Αυγουστιάτικο μελτέμι
Κατηφορίζει το αεράκι πετροβολώντας τα στενά σοκάκια.
Κατηφορίζει και ριγούν οι πλάτες των παιδιών,
καθώς ο ιδρώτας στάζει στ’ άσπρα φανελάκια.
Στο έβγα σμίγουν και τα ιδρωμένα σβέρκα
των παραθεριστών με τις κοφτές ανάσες των σερβιτόρων,
που ασφυκτιούν στην μέγγενη του κάματου
κάτω απ’ τον φιλήδονο καιρό.
Περνά και μέσα από τις μισόκλειστες γρίλιες των σπιτιών
με ένα ευχάριστο ξάφνιασμα στα βλέφαρα, των εραστών,
κρατώντας για λίγο μετέωρο το άσπρο τους σεντόνι
πάνω απ’ το σγουρό του εφηβαίου.
Ροβολά και στ’ ανοιχτά του κάμπου,
μπερδεύοντας τα ημιτόνια των τζιτζικιών με τα atonal των γρύλων,
ρουφά το άρωμα του βασιλικού
και τη μυρωδιά των ξυνισμένων σύκων,
σκοντάφτει στις ασβεστωμένες μάντρες των σπιτιών
και χύνεται σαν άσπρο σύννεφο στο ρυτιδωμένο κύμα.
Απομεσήμερο πια.
Το αυγουστιάτικο μελτέμι αποκαμωμένο
κρέμεται στα ξερά χορτάρια του καλοκαιριού.
Τα χελιδόνια ετοιμάζονται για το μακρινό ταξίδι.
Στροβιλίζεται για λίγο,
αφήνει στα φαγωμένα σκαλοπάτια του καλοκαιριού
λίγες αλατισμένες σταγόνες ληγμένης προσμονής
και πριν νυχτώσει,
κουρνιάζει στης αναμονής το πορτοκαλί φανάρι!
