Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα ζωάκι.
Μικρό ζωάκι, μη φανταστείτε καμιά υπερπαραγωγή. Δυο ματάκια, δύο αυτάκια, δύο πόδια κι άλλα δύο, μια μουσούδα ένα στόμα, μια ουρά. Τα βασικά δηλαδή.
Ζούσε ήσυχα, όπως όλα τα ζωάκια μικρά και μεγάλα ζωάκια ζούνε στο δικό τους χρονοσύστημα , με σεβασμό στο σπίτι τους.
Τα ένστικτά του, τα χρησιμοποιούσε μόνο για να φάει όταν πεινούσε, να αποφύγει την πραγματική απειλή και να κάνει κι άλλα ζωάκια. Όχι δηλαδή όποτε του κατέβαινε.
Καμία σχέση με το άλλο, το μεγάλο δίποδο, τον Καταστροφέα, μακριά από εμένα, που ούτε το όνομά του δε θέλω να πω, ούτε τη σκέψη του να έχω.
Το ζωάκι μας, έγινε κάρβουνο μια μέρα.
Τα μάτια του μόνο γλύτωσαν από τις φλόγες. Λαμπερά ματάκια που έκλαιγαν συνέχεια μόλις το δασόσπιτο πήρε φωτιά, κι έτσι η φωτιά δεν τα πείραξε.
Και μετά, που έμειναν μόνα τους χωρίς το υπόλοιπο ζωάκι, πάλι έκλαιγαν.
Το δασόσπιτό του έγινε κάρβουνο κι αυτό. Μαζί με το ζωάκι μας. Ταυτόχρονα. Έτσι γίνεται.
Το μεγάλο δίποδο έκλαιγε κι οδυρόταν. Όχι για το δάσος. Αλλά για τον πονοκέφαλο που τον έπιανε όταν έπρεπε να σκεφτεί δικαιολογίες για τις πράξεις του και τις ικανότητες του.
Καταριόταν τα ξένα δίποδα ότι του έκαψαν το δάσος, μετά καταριόταν τα δικά του δίποδα που δεν τα χώνευε αφού μόνιμα τον συκοφαντούσαν.
Όταν δυσκολευόταν να βρει ενόχους, του έφταιγαν οι κεραυνοί, μετά η ζέστη, το κρύο η υγρασία, ο υετός, η ανεμοβλογιά. Ό,τι υπάρχει του έφταιγε.
Έλα όμως, που δεν τα κατάφερνε να τη βγάλει εύκολα καθαρή.
Κι έτσι ανακάλυψε τον μεγάλο φταίχτη.
Τα μάτια! Είπε.
Τα λαμπερά μάτια, που είχε το μικρό ζωάκι, λαμπύρισαν πολύ κι έβγαλαν μια μικρή φλόγα κι έκαψαν το πελώριο δάσος.
Όλοι έδειξαν να ευχαριστιούνται με αυτή τη λύση. Έτσι κι αλλιώς κάτι άλλο τους απασχόλησε εκείνη τη μέρα.Το ζωάκι και το καμένο δασόσπιτο εξαφανίστηκαν από το μυαλό τους γρήγορα σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Όλοι έζησαν καλά και μετά από αυτό ξεχύθηκαν οι αυτό-αποκαλούμενοι κυνηγοί (όλες οι ράτσες των κυνηγών), να βρουν όποιο άλλο τέτοιο καταραμένο ζωάκι είχε επιβιώσει στο μεγάλο καμένο δάσος για να το ξεκάνουν κι αυτό μη τυχόν βάλει φωτιές κι αλλού.
Αυτοί οι τελευταίοι έζησαν πιο καλά από όλους.
H Μαρία Γεωργαλά σπούδασε Κοινωνιολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Διοίκηση Επιχειρήσεων και Δημοσιογραφία στην Αθήνα. Κατέχει το μεταπτυχιακό τίτλο, D.E.A Κοινωνιολογία της Επικοινωνίας & Πληροφορίας, Paris 7. Κατέχει πιστοποιήσεις στην συστημική (ΑΚΜΑ) και καταξιωτική (THESYS) προσέγγιση. Έχει εργαστεί ως διδάσκουσα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (ΤΕΙ Πειραιά), στον επιχειρηματικό τομέα των Τηλεπικοινωνιών, στους τομείς ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού και εταιρικής επικοινωνίας και ως δημοσιογράφος. Ασχολείται ενεργά με θέματα έμφυλης βίας.
Συγγραφική διαδρομή: Το συναχωμένο αεροπλανάκι, εκδ. Ζαχαράκης, 2008, Το παραμύθι με τα χλομά μάγουλα, εκδ. Ζαχαράκης 2009, Αυτονόητα, εκδ. Φίλντισι, 2022, Παρανυχίδα εκδ. Μετρονόμος, 2025. Συμμετείχε με κείμενό της για την ηγεσία, στη συλλογική έκδοση GROW, Ιστορίες Management & Ηγεσίας, εκδ. Διόπτρα 2020.
Ποιήματά της και νανο-διηγήματα έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις. Ασχολείται με την στιχουργική και τραγούδια της έχουν μελοποιηθεί και περιλαμβάνονται σε συλλογικές δισκογραφικές παραγωγές. Στο youtube κυκλοφορεί το βίντεο, “Tο στοργικό χέρι”, σε ποίηση δική της και πρωτότυπη μουσική Απόστολου Καλτσά με θέμα την έμφυλη βία.
