Σκούνα απαλάμιστη το σώμα, πλέει στις απόκρημνες ακτές της κάθε μέρας, χτυπιέται στα φαγωμένα βράχια της πραγματικότητας, μ’ αρκεί ένα βλέμμα μουσικό, μια συγχορδία στεναγμών, θελκτική μια μορφή, ή πρόσκληση θερμή, για να βρεθεί σ’ άλλην ακτή, υπήνεμη, σε φιλόξενη μι’ άλληνα θάλασσα.
*
Η σιωπή του ουρανού μια σμαλτωμένη κρύβει ποίηση κι όταν ξεσπάσει η βροχή πέφτουνε στίχοι κεραυνοί, κι αστράφτουν και τρομάζουν, ύστερα η δόξα του φωτός τη μέρα καταυγάζει και σβήνετ’ η κατάμαυρη θλίψη τόσων ψυχών, καθώς των στίχων η πνοή τη διώχνει, την σαρώνει, κι όπως πηγάδι αρτεσιανό· έτσι αναβλύζει η μνήμη.
*
Καθώς αρθρώνει «θάλασσα», άλογο γαλανό πετιέτ’ από τα κύματα κι ορμά, καλπάζοντας, στο στέρνο του, συντρίβει στις οπλές τη σκοτεινιά, τη μοναξιά, την πίκρα, την απόγνωση, και πλημμυρίζει ο κόσμος του φως καίν’ σβηούνται τα σκοτάδια.
*
Ο αρχέγονος παλμός νερού της βροχής είναι υπόμνηση της πραγματικότητας του φθαρτού, πρελούδιο του κλαυθμού, συνοδεύων την απώλεια, ασπασμός στο άψυχο που θα γίνει χώμα, να υποδέχεται βροχής το νερό για μιαν αιωνιότητα ρηχή· ποτέ του δεν την πόθησε κανείς.
*
Κάπου εκεί στα μεσάνυχτα της σάρκας η ευεργεσία της μνήμης είναι που στεφανώνει τη ζωή μ’ ένα μικρό στεφάνι βαλσαμίνες, πολύχρωμες τα όμορφα λουλούδια αλλιώς τα που λέν’ κι ερωτάκια…
*
Όλα όσα θησαύρισε η ψυχή κι οι αισθήσεις την εποχή της νεότητας κρέμονται στις γρεντές της μνήμης, καθώς χειμωνικά τσαμπιά σταφύλια, κυδώνια, ρόδια κι είν’ αυτά η αισθητική κι η αισθησιακή τροφή, καν ζείδωρο νερό να τροφοδοτήσουν την πορεία μας στων γηρατειών την έρημο.
*
Πόσοι και πόσοι δεν κατοικούνε ολομόναχοι εντός τους.
Κι άλλοι που η μοναξιά χώρο δεν αφήνει τους για τίποτ’ άλλο.
*
Καμιά φορά ό,τι ποθήσαμε κι ό,τι πολύ αγαπήσαμε στο τέλος ρημαγμένο σπίτι απομένει. Λίγ’ ακροκέραμα στην πεσμένη σκεπή του υπομιμνήσκουν μονάχα την παλαιά του αίγλη.
Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης γεννήθηκε το 1951 στη Δεσφίνα Φωκίδος. Εργάστηκε στη χημική βιομηχανία. Εξέδωσε εννέα ποιητικά βιβλία, ένα βιβλίο πρόζας, καθώς και ένα βιβλίο ιστορικής έρευνας για τη Σφαγή στο Δίστομο το 1944, για το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο Χρονικού – Μαρτυρίας το 2011. Η ποιητική συλλογή του Πλησμονή οστών βρέθηκε στη Βραχεία Λίστα του Κρατικού Βραβείου Ποίησης 2019. Στη σειρά του Ιδρύματος Σινόπουλου «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης», εξέδωσε έναν τόμο για την ποίηση του Τίτου Πατρίκιου. Επιμελήθηκε, από το 2014, πέντε Ανθολογίες ελληνικών ποιημάτων. Μετείχε στη σύνταξη της έντυπης εφημερίδας Book Press. Μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά και αλβανικά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον (Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας 2014). Μετείχε στην Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Παιδικής Λογοτεχνίας. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Τελευταίο του βιβλίο «Εκ Φύσεως….» (θράκα, 2025).
