κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας, δημοσιεύει τακτικά αναφορές σε διαδικτυακούς χώρους πολιτισμού και έντυπες εκδόσεις. Είναι αρχισυντάκτης των περιοδικών Λογοτεχνικό Δελτίο, Σπορά, Κριτική και Ζητήματα Μαρξισμού. Είναι επίσημος επιμελητής, ποίησης και πεζογραφίας, των εκδόσεων Γράφημα, καθώς και διευθυντής των εκδόσεων «Υψικάμινος»,επίσημες εκδόσεις τού Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος.
(Πηγή: biblionet, “Εκδόσεις Υψικάμινος”, 2025)
